Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΠΟΡΕΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΠΟΡΕΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Μοντιλιάνι, Κάθε θρησκεία στην αρχή της είναι μία αίρεση...




Ένα μαρμάρινο τραπέζι κουζίνας, σε μαύρο χρώμα, είναι η επιφάνεια που δέχεται το βρέφος... Εκείνο, έμελλε να αναδειχθεί σ' έναν προικισμένο και ταλαντούχο ζωγράφο. Έχουν προηγηθεί ήδη τρία παιδιά στη οικογένεια Μοντιλιάνι. Η πρόσφατη γέννηση, είναι το τέταρτο και τελευταίο παιδί, τον Ιούλιο του 1884. Καλλιεργημένοι αστοί οι Μοντιλιάνι. 
Η εύπορη εβραϊκή οικογένεια του Λιβόρνου στην Τοσκάνη, συχνά ταλαιπωρείται από, όχι και πολύ ευχάριστα, οικονομικά σκαμπανεβάσματα. 
Ο κοινωνικός περίγυρος της εποχής χωρισμένη, οι μισοί τους έλεγαν περιφρονητικά, κρύβοντας τη ζήλια τους, τραπεζίτες του Πάπα, ή τους κατηγορούν, με καχυποψία, ότι είναι ανακατεμένοι σε πολιτικές ίντριγκες ανατροπής του Πάπα, οι άλλοι μισοί. 
Το μεγάλωμα των παιδιών το αναλαμβάνει εξ ολοκλήρου, η κυρία Μοντιλιάνι, καθώς ο σύζυγος, ο Φλαμίνιο Μοντιλιάνι είναι επιχειρηματίας, πολυάσχολος και απών τον περισσότερο καιρό. Η οικογένεια έχει μια επιχείρηση ξυλείας και κάρβουνου, και κάποιος πρέπει να ασχοληθεί μ' αυτήν. 
Είναι η εποχή που η οικογένεια θα μπει πάλι στην εποχή των ισχνών αγελάδων και η Εουτζένια Μοντιλιάνι βλέπει τα περιουσιακά της στοιχεία, το ένα μετά το άλλο, να υποθηκεύονται. Κόρη αριστοκρατών από τη Μασσαλία, αρχίζει να εργάζεται τότε ως μεταφράστρια, κριτικός λογοτεχνίας και δασκάλα σε ιδιαίτερα μαθήματα.


Ο μικρός Ντέντο, είναι πια παιδί, ένα κακομαθημένο, ιδιότροπο αλλά όμορφο, σαν ηλιαχτίδα, σαν μια "παλλόμενη καρδιά" όπως καμαρώνει χαρούμενη η μητέρα του. Σε λίγο τα χαϊδευτικό του θα γίνει "φιλόσοφος", αποτέλεσμα της καθημερινής συναναστροφή του με τον διανοούμενο παππού του που σε κάθε τους βόλτα δεν ξεχνάει να του σπέρνει στο μυαλό τις πρώτες φιλοσοφικές ανησυχίες.
Τα πρώτα του σχέδια, ενώ είναι βαριά άρρωστος από πλευρίτιδα, είναι πεθαμένοι, μάγισσες και διάβολοι. Στο Λύκειο είναι φριχτός μαθητής με βαθμούς μόλις πάνω από την βάση, αλλά είναι πιστός εβραίος τηρώντας ευλαβικά τα τελετουργικά της θρησκείας του, όπως φρόντισε να το μάθει ο αγαπημένος του παππούς.
Ο θάνατος της αγαπημένης φίλης του Μεντέα, από μηνιγγίτιδα, θα τον τραυματίσει ανεπανόρθωτα το καλοκαίρι του 1898. Προσπαθεί να αποτυπώσει τα συναισθήματά του στον μουσαμά, όπως θα κάνει με όλα τα δράματα της υπόλοιπης ζωής του. Κάπου εδώ μέσα του γράφεται η πεποίθηση, ακόμα κι αν ακόμα ο ίδιος δεν το ξέρει, να ασχοληθεί με το πάθος του για την ζωγραφική το σχέδιο και την γλυπτική.

Πως μπορεί αυτή η μεγαλοφυΐα της ζωγραφικής να μην πιάνει ούτε τη βάση στις σχολικές εξετάσεις; Η Εουτζένια, σοφή, διορατική όπως σχεδόν κάθε μητέρα ενός μεγάλου καλλιτέχνη και δημιουργού, τον διακόπτει από το σχολείο και τον βάζει να κάνει μαθήματα ζωγραφικής με τον Γκιουλιέλμο Μικέλι, την ίδια ώρα που ο μικρός Ντέντο, άρρωστος ξανά, αυτή τη φορά από τυφοειδή πυρετό, παραληρεί: "Θέλω να ζωγραφίζω και να σχεδιάζω, Θέλω μονάχα αυτό!".

Πάει το σχολείο, πάει το άγχος των εξετάσεων, πάει η στείρα και καθοδηγούμενη γνώση, έρχεται όμως το πρώτο του ατελιέ και οι πρώτοι του θαυμαστές. Οι συνάδελφοί του υποδέχονται στο ατελιέ έναν μικροκαμωμένο φιλάσθενο νεαρό, χλωμό, με φουσκωτά κόκκινα χείλη και εγέννετο φως επί τη εμφανίσει του. Οι περισσότεροι τον θαυμάζουν αλλά δεν τον καταλαβαίνουν, καθότι κάθε θρησκεία στην αρχή της είναι μία αίρεση... 
Ο δάσκαλος του πάλι και τον θαυμάζει και τον καταλαβαίνει. Ο Ντέντο, σπάει τις φόρμες και χαράζει τον ολόδικό του τρόπο στην τεχνική του σχεδίου: 

Καίει κάποιο μέρος του χαρτιού και χρησιμοποιεί το μαύρισμα ως ενδιάμεσο τόνο. 

Κανείς φυσικά δεν είναι διατεθειμένος να σπάσει καμία φόρμα και να προδώσει τις υπάρχουσες ιδέες του πειραματιζόμενος με καμμένα χαρτιά. Μα τι θράσος είχε αυτός ο νεαρός ! Εκείνος όμως δεν νοιάζεται για τίποτα, αφήνεται σ' αυτό το ένστικτο που οδηγεί το χέρι του...
Πρώτα γράφεται στην Ελευθέρα Σχολή Μελέτης Γυμνού (Scuola libera di Nudo) της Φλωρεντίας. Ένα χρόνο αργότερα, σε ηλικία 18 ετών, συνεχίζει τα μαθήματα ζωγραφικής στην Σχολή Καλών Τεχνών της Βενετίας, όπου εμβάθυνε στην ιστορία της τέχνης. 
Εκεί αρχίζει και η σχέση του με τα ναρκωτικά (χασίς). Τρία χρόνια έζησε εκεί, σπουδάζοντας και βελτιώνοντας την τεχνική του στη ζωγραφική. Η ανάγνωση έργων του Νίτσε τον οδηγεί να πιστεύει ότι... 

Ο μόνος δρόμος για την αληθινή δημιουργικότητα είναι μέσω της ανυπακοής 
και της αταξίας.

Το κέντρο του Λιβόρνου είναι όμορφο τα καλοκαίρια, κι ακόμα πιο όμορφες οι Κυριακές που κάνει βόλτες με τους φίλους του, μιλάει συνεχώς για τις γυναίκες, κοκκινίζει εύκολα και φυσικά ζωγραφίζει αδιάκοπα έργα που λίγα χρόνια μετά θα τα καταστρέψει ολοσχερώς.  

Σιχαίνεται τις μαρκίζες, τις σχολές και τα ρεύματα. Δεν θέλει να είναι ούτε ιμπρεσιονιστής*, ούτε ντιβιζιονιστής*, όμως θέλει να είναι όλα... και τίποτα. Ο εξευγενισμένος τρόπος ζωγραφικής, που έτσι κι αλλιώς δεν ταιριάζει με τον πρώιμα ταραχώδη χαρακτήρα του, του προκαλεί αναγούλα. Δεν εμφανίστηκε στη ζωγραφική για να ανήκει σε κάποιο ρεύμα. Εμφανίστηκε για να γίνει μοναδικός. Ή αυτό ή τίποτα.

Τον έλκει ο δρόμος, ο υπόκοσμος, οι μυρωδιές των λαϊκών γειτονιών, οι άστεγοι, οι ζητιάνοι, όλοι οι καταπιεσμένοι, τον έλκει ένας κόσμος που τελικά τον εμπνέει για να ζωγραφίσει. Τα πρόσωπα αυτών των ανθρώπων, η δυστυχία που ήταν χαραγμένη επάνω τους, είναι η έμπνευση του για να συγκατοικήσει στο Σαν Μάρκο, μια λαϊκή συνοικία, παρέα με δύο συναδέλφους του. Η μοιραία σύμπτωση είναι, ότι ο ζωγράφος που είχε αυτό το μοιραίο ατελιέ πέθανε από φυματίωση, όπως και ο Ντέντο είκοσι χρόνια μετά.
Ο Μοντιλιάνι ίσως από ματαιοδοξία, όπως και όλοι οι καλλιτέχνες, δεν νοιάζεται για την πορεία της υγείας του. Αρρωσταίνει πάλι από πλευρίτιδα.... Ετοιμάζει τις βαλίτσες του και ξεκινάει για την Νάπολη για να γνωρίσει τους νέους ήρωες των μουσαμάδων του.

Τα Μουσεία, τ' αριστουργήματα της κλασικής τέχνης, οι καινούργιοι άνθρωποι, ο ήλιος η ζέστη είναι τα θαυματουργά "φάρμακα" για τον Ντέντο που αναρρώνει γρήγορα. Νάπολη, Πομπηία, Τόρε ντελ Γκρέκο, Κάπρι.

Στη Βενετία ζωγραφίζει πορτρέτα, συνήθως αγνώστων κυριών, κάνει βόλτες με τους φίλους του στα καφέ, επισκέπτεται μουσεία και μπουρδέλα που τα θεωρεί σπουδαιότερους χώρους μάθησης από κάθε ακαδημία και κάνει τους πρώτους σοβαρούς πειραματισμούς του στην γλυπτική.
Η πιο σοβαρή του αγωνία όμως είναι η ζωγραφική.
Η ανησυχία του στον μουσαμά θα είναι πάντα το δίλημμα γραμμή-όγκος, αλλά η πρόοδος του στην επιλογή των χρωμάτων (μονοχρωματισμός ελαφρύς και λαμπερός) είναι εμφανής στα έργα της εποχής του στη Βενετία. Ο ρατσισμός των Βιενέζων, που τον αντιμετωπίζουν σαν επαρχιώτη, του είναι τόσο επώδυνος ώστε την ώρα που οι συνάδελφοι του δημιουργούν, εκείνος σκέφτεται να πάει για πάντα, να "εξοριστεί, στο Παρίσι. Έπειτα από την καταστροφή των έργων του θέλει τώρα να καταστρέψει και ό,τι του πρόσφερε η Βενετία.

Βρίσκεται στο Παρίσι τον χειμώνα του 1906, μόνος, με την λαχτάρα να γνωρίσει από κοντά τον περίφημο παρισινό καλλιτεχνικό κόσμο και τους καλλιτέχνες που θ' αλλάξουν τον ρου στην ιστορία της Τέχνης. Είναι πια 21... Είναι καλλιτέχνης, είναι επαναστάτης, αλλά και... αστός. Το δείχνει με το κοτλέ κοστούμι του και το κόκκινο φουλάρι του... παρέα με τους ποιητές, τους μουσικούς και τους ζωγράφους, του προχωρημένου πολυπολιτισμικού Παρισιού που λάμπει και που του υπόσχεται μια καινούργια καλλιτεχνική ζωή... 
Αρχικά μένει σε ένα ξενοδοχείο στη δεξιά όχθη του Σηκουάνα, ενώ σύντομα μετακομίζει στη Μονμάρτρη, τη συνοικία του Παρισιού που συγκέντρωνε τους περισσότερους καλλιτέχνες, και αποτελούσε το επίκεντρο της αβάν γκαρντ. 
Ο κύκλος του αποτελείται από τα μεγαλύτερα ονόματα της καλλιτεχνικής σκηνής, όπως ο Πικάσο και ο Ντιέγκο Ριβέρα. 
Με τον Πικάσο κάνουν για λίγο παρέα, αλλά σύντομα ο ανταγωνισμός και η φήμη θα μπουν εμπόδιο στην επικοινωνία τους. Υπάρχουν άσχημες φήμες, που λένε πως ο Πικάσο δεν μπορεί να επικοινωνήσει μαζί του και ενοχλείται με το πρόβλημα αλκοολισμού του. Άλλες πιο κακεντρεχείς φήμες ή πιο αξιοπρεπείς, αναφέρουν τη ζήλεια του Πικάσο για τις ατελείωτες ερωτικές επιτυχίες του Μοντιλιάνι.

Είναι αλήθεια ότι ο Ντέντο αρέσει τρελά στις γυναίκες, τι κι αν πίνει πολύ ! Αναζητάει να απεικονίσει το μη πραγματικό, το υποσυνείδητο των μοντέλων του και μ' αυτή την αγωνία του, προδίδει τον λόγο που η ανακατωμένη του ψυχή αναζητά να αναπαραστήσει, τις εξίσου ανακατωμένες ψυχές των μοντέλων αυτών.
Δεν υπήρξε ποτέ θρήσκος αλλά διαβάζοντας τα βιβλία του φίλου και κολλητού του, Μαξ Ζακόμπ, ομολογεί πως αντιλήφθηκε "...τους θρησκευτικούς μύθους που ενέπνεαν και ερέθιζαν την φαντασία..."
Συνεχίζει με φανατισμό να καλλιεργεί την οικογενειακή φήμη του πλούσιου αστού, ενδιαφέρεται για τα ρούχα του, να είναι κομψά, τρώει σε πολυτελή ρεστοράν, επισκέπτεται μουσεία, την όπερα και το θέατρο.

Οι πηγές, των χρημάτων που ξοδεύει, είναι δύο. Η πρώτη πηγή είναι η μητέρα Μοντιλιάνι που του στέλνει ότι μπορεί και η δεύτερη, η κληρονομιά ενός θείου του. Τα χρήματα σύντομα όμως εξαντλούνται. Το κοινόβιο στο Λε Μπατό Λαβουά (Le Bateau-Lavoir), για τους αδέκαρους καλλιτέχνες, ήταν ότι έπρεπε για τότε. Τρία χρόνια περνάνε ζωγραφίζοντας έντονα, αλλά και με καταχρήσεις και αλκοόλ. 
Ταξιδεύει στην Αγγλία, ψάχνει χρήματα... Ο Νόντε που μέχρι τότε, είχε γνωρίσει μόνο αγοραίο έρωτα, τώρα έχει τον πρώτο σοβαρό έρωτα της ζωής του. Γνωρίζει την πανέμορφη Μοντ Αμπραντέ και σχέση τους οδηγεί σε εγκυμοσύνη... Το παιδί του δεν θα το γνωρίσει ποτέ και αυτό που θα του μείνει είναι μονάχα ένα πορτραίτο, το δικό της. Η Αμπραντέ φεύγει για τη Αμερική και χάνονται τα ίχνη της. 
Ο Μοντιλιάνι δεν θέλει τα έργα του να ανήκουν σε κάποιο καλλιτεχνικό ρεύμα, θέλει να είναι μοναδικά... Με τον φίλο του, επίσης ζωγράφο, Μωρίς Ουτριγιό, του άρεσε να κουβεντιάζουν για τον κυβισμό* και τον φοβισμό*, μοιράζονται τις καλλιτεχνικές τους λαχτάρες, αλλά και την αγάπη τους για το ποτό... ο Πικάσο χαρακτηριστικά έλεγε ότι «αρκούσε να περάσεις δίπλα από τον Ουτριγιό για να μεθύσεις». Μαρτυρίες αναφέρουν ότι τους δύο ζωγράφους τους πέταγαν έξω από τα μπαρ τύφλα στο μεθύσι, ενώ ο Αμαντέο απήγγελλε Δάντη και ο Μωρίς πέταγε τα ρούχα του στο δρόμο. Στα πάρτι της καλλιτεχνικής τρελοπαρέας στα ατελιέ, ανάβουν φωτιές, πίνουν ακατάπαυστα και ο Μοντιλιάνι ωχρός και αδύνατος σαν φάντασμα, κάθεται πάντα στην είσοδο και προσφέρει στον κάθε καλεσμένο ένα χάπι χασίσι. 
Ένας άλλος φίλος του απορεί: "...ήταν αριστοκράτης, είχε καλούς τρόπους και ακριβά γούστα. Ενώ αγαπούσε το πλούτο, την χλιδή, τα ωραία ρούχα, έζησε μέσα στη φτώχεια. Τι σπρώχνει αυτό τον άνθρωπο να γίνει μάρτυρας και να βάλει τον εαυτό του σε τόσο μεγάλες δοκιμασίες ; Γιατί επιλέγει μια ζωή κόντρα στην ιδιοσυγκρασία του ;" 
Η άσχημη οικονομική του κατάσταση, τον ανάγκασε να επιστρέψει για ένα σύντομο χρονικό διάστημα στην πατρίδα του, το Λιβόρνο.

Θα γυρίσει όμως πάλι στο Παρίσι για να εγκατασταθεί μόνιμα πλέον το 1909. Επιλέγει την συνοικία Μονπαρνάς, λόγω των χαμηλών ενοικίων των κατοικιών. 
Στην πρώτη του επίσημη εμφάνιση στο "Σαλόνι των Ανεξάρτητων" εκθέτοντας δέκα έργα του, ελαιογραφίες και σχέδια, επηρεασμένος από τις πρώτες ευνοϊκές κριτικές, γράφει ενθουσιασμένος στη μητέρα του: "Τους ταρακούνησα!"... 


Όμως το καλλιτεχνικό Παρίσι παραμένει επηρεασμένο από την "νέγρικη τέχνη", δείχνει ότι ακόμα δεν μπορεί να καταλάβει... 

Αν ταρακουνήθηκε όμως κάποιος, αυτός είναι ο ίδιος... που απογοητεύεται, δεν γουστάρει πια τον κυβισμό και την αθλιότητα των χρωμάτων του, δεν γουστάρει τα παιχνίδια διαπλοκής καλλιτεχνών, κριτικών και εμπόρων τέχνης, δεν γουστάρει καμία επιτυχία ως αποτέλεσμα συμβιβασμού με αξίες και ιδέες που δεν αναγνωρίζουν την μεγαλοφυΐα του. 


Η γνωριμία του με τον Ρουμάνο γλύπτη Κονσταντίν Μπρανκούζι, είναι καθοριστική, στο εργαστήριο του και με την καθοδήγησή του, ο Μοντιλιάνι αφοσιώνεται στη γλυπτική. 
Η τέχνη αυτή τον απορρόφησε τόσο που εγκαταλείπει σχεδόν ολοκληρωτικά την ζωγραφική για έξι ολόκληρα χρόνια ως το έτος 1915. "Νόμιζα πως ήμουν ζωγράφος, αλλά είμαι γλύπτης..." εκμυστηρεύεται.

Πέφτει με τα μούτρα στη γλυπτική λαξεύοντας επί ώρες πέτρες που τις μεταμορφώνει σε αριστουργήματα. Γυρίζει στις οικοδομές, φορτώνει το καροτσάκι του πέτρες, της κουβαλάει ολομόναχος στο ατελιέ του και ξεκινάει να σμιλεύει. 
Κεφάλια παράξενα, με πρόσωπα επιμηκυμένα, όπως στην ζωγραφική του, μύτες κοφτερές και χαρακτηριστικά τραβηγμένα σαν ανταγωνίζονται να εκφράσουν τα συναισθήματα τους δείχνοντας την διαφορετική όψη της πραγματικότητας του αληθινού κόσμου. Στη μανία του για δημιουργία, αδιαφορεί για την σκόνη και τα θραύσματα από τα μάρμαρα που επιδεινώνουν την κατάσταση των ήδη ταλαιπωρημένων του πνευμόνων.

Η γειτονία με τη Ρωσίδα ποιήτρια Άννα Αχμάτοβα που μόλις έχει παντρευτεί, στα 21 της χρόνια και βρίσκεται στο Παρίσι σε μήνα του μέλιτος θα είναι μοιραία, καθώς μένουν σε διαμερίσματα του ίδιου κτιρίου. Της γράφει ερωτικά γράμματα και εκείνη του απαντάει "Διασκεδάζω όταν είσαι μεθυσμένος και από τις ιστορίες σου δεν βγαίνει νόημα".
Ο ανυποψίαστος σύζυγος δίνει διαλέξεις στην Σορβόννη την ίδια ώρα που η σύζυγος κάνει έρωτα με τον Ντέντο και που ποζάροντας του, υπογράφει συμβόλαιο με την αθανασία. Ο θυελλώδης έρωτάς τους διαρκεί ένα χρόνο περίπου, καθώς τα βίαια ξεσπάσματα του Μοντιλιάνι την οδηγούν να επιστρέψει στον σύζυγό της.


Εκείνος γίνεται όλο και πιο ιδιόρυθμος, πικρόχολος και επιθετικός με τους ανθρώπους, όμως δουλεύει ακατάπαυστα. 
Τρώει λίγο δεν κοιμάται καθόλου. Με τις πρώτες παραγγελίες γλυπτών που παίρνει, όπως είναι βυθισμένος στην καλλιτεχνική του απόγνωση, παίρνει και μια ανάσα... 
Δεν προλαβαίνει όμως να χαρεί και πέφτει στο κρεβάτι βαριά άρρωστος, από την αναιμία. Φεύγει για το Λιβόρνο και θα είναι η τελευταία φορά. Φτιάχνει καινούργια γλυπτά... κι όταν ρωτάει τους παλιούς του φίλους που θα μπορεί "να ακουμπήσει" όλα αυτά τα γλυπτά, οι αγαπημένοι φίλοι του του προτείνουν... "να τα πετάξει στο νερό στο κανάλι των Ολλανδών!". 

Τα έργα που σώζονται είναι ελάχιστα, τα περισσότερα τα κατάστρεψε ο ίδιος... 
Όσα όμως σώθηκαν όμως είναι θαυμάσια ! Επηρεάστηκε από την πρωτόγονη τέχνη της Αφρικής και της Καμπότζης. Αν και μια σειρά γλυπτών του εκτέθηκε στο Φθινωπορινό Σαλόνι του 1912, εγκατέλειψε ξαφνικά τη γλυπτική και στράφηκε πλήρως στη ζωγραφική. Ο Μοντιλιάνι δεν έγινε ευρέως γνωστός ως γλύπτης. 
Ξανά στο Παρίσι, απογοητευμένος. Για να εξασφαλίζει το αλκοόλ της ημέρας, έμπαινε σε ένα καφέ κρατώντας χαρτί και μολύβι, ζωγράφιζε επιτόπου τα σχέδια του και τα αντάλλασσε με μερικά ποτήρια κρασί. Κλεισμένος στο ατελιέ του συνεχίζει να ζωγραφίζει... και ερωτεύεται παράφορα την αγγλίδα ποιήτρια Μπίατρις Χέιστινγκς... και είναι αυτή που τον σπρώχνει ξανά στο ποτό και στα ναρκωτικά... και χαράζει το κρεβάτι της μια ακόμα φορά όπως συνήθιζε να κάνει όταν έριχνε έναν άντρα. 
Εκείνος την καταγγέλλει για ανθρωποφάγο: "Ήθελε μόνο να μου φάει τα αρ..... "


Με το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Μοντιλιάνι προσπάθησε να καταταγεί στον στρατό αλλά δεν στρατεύεται τελικά λόγω της επιβαρυμένης υγείας του.
Όλο το σύμπαν πολεμάει στα χαρακώματα του αυτού του Πολέμου και κείνος, "απαλλαγμένος", για λόγους υγείας ;

Πίνει όλο και περισσότερο. Βουτηγμένος στις τύψεις  επειδή δεν μπορεί να υπερασπιστεί μια πατρίδα, που έτσι κι αλλιώς δεν είναι δική του, προσπαθεί να εξιλεωθεί ζωγραφίζοντας μανιωδώς.

Συμμετέχει σε μερικές συλλογικές εκθέσεις και μια νεαρή από το Κεμπέκ που θα βρεθεί στο κρεβάτι του ισχυρίζεται πως κουβαλάει μέσα της το παιδί του... Ο Μοντιλιάνι δεν θα το αναγνωρίσει ποτέ.

Τα επόμενα πέντε ίσως να είναι τα πιο παραγωγικά του χρόνια, από το 1915 έως το 1920, πάνω από τριακόσιοι πίνακες έχουν την υπογραφή του.

Τέσσερα χρόνια πριν πεθάνει θα δει για μια και μοναδική φορά τα έργα του να εκτίθενται στην γκαλερί Μπερτ Βέιλ, σε μια έκθεση που οργανώνει προς τιμήν του ο έμπορος τέχνης και θαυμαστής του Λέοπολντ Ζμπορόφσκι.

Στις 3 Δεκεμβρίου 1917, στην γκαλερί Berthe Weill έγιναν τα εγκαίνια της πρώτης — και τελικά μοναδικής όσο ζούσε — ατομικής έκθεσής του. 
Τις αίθουσες της γκαλερί κοσμούσαν γυμνά μεγάλου μεγέθους κι ένα από αυτά τοποθετήθηκε στη βιτρίνα. Η έκθεση έλαβε μεγάλη δημοσιότητα και προκλήθηκε κοσμοσυρροή. Τα γυμνά πορτρέτα του, αναστατώνουν την κοινωνία του Παρισιού... Η αστυνομία λόγω του σκανδάλου που προκύπτει αναγκάζεται να απαγορεύσει την έκθεση.

Η αστυνομία θα απαιτήσει την αποκαθήλωση των γυμνών πορτραίτων επειδή προσβάλλουν τη δημοσία αιδώ, αλλά το σημαντικό είναι η επιδείνωση της υγείας του.
Το 1918, τέταρτη χρονιά του πολέμου, η ζωή έγινε πολύ δύσκολη στο Παρίσι λόγω της έλλειψης τροφίμων και ηλεκτροδότησης και του φόβου των αεροπορικών βομβαρδισμών. 
Άφραγκος και απελπισμένος. Οι δεκάδες επιστολές του στον πλούσιο φίλο του Ζμπορόφσκι είναι σχεδόν ίδιες...
"Στείλτε μου γρήγορα τα χρήματα...", "Έχω μείνει αδέκαρος...", '"Είμαι εντελώς απένταρος, βρίσκομαι σε τέλμα, καταλαβαίνετε...;", "Έλαβα τα πεντακόσια φράγκα σας ευχαριστώ...", "Ευχαριστώ για τα χρήματα...", Ευχαριστώ για τα πεντακόσια φράγκα και κυρίως ευχαριστώ για την προθυμία...".

Ο 33χρονος Μοντιλιάνι αποφάσισε να φύγει μαζί με τη νέα του αγαπημένη, τη 19χρονη σπουδάστρια τέχνης Ζαν Εμπιτέρν (Jeanne Hébuterne). 
Στο λαμπερό φως της Κυανής Ακτής, όπου κατέφυγαν, ο Μοντιλιάνι ζωγράφισε τους πιο δημοφιλείς και ακριβοπληρωμένους πίνακές του. Τα τελευταία δύο χρόνια της ζωής του ο ζωγράφος έφτιαξε 25 πορτρέτα της ντροπαλής, μελαγχολικής και πανέμορφης Ζαν.

Η οικογένεια της Ζαν ήταν καθολική και πολύ συντηρητικοί άνθρωποι. Αντιμετώπιζαν τον Εβραίο και τυχοδιώκτη Μοντιλιάνι, ως έναν απένταρο μεθύστακα, που θα παρέσυρε την κόρη τους στην ακολασία της μποέμικης ζωής του Παρισιού. 

Η Ζαν δεν δυσκολεύτηκε καθόλου να πάρει την απόφασή της. Έφυγε απ’ το σπίτι της, για να ζήσει τον απόλυτο έρωτα, όπως ένιωθε πως ήταν γι αυτήν... 

Στις 29 Νοεμβρίου 1918 η Ζαν γεννάει την κόρη τους, η οποία πήρε το όνομά της (1918-1984). Επιστρέφοντας στο Παρίσι δεσμεύεται γραπτώς -είναι 7 Ιουλίου 1919- ότι η κυρία Εμπιτέρν θα γίνει γυναίκα του.
Παρά τα αυστηρά ήθη της εποχής, το καλλιτεχνικό ζευγάρι δεν παντρεύεται ποτέ. Οι κακές γλώσσες ρωτάγανε πόσο να είχε πιει και ότι τέτοιες δεσμεύσεις δεν ίσχυαν από έναν τόσο ασταθή χαρακτήρα. Τίποτα από αυτά δεν είχε σημασία. Ο Μοντιλιάνι δεν πρόλαβε να παντρευτεί την αγαπημένη του Ζαν ούτε να αναγνωρίσει νόμιμα τον καρπό της σχέσης τους.

Η μεγάλη καλλιτεχνική επιτυχία των έργων του στο Λονδίνο έρχεται πάρα πολύ αργά.
Ο τελευταίος του πίνακας είναι η προσωπογραφία του Έλληνα μουσικού Μάριου Βάρβογλη και η τελευταία επιστολή που στέλνει έχει φυσικά παραλήπτη την μητέρα του.
"Αγαπητή μαμά, Σου στέλνω μια φωτογραφία. Λυπάμαι που δεν έχω φωτογραφία της κόρης μου. Σκέπτομαι ίσως για την άνοιξη, ένα ταξίδι στην Ιταλία"

Είναι άρρωστος και δουλεύει. Φιλάει τη γυναίκα του, ήρθε το τέλος. Το νιώθει, το λέει από μόνος του, δεν χρειάζεται να του πουν. Οι φίλοι του που έχουν μέρες να τον δουν έχουν ανησυχήσει...  Πηγαίνουν στο σπίτι του και τον βρίσκουν άρρωστο στο κρεβάτι, να παραληρεί απ’ τον υψηλό πυρετό....
Βράδυ Σαββάτου, ο Μοντιλιάνι τελειώνει την δύσκολη πορεία του, στο νοσοκομείο. Κατά την ώρα της μεταφοράς του μουρμουρίζει "Αγαπημένη Ιταλία..."

Ήταν 24 Ιανουαρίου του 1920, ο ζωγράφος που έλεγε «θα ήθελα η ζωή μου να ήταν σαν πλουσιοπάροχο ποτάμι που κυλάει χαρμόσυνα πάνω στη γη» πέθανε στο Παρίσι, σε ηλικία 36 ετών, από φυματιώδη μηνιγγίτιδα, στο νοσοκομείο Σαριτέ.
Κηδεύτηκε με την μεγαλοπρέπεια που του άξιζε, ως γνήσιος μεγαλοαστός. Στην κηδεία του στο Κοιμητήριο Περ Λασέζ (Père Lachaise) παρευρέθηκε ένα τεράστιο πλήθος κόσμου. Στον τάφο του, κάτω από τις ημερομηνίες γέννησης και θανάτου γράφει... "Ο θάνατος τον χτύπησε την στιγμή που κατακτούσε την δόξα".

Την επόμενη μέρα η σύντροφός του, Ζαν, αυτοκτόνησε πέφτοντας από το παράθυρο του του διαμερίσματός τους στον πέμπτο όροφο, μην αντέχοντας τον θάνατό του, ενώ είναι εννέα μηνών έγκυος στο δεύτερο παιδί τους. Έχει ζητήσει να την θάψουν δίπλα του, αλλά η τελευταία της επιθυμία δεν γίνεται πραγματικότητα, αφού η οικογένειά της θεωρούσε τον Μοντιλιάνι υπεύθυνο για τον θάνατο της κόρης τους, γι’ αυτό και η Ζαν ενταφιάστηκε σε διαφορετικό νεκροταφείο από τον Εβραίο σύντροφό της...

Ένας από τους πιο αγαπημένους φίλους του Μοντιλιάνι έγραψε πως σε μια από τις τελευταίες του νύχτες, πριν πεθάνει, ο ζωγράφος θέλησε να βγει μια βόλτα στο χειμερινό Παρίσι, διαισθανομένος ίσως πως θα είναι η τελευταία του. 
Στα Παρισινά σοκάκια, η παρέα ήπιε, μέθυσε και υπό την απειλή μιας φοβερής καταιγίδας που πλησίαζε, ο αγέρας είχε αρχίσει κιόλας να λυσσομανάει, αποφάσισαν να περάσουν το βράδυ τους στο σπίτι ενός από την παρέα για να συνεχίσουν το πιόμα και το γλέντι. Καθώς όμως έφτασαν στην είσοδο του σπιτιού, ο Μοντιλιάνι αρνήθηκε να ανεβεί. Κάθισε εκεί στο πεζοδρόμιο, στην παγωνιά, μέχρι τα μεσάνυχτα και ξάφνου άρχισε να παραληρεί και να βρίζει οργισμένος. Τα είχε βάλει με το κόσμο όλο, μα πιο πολύ με τους φίλους του που είχαν αρνηθεί να τον συντροφεύσουν σε εκείνο το παράξενο ξενύχτι του στο παγκάκι. Κι εκείνη τη νύχτα Μάταια τον παρακαλούσαν να πάει μαζί τους. Έμεινε εκεί ολομόναχος, στην παγωνιά, και ο φίλος αυτός, που διηγείται την ιστορία, έγραψε πως το μοναδικό πράγμα που έβγαινε από το στόμα του καθόλη την διάρκεια αυτού του μοναχικού του παραληρήματος ήταν η φράση "Όχι φίλους, δεν θέλω φίλους".

________________________________________________________________________
Διάβασε περισσότερα για Μοντιλιάνι


   ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

* Ιμπρεσιονισμός
Αναπτύχθηκε γύρω στα 1870, στη Γαλλία και προέρχεται από τη λέξη “Impressionism” που σημαίνει “εντύπωση”. Χαρακτηρίζει την καμπή στη ζωγραφική και την μετάβαση από το αντικειμενικό στο υποκειμενικό. Ο καλλιτέχνης αποτυπώνει υποκειμενικά το θέμα, σύμφωνα με την εντύπωση που του προκαλεί εκείνη τη στιγμή. Κύρια χαρακτηριστικά του ιμπρεσιονισμού είναι τα ζωντανά χρώματα, κυρίως με χρήση των βασικών χρωμάτων, έμφαση στην αναπαράσταση του φωτός, μικρές και συχνά εμφανείς πινελιές, σπάνια χρήση του μαύρου χρώματος και για πρώτη φορά η ζωγραφική σε ανοιχτούς χώρους (en plein air), γεγονός που ευνοήθηκε από την ανακάλυψη των προ-επεξεργασμένων χρωμάτων. Από τους κύριους εκφραστές είναι: Corot, Monet, Sisley, Renoir, Pissarro, Hokusai, Gustave Caillebotte, Toulouse-Lautrec


* Ντιβιζιονισμός ή Πουαντιγισμός
Καλλιτεχνικό ρεύμα που ξεκίνησε γύρω στα 1885, στη Γαλλία, από το ζωγράφο Seurat ο οποίος θέλησε να μελετήσει το χρώμα και εφαρμόσει επιστημονικά τον ιμπρεσιονισμό. Δημιούργησε ένα είδος ζωγραφικής με το οποίο μικρές κουκίδες καθαρού χρώματος αναμειγνύονται για να δώσουν ένα συγκεκριμένο χρώμα, π.χ. κουκίδες κίτρινου και μπλε δίνουν πράσινο χρώμα. Από τους κύριους εκφραστές είναι: Georges Seurat, Paul Signac

* Κυβισμός
Αναπτύχθηκε λίγο πριν το 1910 στο Παρίσι. Οι ζωγράφοι προσπαθούσαν να αποτυπώσουν απόψεις του θέματος από διαφορετικές γωνίες, με διαιρέσεις και επανασυνθέσεις αντικειμένων σε πιο αφηρημένες μορφές. Είναι από τα πιο δυσνόητα έργα και χρειάζεται εμπειρία και προσοχή για να αξιολογηθούν.
Από τους κύριους εκφραστές είναι: Georges Braque, Pablo Picasso

* Φωβισμός
Εμφανίστηκε γύρω στο 1905 στη Γαλλία και είχε πολύ μικρή διάρκεια ζωής. Η έννοια φωβισμός προέρχεται από τη γαλλική λέξη “fauve” που σημαίνει αγρίμι και δεν θα πρέπει να συγχέεται με την ελληνική λέξη “φόβος”. Η ονομασία δόθηκε σε μια ομάδα καλλιτεχνών της εποχής που ζωγράφιζαν με μια αγριότητα. Τα έργα χαρακτηρίζονται από την απλότητα στις μορφές και στα έντονα χρώματα που απλώνονται πλακάτα, με ελεύθερη πινελιά στον καμβά. Συνθέσεις συχνά με έντονα περιγράμματα και έλλειψη προοπτικής. 
Από τους κύριους εκφραστές είναι: Matisse, Derain
____________________________________________________________
Οι σημειώσεις για τα ρεύματα στη ζωγραφική είναι από www.krionas.com/



  Scholeio.com  

Τζένινγκς, Τα αγκυροβολημένα πλοία δυνάμωναν τη μουσική...





....να μη ακούγεται ο "συνωστισμός" της σφαγής στο λιμάνι

Σμύρνη... Σημαντικό λιμάνι της Μεσογείου, μια σύγχρονη "προχωρημένη", ανεκτική, μεγαλούπολη στις ακτές της Μικράς Ασίας. Ίσως η πιο μαρτυρική πόλη... Του ίσως πιο άδικου, στην ιστορία του ελληνισμού, δράματος. Καλοκαίρι το '22.



Σεπτέμβριος του 1922. 

Από τις προκυμαίες φεύγουν βάρκες γεμάτες με Έλληνες και Αρμένιους πρόσφυγες, κατευθύνονται προς τα ξένα πλοία που παρέμεναν να υπερασπιστούν, μόνο, τους συμπατριώτες τους... 
Οι διαταγές ήταν αυστηρές:
"Δεν δεχόσαστε κανένα παρά μόνο της δικής σας εθνικότητας".

Τις ίδιες διατάγες είχαν Αμερικάνοι, Γάλλοι, Άγγλοι...  αρνούμενοι να δεχτούν τους ντόπιους, φοβούμενοι ότι θα προσβάλουν του Τούρκους. 

Όσες βάρκες προσαράζουν στα βρετανικά πολεμικά πλοία και προσπαθούσαν να δέσουν, οι ναύτες εκτελώντας διαταγές κόβουν τα σκοινιά... Τα φορτωμένα μικρά πλεούμενα καταποντίζονταν, κάποιοι καταφέρνουν και γραπώνονται προσπαθώντας ν' ανεβούν... 
Ζεματίζονται όμως από τους Άγγλους συμμάχους με καυτό νερό, άλλοι που είχαν ξεμείνει και περίμεναν με προσμονή στη προκυμαία, σπρώχνονταν... στο νερό, άλλοι αυτοκτονούν, πνίγονται μόνοι τους.
Αυτοί που κατάφερναν να πλησιάσουν τα Ιταλικά πλοία ήταν οι τυχεροί, γιατί φαίνεται πως οι Ιταλοί ναύτες είχαν άλλες διαταγές και δέχονταν στα πλοία όσους κατάφερναν να πλησιάσουν.
Οι Γάλλοι πάλι έπρεπε να ακούσουν στη γλώσσα τους, έστω και δύσκολο ν' αναγνωριστεί από την κακή προφορά, να λένε... "Είμαι Γάλλος, όλα μου τα χαρτιά κάηκαν".


Μ' ένα μικρό ταξίδι στο χρόνο, βρεθήκαμε στη θάλασσα της Σμύρνης... 
την 13η Σεπτεμβρίου του 1922. 

Έχει προηγηθεί η αποχώρηση του Ελληνικού στρατού από την πόλη στις 8 Σεπτεμβρίου του '22 και η είσοδος των Τούρκων. 
Πογκρόμ, ληστείες, άγριοι βιασμοί, δολοφονίες... και από ντόπιους Μουσουλμάνους, ειρηνικούς γείτονες μέχρι χτες. 

Η βολική φωτιά που ξεκίνησε και που κατευθύνθηκε, "τυχαία" με εύφλεκτα υλικά, προς τις χριστιανικές συνοικίες... οδήγησε σ' αυτόν τον περίφημο "συνωστισμό στην προκυμαία της Σμύρνης", όπως επιβλήθηκε τα τελευταία χρόνια να είναι η επίσημη περιγραφή στα βιβλία της σχολικής ιστορίας. Οι Τούρκοι περικύκλωσαν την παραλία...

Προδομένοι όχι μόνο από τους ξένους (συμμάχους), αλλά και το χειρότερο από τους Έλληνες," τους δικούς τους",  όσοι τελικά σώθηκαν, το χρωστούν στην ανθρωπιστική παρέμβαση ενός Αμερικανού ανθρωπιστή. Ο Εϊζα Τζένινγκς "μεσολάβησε" και... 
Ύστερα από δύο μέρες χιλιάδες πρόσφυγες βρήκαν καταφύγιο στα "πλοία της Συμπόνοιας" για να καταλήξουν στην Ελλάδα. 


Πόσοι γνωρίζουν για τον Εϊζα Τζένινγκς; Λίγοι... Μπορεί και κανείς!
Στο λιμάνι τα αμερικάνικα αγκυροβολημένα πλοία στρέφουν τις μπάντες τους προς την προκυμαία... Δεν άντεχαν ν' ακούνε τον κόσμο να σφάζεται.

Όμως ο Νεοϋορκέζος Τζένιγκνς που μόλις λίγες μέρες πριν την καταστροφή βρέθηκε στην πόλη, να εργάζεται ως γραμματέας της YMCA* (Χριστιανική ένωση των νέων ανθρώπων)... δεν πιστεύει ότι "τίποτα δεν μπορεί να γίνει", ούτε ξεχώριζε τους ανθρώπους ανάλογα με το Θεό που πιστεύουν.

Όταν ο ελληνικός στρατός πήρε οδηγίες να οπισθοχωρήσει και εγκατέλειψε τη Σμύρνη, ο Τζένινγκς οργάνωσε επιτροπή Σωτηρίας και παρείχε ανθρωπιστική βοήθεια στον πληθυσμό. 
Καθοριστική ήταν η επίσκεψη του στο τουρκικό στρατόπεδο για να συναντήσει τον Κεμάλ. 
Όλα πήγαν καλά και κατάφερε να του υποσχεθεί προθεσμία 7 ημερών... Στη συνέχεια πήρε επιπλέον 4 μέρες που ήταν απαραίτητες για την τόσο μεγάλη επιχείρηση διάσωσης των προσφύγων. Άνδρες 17 έως 45 ετών κρατήθηκαν σε στρατόπεδα εργασίας προκειμένου να επανορθώσουν τις ζημιές που προκάλεσε η ελληνική εκστρατεία. 
Ύστερα θα ξεκινούσαν οι Τούρκοι και οι εκτοπίσεις στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας όσων προσφύγων δεν είχαν μπορέσει να φύγουν.

Χρησιμοποιώντας ότι μέσον μπορείτε να φανταστείτε, έσωσε 350 χιλιάδες ψυχές. Ένας αριθμός εντυπωσιακός.
Καταφέρνει τον πλοίαρχο ενός πλοίου να μεταφέρει όσους μπορούσε. Έναν άλλο, τον πλήρωσε με δικά του χρήματα. Μετά βρίσκεται στη Μυτιλήνη όπου εξεβίασε... (δεν είναι λάθος) την Ελληνική κυβέρνηση που δεσμεύονταν, προφανώς υπήρχαν εντολές, υποχρεώνοντάς την να σώσει κόσμο (Έλληνες) που παρέμεναν αποκλεισμένοι στην κατεστραμμένη Σμύρνη. Με την δική του παρέμβαση στέλνονται Ελληνικά πλοία στην χαμένη πόλη και μαζεύουν σταδιακά όλους τους πρόσφυγες.
Μάλιστα Ο θρύλος λέει πως το τελευταίο πλοίο με μικρασιάτες πρόσφυγες απέπλευσε από την Σμύρνη 6 ώρες πριν λήξει η προθεσμία που ο Έιζα είχε πάρει από τον Κεμάλ.




Απορίες γεννά η καταγραφή των γεγονότων από τον εγγονό του Ρότζερ Τζένινγκς:

     [...]  
   "Κατάφερε να του δοθεί από το πολεμικό ναυτικό των ΗΠΑ, μια βάρκα με πηδαλιούχο
     που θα τον βοηθούσε αν το συνεδίαζε με ένα άδειο αγκυροβολημένο γαλλικό πλοίο 
     που είχε άφθονο χώρο, να μεταφέρει κόσμο σε κοντινό ελληνικό νησί. 
     Ο Γάλλος καπετάνιος όμως δεν ήθελε να εμπλακεί και απέπλευσε κρατώντας πεισματικά 
     το πλοίο του άδειο. Λίγο μακρύτερα ένα ιταλικό πλοίο συμφωνεί να αναλάβει 2.000 
     άτομα με αμοιβή που έπρεπε να δοθεί προκαταβολικά ! Ο Έιζα θεωρεί το τίμημα 
     ρεαλιστικό και συμφωνεί... 
     Στη συνέχεια όμως το ποσό αυξάνεται γιατί όπως ισχυρίστηκε ο Ιταλός καπετάνιος 
     είχε πληροφορίες ότι οι Έλληνες δεν θ' άφηναν τους πρόσφυγες ν' αποβιβαστούν. 
     Ο Τζένινγκς επιβιβάστηκε στο πλοίο αναλαμβάνοντας την ευθύνη...
     Στη Μυτιλήνη δεν υπήρξε κανένα πρόβλημα στην αποβίβαση, όμως το λιμάνι είχε
     αγκυροβολημένα πλοία και η πόλη ήταν γεμάτη στρατιώτες... 
     Ο πάστορας όπως ήταν φυσικό ζήτησε, από το έλληνα στρατηγό Φράγκου, πλοία για 
     την απομάκρυνση των προσφύγων από τη Σμύρνη. Τα επιχειρήματά του, η συμφωνία 
     με τον Κεμάλ για"ασφαλή διέλευση" και η διαβεβαίωση του ναυτικού των ΗΠΑ για την 
     προστασία των ελληνικών εμπορικών πλοίων, δεν ήταν αρκετά δυνατά φαίνεται, για 
     τον έλληνα στρατηγό, που αρνούμενος  επανειλημμένως, έκανε τον Τζένινγκς να απορεί
     για αυτόν τον Έλληνα που ήταν απρόθυμος να σώσει 300.00 από τους συμπατριώτες 
     του.  
     Ο Έιζα, αγνοώντας βέβαια ότι ο στρατηγός ήταν μέλος μιας ομάδας Ελλήνων
     αξιωματικών που σχεδίαζαν πραξικόπημα εναντίον της ελληνικής κυβέρνησης επομένως 
     χρειάζονταν τα πλοία, είχε εξαγριωθεί με τον στρατηγό...  
     Οργισμένος βλέποντας το θωρηκτό Κιλκίς να μπαίνει στο λιμάνι εκείνο το πρωί, ζητάει
     από τον καπετάνιο του Θεοφανίδη, να τον βοηθήσει. Επικοινωνεί με τον Έλληνα 
     πρωθυπουργό με κωδικοποιημένα μηνύματα από τον ασύρματο του πλοίου για ασφάλεια 
     και πρόθυμα τα μεταφράζει ο Θεοφανίδης αδιαφορώντας αν ανώτερος αξιωματικός 
     είχε απορρίψει τον πάστορα και το αίτημά του.
     Με το "ο Πρωθυπουργός κοιμάται"... και την προσπάθεια να συγκεντρωθούν οι υπουργοί 
     για συμβούλιο, του ροκάνιζαν το πολύτιμο περιθώριο των επτά ημερών που είχε 
     εξασφαλίσει... Κάποια στιγμή ήρθε η πολυπόθητη απάντηση και ήταν αρνητική. 

     "Τα πλοία δεν θα μπορούσαν να πάνε στη Σμύρνη"

     Φοβόντουσαν ότι οι τούρκοι θα έπιαναν τα πλοία και στη συνέχεια θα εισέβαλαν στα 
     ελληνικά νησιά.
     Ο Έιζα είναι έξαλλος πια... 
     Με τελεσίγραφο ενημερώνει ότι τα επόμενα μήνυματά του δεν θα είναι σε κώδικα... 
     Θα είναι ανοικτά έτσι ώστε να μάθει όλος ο κόσμος ότι η ελληνική κυβέρνηση επέτρεψε
     στους τούρκους να σκοτώσουν 300.000 Έλληνες πολίτες... 
     Και ώ του θαύματος, όλα τα ελληνικά πλοία τίθενται υπό τον Έιζα καθιστώντας τον
     προσωπικά υπεύθυνο για κάθε πλοίο που θα χανόταν. 

      Η είδηση της επίταξης δεν άρεσε πολύ στους καπετάνιους των εμπορικών πλοίων, που
      προφασίζονταν βλάβες για να εξαιρεθούν. Ο Θεοφανίδης τους ανεβάζει στο θωρηκτό, 
      με πρωτοβουλία του, και χρησιμοποιεί οποιοδήποτε ακόμα και αθέμιτο μέσο, 
      προκειμένου να έχει αποτέλεσμα. Τους διαβεβαιώνει ότι τους μιλάει εκ μέρους των
      Ξένων Δυνάμεων αφού είναι αντιπρόσωπός τους (αυτό είναι ψέμα) και απειλεί με 
      στρατοδικείο όποιων τα πλοία δεν είναι έτοιμα να αποχωρίσουν τα μεσάνυχτα..."

Αυξάνοντας σε 11 τις μέρες που είχε στη διάθεσή του, από τους Τούρκους ο Τζένινγκς κατάφερε να σώσει 350.000 ανθρώπους. Πλοία προστέθηκαν από την ελληνική κυβέρνηση, αυξάνοντας τελικά τα προς βοήθεια πλοία σε 55. 
Τα πλοία του αμερικάνικου και αγγλικού στόλου, τώρα αλλάζουν γνώμη και αρχίζουν να μεταφέρουν κι αυτά κόσμο... μέχρι τα τέλη του Οκτώβριου συνολικά άλλες 200.000 άνθρωποι εγκαταλείπουν την Τουρκία.

Ο πατριάρχης της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας αναφέρει ότι 1.250.000 άνθρωποι απομακρύνθηκαν με ασφάλεια, σ' αυτή την εξαιρετικα επιτυχημένη επιχείρηση διάσωσης. 
Η ελληνική κυβέρνηση αναγνωρίζοντας την δύναμη, την προσφορά και την αποδοχή που είχε κερδίσει από τους τον Κεμάλ και την Τούρκικη κυβέρνηση τον διορίζουν ως διπλωμάτη με ειδική αποστολή τον επαναπατρισμό αιχμαλώτων πολέμου στην συνθήκη της Λωζάννης.

Ο Asa K. Jennings στα 22 είχε περάσει μια ασθένεια που του είχε αφήσει μια άσχημη καμπούρα, τον είχε συρρικνώσει σε ύψος 1,60 και τον είχε καταστήσει φιλάσθενο. 
Δεν πτοήθηκε, προχώρησε. Αυτός ο ασθενικός, ο τόσο ευάλωτος για τους γύρω του και συγχρόνως τόσο δυνατός αγωνιστής, βγήκε νικητής, είχε κερδίσει τη μεγαλύτερη μάχη της ζωής του.  Ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα της μοίρας, και σήμερα εκατομμύρια άνθρωποι, οι απόγονοι όσων έσωσε, ζουν χάρη σε αυτόν.
_______________________________________



* Άσα Τζένινγκς, (Asa Kent Jennings, γεν. 1877 σε Upstate, Νέα Υόρκη, ΗΠΑ – απεβ. 1933).
Αμερικανός μεθοδιστής Πάστορας και μέλος της Χριστιανικής Αδελφότητας Νέων (Y.M.C.A. – Young Men’s Christian Association) Παρά τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε από πολύ νέος, καθώς στα 28 του χρόνια προσβλήθηκε από μια σπανιότατη νόσο (φυματίωση στη σπονδυλική στήλη) υπήρξε δραστήριος άνθρωπος με πολλαπλή κοινωνική δράση.
Το αποκορύφωμα της προσφοράς του ήταν η διάσωση πέραν των 500.000 προσφύγων από τη Σμύρνη μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, όταν με αποκλειστικά δικές του πρωτοβουλίες πέτυχε να ηγηθεί μιας τεράστιας προσπάθειας διάσωσης αμάχων, γεγονός που του χάρισε τον άτυπο τίτλο του «ναυάρχου» του ελληνικού στόλου (55 πλοίων).
 Για το επίτευγμά του αυτό τιμήθηκε με τις κορυφαίες διακρίσεις του Ελληνικού Κράτους, το Σταυρός του Τάγματος του Σωτήρος και το Μετάλλιο Στρατιωτικής Αξίας που είναι το υψηλότερο στρατιωτικό παράσημο.
* YMCA, Young Men's Christian Association, Χριστιανική ένωση των νέων ανθρώπων. Μια οικουμενική οργάνωση για να προσφέρει στον άνθρωπο, βασισμένη στις Χριστιανικές αξίες και διδασκαλία.  Ιδρύθηκε στο Λονδίνο, 6 Ιουνίου 1844 από τον Sir George Williams (1821-1905) και μια ομάδα ομοϊδεατών Εβαγγελικών Χριστιανών.
Πολλά κολλέγια και πανεπιστήμια οφείλουν τη δημιουργία τους στο YMCA. 
. Κολλέγιο του Σπρίνγκφιλντ ιδρύθηκε το 1885 ως διεθνές σχολείο κατάρτισης για τους επαγγελματίες YMCA, ενώ το George Williams University- ένα από τα δύο σχολεία που έγιναν τελικά Πανεπιστήμιο.
. Πανεπιστήμιο της Βοστώνης άρχισε από ένα YMCA.
. Νυκτερινά σχολεία, Το YMCA καινοτόμησε στην παροχή εκπαιδευτικών ευκαιριών για τους ανθρώπους που είχαν περιορισμένο χρόνο λόγω πλήρους απασχόλησης. σιγά σιγά συμπεριλαμβάνουν στη δράση τους πολλά προγράμματα, όπως εναλλακτικό γυμνάσιο, ημερήσια φροντίδα, και θερινές κατασκηνώσεις.

  Scholeio.com  

Αξιοθαύμαστη η προσπάθεια όσων Ελλήνων επιμένουν στο "επιχειρείν με βάση την Ελλάδα"




«Χρειαζόταν θάρρος, θράσος, τρέλα και υποστήριξη από την οικογένεια για να σταθεί στα πόδια της η επιχείρηση.
Τα πρώτα χρόνια ήταν πέτρινα. Ήταν πολύ δύσκολο να περάσεις από το κομμάτι της έρευνας στην πράξη. Υπήρχε δυσπιστία για την πρώτη ιδέα...
τη δημιουργία ενός υλικού επίστρωσης για γυαλί, πλακίδια και επιφάνειες τσιμέντου».


Τα προϊόντα Νανοτεχνολογίας αποτελούν τη νέα επανάσταση με πρωτοποριακά υλικά στο χώρο της ιατρικής, των βιομηχανικών διεργασιών, των υλικών υψηλής αντοχής & ανθεκτικότητας, στην ενέργεια και το περιβάλλον.

Ακούγεται σχεδόν μαγικό, αλλά η επιστήμη της Νανοτεχνολογίας έχει δώσει τα απαραίτητα εργαλεία για τη δημιουργία ιδιαίτερων και λειτουργικών υλικών. 

Τα υλικά αυτά συχνά αποκαλούνται και "έξυπνα" καθώς ανταποκρίνονται σε εξωτερικούς παράγοντες. 
Ανάλογα με την εξωτερική μεταβολή, τα "έξυπνα" υλικά εμφανίζουν διαφορετικές μηχανικές, χημικές ή ηλεκτρικές ιδιότητες.
Το σύνθημα της NanoPhos είναι:
"Ρυθμίζουμε το Νανόκοσμο για να προσφέρουμε στο Μακρόκοσμο¨.
"Tune the nanoworld to serve the macroworld", ή απλούστερα τα νανοσωματίδια στην υπηρεσία των ανθρώπων.
   Η NanoPhos είναι η ελληνική εταιρία που εντυπωσίασε τον Μπιλ Γκέιτς με τα καινοτόμα προϊόντα της. και η οποία κάλλιστα μπορεί να αποτελέσει ένα από τα σύγχρονα παραδείγματα της ικανότητας των Ελλήνων όχι μόνο να επιβιώνουν στα δύσκολα, αλλά και να διακρίνονται.
Του Μηνά Τσαμόπουλου

   Η εταιρεία επένδυσε στη νανοτεχνολογία και έφτασε να βραβευθεί από τον Μπιλ Γκέιτς, ο οποίος έδειξε ενδιαφέρον γι' αυτήν. Η NanoPhos, λοιπόν, αξιοποιεί τα ευρήματα της νανοτεχνολογίας δημιουργώντας και εξάγοντας προϊόντα που κάνουν λειτουργικές και «έξυπνες» τις επιφάνειες στις οποίες εφαρμόζονται.
* Μία επίστρωση που κάνει τις επιφάνειες αυτοκαθαριζόμενες, αντιβακτηριαδιακές και αντιθαμβωτικές, χωρίς να τις αλλοιώνει. Ανάλογα με τις εξωτερικές συνθήκες, τα «έξυπνα» υλικά εμφανίζουν διαφορετικές μηχανικές, χημικές ή ηλεκτρικές ιδιότητες, ξεδιπλώνοντας ένα μεγάλο εύρος νέων επαναστατικών εφαρμογών για τον κλάδο της δόμησης και της κατασκευής.
   Ο Μολιέρος έγραψε: «Όσο μεγαλύτερο το εμπόδιο, τόσο μεγαλύτερη η δόξα στο ξεπέρασμά του»...
για να προσθέσει ο Όσκαρ Ουάιλντ: «Βρισκόμαστε όλοι στο λούκι, αλλά μερικοί από μας κοιτάζουμε τ' αστέρια». 

   H φράση τόσο του Γάλλου θεατρικού συγγραφέα όσο και αυτή του Ιρλανδού μυθιστοριογράφου και ποιητή αποτυπώνουν με τον πιο ανάγλυφο τρόπο τη γέννηση και την πορεία μιας καθ' όλα ελληνικής επιχείρησης, η οποία εν μέσω οικονομικής κρίσης έχει ανοίξει τα φτερά της και, παρά τις μεγάλες δυσκολίες, κατακτά τις ξένες απαιτητικές αγορές, από την Ανατολή έως τη Δύση με όπλο την καινοτομία, το ελληνικό πείσμα αλλά και το ελληνικό δαιμόνιο.

Η NanoPhos, βάζει τη νανοτεχνολογία και στη ναυτιλία... 
μέσω της NanoPhos Marine με προϊόντα θερμομονωτικά, ειδικά για εξειδικευμένες και έντονες συνθήκες, ενώ έφτιαξε και οικολογικά χρώματα βάσει της συγκεκριμένης τεχνολογίας, τα οποία δεν περιέχουν χαλκό, όπως απαιτούν οι κανονισμοί των ΗΠΑ για τα πλοία. Κανονισμοί οι οποίοι μέσω του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού (ΙΜΟ) θα αποκτήσουν παγκόσμια ισχύ και εφαρμογή.

   Η πολυβραβευμένη παγκοσμίως για την καινοτομία της NanoPhos αλλά και η NanoPhos Marine έχουν επεκταθεί σε 25 χώρες, ενώ το 80% της παραγωγής τους εξάγεται στο εξωτερικό. 
   Εξάγει προϊόντα σε χώρες μεταξύ των οποίων η Κίνα, η Ιαπωνία, η Μαλαισία, το Κατάρ, το Ντουμπάι, το Ομάν, η Σαουδική Αραβία, η Νορβηγία, η Ιταλία, η Ισπανία, η Πορτογαλία, η Αγγλία, η Ρουμανία, η Γερμανία, το Μεξικό, η Γουατεμάλα. Και όλα αυτά με έδρα την Ελλάδα και συγκεκριμένα το Λαύριο. Το επιστημονικό προσωπικό της εταιρείας (30 άτομα), όλοι Έλληνες, εκ των οποίων οι περισσότεροι είναι από το Λαύριο.
   Πως ξεκίνησαν όλα...

   Ένας νεαρός χημικός, πτυχιούχος του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, 
11 χρόνια πριν, ανακάλυψε το πρωτογενές υλικό για την «έξυπνη» επίστρωση των επιφανειών στο πλαίσιο της εργασίας του για το διδακτορικό του στον «Δημόκριτο». 
Ο δρ Ιωάννης Αραμπατζής, σήμερα διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, πιστεύει στην ιδέα του.  Δεν θέλει να μείνει στο ερευνητικό κομμάτι και αποφασίζει να ρισκάρει.
   Την ίδια χρονιά, μαζί με την ομάδα του που αποτελούνταν συνολικά από πέντε άτομα, παρουσίασε το υλικό του και βραβεύτηκε με το European Business Plan της χρονιάς. Πίστεψε ότι η εργασία του θα είχε απήχηση στις εταιρείες, αλλά και στα funds για χρηματοδότηση. Τελικά, όμως, οι χρηματοδότες του ήταν τα τρία «f», όπως με χιούμορ αποκαλύπτει: «Family, friends, fools», ήτοι η οικογένειά του, οι φίλοι του και οι «τρελοί» που πίστεψαν σε αυτόν και στην πορεία του χρόνου δικαιώθηκαν. Πατεντάρισε το προϊόν του σε Ελλάδα και εξωτερικό και η περιπέτεια άρχισε...

   «Τα πρώτα χρόνια ήταν πέτρινα. Ήταν πολύ δύσκολο να περάσεις από το κομμάτι της έρευνας στην πράξη. Υπήρχε δυσπιστία για το νέο προϊόν», θυμάται ο δρ Αραμπατζής και συνεχίζει: «Η πρώτη ιδέα ήταν η δημιουργία ενός υλικού επίστρωσης για γυαλί, πλακίδια και επιφάνειες τσιμέντου. Μετά περάσαμε σε προϊόντα πιο απλά στη χρήση, όπως καθαριστικά. Τα χρώματα είναι το τελευταίο μας άνοιγμα».
   Η μοναδικότητα του ελληνικού προϊόντος άρχισε να προσελκύει το ενδιαφέρον ξένων εταιρειών, οι οποίες προσέγγισαν για συνεργασία τον Έλληνα επιστήμονα. Εκείνος όμως επέλεξε να συνεχίσει να πορεύεται ανεξάρτητα... και ελληνικά.
Χρειάστηκε να περάσουν τρία δύσκολα χρόνια για να έρθει η πρώτη μεγάλη παραγγελία από το εξωτερικό και συγκεκριμένα από τη Νορβηγία. Εκεί υπήρχε μεγάλη ζήτηση για το «Do It Yourself - DIY» (φτιάξ' το μόνος σου). 

   Μοιάζει... καρμικό το ότι όπως ο ίδιος έφτιαξε μόνος του το υλικό, στην πορεία κατάφερε να κάνει τα πρώτα βήματα μέσω ανθρώπων που τους άρεσε να φτιάχνουν πράγματα μόνοι τους. «Ήταν πολύ δύσκολα τα πράγματα. Χρειαζόταν θάρρος, θράσος, τρέλα και υποστήριξη από την οικογένεια για να σταθεί στα πόδια της η επιχείρηση. Όμως ο Γιάννης το είχε στο DNA του και ταυτόχρονα είχε και την οικογενειακή υποστήριξη», επισημαίνει η κυρία Αναστασία Κοπανάκη, ένα από τα πέντε μέλη της αρχικής ομάδας και σύζυγος του ιδρυτή της εταιρείας. Σήμερα κατέχει τη θέση της υπεύθυνης στο εμπορικό κομμάτι που ασχολείται με τη ναυτιλία: «Είναι πολύ σημαντικό να πιστέψεις πρώτα ο ίδιος ότι το προϊόν σου είναι καλό και αντέχει στον ανταγωνισμό. Αν το πιστέψεις, τότε μπορείς να το μεταδώσεις και στον άλλον».
   Ωστόσο, παρά την επιτυχία ο δρόμος δεν έγινε ευκολοδιάβατος για τη NanoPhos: 
«Υπάρχει δυσπιστία απέναντι στα ελληνικά προϊόντα. Και αυτό μας πεισμώνει και μας κάνει να δουλεύουμε περισσότερο και με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα, με καινοτόμες ιδέες που μας διατηρούν ένα τουλάχιστον βήμα μπροστά από τους ανταγωνιστές μας», επισημαίνει ο δρ Αραμπατζής. 

«Εμείς προτάσσουμε την ποιότητα των προϊόντων μας, ενώ το ότι βρισκόμαστε στην Ε.Ε. μας δίνει κύρος. Θέλουμε να προσφέρουμε και όντως προσφέρουμε καλά προϊόντα και αποτελεσματικά. Γι' αυτό πείθουμε, εξάλλου, με τις έξυπνες λύσεις που δίνουμε. Και πιστέψτε με, είναι πολύ δύσκολο να πείσεις κάποιον μέσα σε ένα άκρως ανταγωνιστικό περιβάλλον». 
Όμως το επιχειρείν με βάση την Ελλάδα έχει δυσκολίες και αυτό κάνει αξιοθαύμαστη την προσπάθεια όσων Ελλήνων έχουν επιλέξει να δώσουν τον αγώνα τους έχοντας ως έδρα την πατρίδα: 

   «Είναι δύσκολο. Όταν έγινε το δημοψήφισμα, τον Ιούλιο του 2015, ο Γιάννης έφυγε αμέσως για να συναντήσει από κοντά τους αντιπροσώπους της εταιρείας και να τους πείσει ότι η NanoPhos συνεχίζει τη δραστηριότητά της και την παραγωγή της. Αυτή η δυσπιστία σήμερα διακρίνει και τους νέους πελάτες, αλλά με το δείγμα της δουλειάς μας καταφέρνουμε και την κάμπτουμε», δηλώνει η κυρία Κοπανάκη και προσθέτει: «Αντιμετωπίζουμε δυσκολίες στην εισαγωγή πρώτων υλών. Οι ξένοι οίκοι δυσπιστούν απέναντι στους Ελληνες και δεν πουλάνε εύκολα πρώτες ύλες. Χρειάζεται χρηματοδότηση. Σκεφτείτε ότι πληρώνουμε για τις πρώτες ύλες μέσα σε 30 ημέρες, ενώ οι πελάτες μας μάς πληρώνουν σε δυο-τρεις μήνες. Όμως τα καταφέρνουμε γιατί έχουμε μηδενικό δανεισμό. Διαφορετικά δεν θα μπορούσαμε να επεκταθούμε στη ναυτιλία».


   Άνοιγμα στη ναυτιλία

   Το 2014 έγινε το άνοιγμα στη ναυτιλία, τομέας με τον οποίο ασχολείται η κυρία Κοπανάκη: «Αρχικά κάναμε έρευνες για τα προϊόντα που χρειάζεται η ναυτιλία. Καταλήξαμε σε μία συλλογή με βάση τη νανοτεχνολογία. Θερμομόνωση, αντιρρυπαντικά χρώματα τα οποία δεν εμπεριέχουν χαλκό και είναι φιλικά στο περιβάλλον, όπως απαιτεί ο Διεθνής Ναυτιλιακός Οργανισμός, είναι αντισκουριακά και διαθέτουν στρώσεις με υλικό για επιφάνειες που εκτίθενται σε δύσκολες συνθήκες», επισημαίνει η κυρία Κοπανάκη. «Στο άνοιγμά μας αυτό μάς βοήθησε η HEMEXPO, όπως κάνει και για άλλες εταιρείες που είναι εκτός ναυτιλιακού κλάδου».


Η αρχή έγινε όταν τη NanoPhos εμπιστεύτηκαν ο καπετάν Παναγιώτης Τσάκος και ο αντιπρόεδρος της Tsakos Group, Βασίλης Παπαγεωργίου, που είναι από τους μπροστάρηδες στη στήριξη των ελληνικών προϊόντων στη ναυτιλία και στον εξοπλισμό των πλοίων με ελληνικά προϊόντα, τα οποία, να σημειωθεί, έχουν αρχίσει να γίνονται ανταγωνιστικά σε ποιότητα και τιμές. «Ήταν μία σημαντική εξέλιξη για εμάς γιατί μέχρι τότε δεν υπήρχε ελληνική εταιρεία που να έχει δώσει χρώματα σε πλοία της ποντοπόρου ναυτιλίας», τονίζει η κυρία Κοπανάκη.

Επίσης, από την ελληνική ακτοπλοΐα, και η Hellenic Seaways εμπιστεύτηκε τη νανοτεχνολογία της NanoPhos και ειδικότερα για την ανακατασκευή του «Νήσος Σάμος». Άνοιγμα στις ελληνικές εταιρείες που ασχολούνται με τον εξοπλισμό πλοίων κάνουν και οι πλοιοκτήτες Πέτρος Παππάς, Ιωάννης Αγγελικούσης, Συμεών Παληός, ο όμιλος Λάτση 
αλλά και η οικογένεια Μαρτίνου.


   Τα μεγάλα deals στην Κίνα

   Τον περασμένο Ιούλιο η NanoPhos A.E. υπέγραψε τέσσερις επιχειρηματικές συμφωνίες με εταιρείες κινεζικών συμφερόντων, στο πλαίσιο της πρόσφατης επίσκεψης του Έλληνα πρωθυπουργού στην Κίνα. Οι συμφωνίες περιλαμβάνουν τα πρωτοποριακά υλικά νανοτεχνολογίας SurfaShield, τα οποία, μετά την εφαρμογή τους, προσδίδουν αυτοκαθαριζόμενες, αντιβακτηριακές και αντιστατικές ιδιότητες.

   Οι εταιρείες GCL New Energy Holdings Ltd, Qingdao New Energy Solutions Inc (NESI) και Zhongli Talesun Solar Co. δεσμεύτηκαν για την εφαρμογή του SurfaShield G σε φωτοβολταϊκά στοιχεία, συνολικής ισχύος μεγαλύτερης των 3GW, μέχρι το τέλος του 2017. Πρόκειται για πρωτοπόρες εταιρείες στον χώρο τους. Η GCL είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός ημιαγωγών για φωτοβολταϊκά παγκοσμίως, η NESI εξειδικεύεται σε αγροτικές εφαρμογές φωτοβολταϊκών, ενώ η Zhongli Talesun αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους παραγωγούς φωτοβολταϊκών της Κίνας.

   Από την άλλη πλευρά, ο παγκόσμιος κολοσσός σε υπηρεσίες φιλοξενίας (ξενοδοχεία, θέρετρα, θεματικά πάρκα, κινηματογραφικές αίθουσες και παραγωγές) Dalian Wanda Group επέλεξε το SurfaShield C για την αποκατάσταση και βελτιστοποίηση της ποιότητας αέρα εσωτερικών χώρων (Indoor Air Quality) στα 80 πολυτελή ξενοδοχεία που διαθέτει στην Κίνα.
Η μοναδική τεχνολογία SurfaShield βασίζεται στο φωτοκαταλυτικό φαινόμενο νανοσωματιδίων τιτανίας (TiO2). 
Το SurfaShield ενεργοποιείται απλά από τo περιβάλλον φως και καθαρίζει ρύπους και βακτήρια που επικάθονται στην τροποποιημένη επιφάνεια. Δρα ασταμάτητα χωρίς να χρησιμοποιεί επικίνδυνα χημικά ή να αναλώνεται το ίδιο. Είναι μοναδική σύνθεση παγκοσμίως, η οποία «αγκυρώνει» στην επιφάνεια εφαρμογής, χωρίς να απαιτεί θερμική κατεργασία. 
Στην επιφάνεια των φωτοβολταϊκών στοιχείων αποτρέπει την επικάθιση ρύπων και σκόνης που «σκιάζουν» τον συλλέκτη και ταυτόχρονα βελτιώνει τη συλλογή φωτός σε συνθήκες χαμηλού, διάχυτου φωτισμού, όπως με συννεφιά ή νωρίς το πρωί ή αργά το απόγευμα.

Έχει αποδειχθεί στην πράξη ότι σε ετήσια βάση η εφαρμογή του SurfaShield αποφέρει επιπλέον παραγωγή ενέργειας και σχετικών εισοδημάτων, κατά 5%, σε σχέση με ένα συμβατικό φωτοβολταϊκό στοιχείο χωρίς επικάλυψη νανοτεχνολογίας. Το ποσοστό επιπλέον παραγόμενης ενέργειας είναι εγγυημένο σε βάθος δεκαετίας, ενώ η σχετική απόσβεση της επένδυσης είναι εξασφαλισμένη σε λιγότερο από 12 μήνες. Από την άλλη πλευρά, η μείωση των εσωτερικών αέριων ρύπων κατά 90% εντός τριών ημερών από την εφαρμογή του SurfaShield C αποτέλεσε το βασικό κριτήριο επιλογής υλικών από το Wanda Group.

«Η υπογραφή των συμφωνιών αποτελεί εθνική επιτυχία αν αναλογιστεί κανείς ότι για πρώτη φορά προϊόντα υψηλής (νανο)τεχνολογίας εξάγονται από την Ελλάδα σε μία χώρα υψηλών προοπτικών και μεγάλης έντασης γνώσης, όπως η Κίνα. Τα προϊόντα αναπτύχθηκαν αμιγώς από μία ελληνική εταιρεία και τους Ελληνες επιστήμονες που τη στελεχώνουν. Η προστιθέμενη αξία για την Ελλάδα αναμένεται να ξεπεράσει τα 10 εκατ. ευρώ εντός 18 μηνών από την υπογραφή της συμφωνίας», επισημαίνει ο δρ. Αμπατζής.

   Διεθνής οικογένεια«Πιστεύω ότι η χημική τεχνολογία δεν έχει φανερώσει ακόμη το μέγεθος των ωφελειών της στην καθημερινή ζωή μας και δεσμευόμαστε η NanoPhos να πρωταγωνιστήσει στον χώρο αυτό. Σε μία εποχή που η εξοικονόμηση ενέργειας πρωταγωνιστεί, μόνο μέσα από τη συνεχή ερευνητική αναζήτηση και την καινοτομία μπορεί μια επιχείρηση να αναπτυχθεί στο παγκόσμιο απαιτητικό περιβάλλον. Με συνεχείς και έντονες επενδύσεις σε έρευνα και ανάπτυξη αλλά πάντα με γνώμονα τις ανάγκες των πελατών της, η NanoPhos προσφέρει state of the art προϊόντα που εξοικονομούν χρόνο, χρήματα και ενέργεια. Και όλα αυτά με απλό και πολύ φιλικό στη χρήση τρόπο», καταλήγει ο δρ Αραμπατζής.
____________________________________________________


* οι φωτογραφίες είναι από τα:
__________________________ 
πηγή


  Scholeio.com  

Μαρία Κάλλας, Όταν οι άνθρωποι με βλέπουν σαν θεά, υποχρεώνομαι, να είμαι Θεά !''



Το κορίτσι που λάτρεψε το κόκκινο χρώμα, 
τις γαρδένιες και τον Αριστοτέλη Ωνάση

 Άραγε, τι σημασία έχει για τον Μύθο της Μαρίας Κάλλας αν η μητέρα της στα αλήθεια την ανάγκαζε να τρώει διακόσια πενήντα γραμμάρια τυρί κάθε μέρα στο πρωινό της για να διατηρεί τις φωνητικές της χορδές σε αρίστη κατάσταση;

   Φαίνεται πως οι βιογράφοι της δεν μπορούν να συμφωνήσουν ούτε σε αυτά που μπορούν εύκολα να αποδείξουν οι φωτογραφίες, όπως για παράδειγμα το πάχος των νεανικών της χρόνων. Θέλεις που η μυθολογία κερδίζει πάντα τις μάχες με τις αλήθειες (καθ' ότι οι αλήθειες είναι πάντα πληκτικές), θέλεις που με σοφία η ίδια δημιούργησε σύγχυση σε όλους όσους καταπιάστηκαν με την ζωή και το έργο της, το κορίτσι που λάτρεψε το κόκκινο χρώμα, τις γαρδένιες και τον Αριστοτέλη Ωνάση σμίλευε αργά και μεθοδικά τον μύθο της και μπήκε, από πολύ νωρίς κιόλας, στο πάνθεον των Ιερών τεράτων. 
   Ένα κορίτσι μπερδεμένο, λένε, και ας ξέρουμε πως το μόνο σίγουρο είναι πως γεννήθηκε σε μια μπερδεμένη εποχή.
   Μεσοπόλεμος. Ακόμη και με τα ονόματα της το περίπλοκο μοιάζει να έχει πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον από το ξεκάθαρο. Βαφτίστηκε Μαρία Καλογεροπούλου. Τα χρόνια που έζησε στην Αμερική την φωνάζουν Μαίρη. 
Στην Ελλάδα την φωνάζουν Μαριάννα. Στης επιστολές της στους φίλους της υπογράφει πάλι Μαίρη. Μύθος όμως θα γίνει ως Μαρία Κάλλας. 
   Τα επίσημα και ανεπίσημα ονόματα της φαίνεται πως αποτελούν το προσωπικό της καταφύγιο κάθε φορά που θα σπαράζεται στις προσωπικές ή στις δημόσιες σχέσεις της.
   Η μητέρα της είναι γόνος οικογένειας στρατιωτικών, τιμημένων δεόντως για τις προσφορές τους στην πατρίδα και ο πατέρας της είναι τέκνο αγροτών.
   Εξ αρχής, δύο κόσμοι, σχεδόν αντίπαλοι, αποτελούν τον ορίζοντα της ενηλικίωσης της. Και τίποτα δεν θα ήταν ''μοιραίο'' σε εκείνο τον καρτερικό γάμο αν στο σπίτι της Μαρίας, όπως και στα σπίτια σχεδόν όλων των μεγάλων δημιουργών, δεν κυβερνούσε μια γυναίκα, η μητέρα της, που πίσω της θα ωχριά η φιγούρα ενός απροσδόκητα υπομονετικού πατέρα. Οι συνθήκες ζωής στον Μελιγαλά της Πελοποννήσου λίγο πριν τον μεγάλο πόλεμο, τα όνειρα της αυστηρής μητέρας να καταξιωθεί κοινωνικά, αλλά κυρίως ο θάνατος του μικρού Βασίλη, του αδελφού της Μαρίας, αναγκάζουν την οικογένεια Καλογεροπούλου να φύγει για την Αμερική. Σύντομα γίνονται αναπόσπαστο κομμάτι του κοσμαγάπητου αμερικάνικου ονείρου.
   
   Τέσσερις μήνες μετά την άφιξη τους στην Αμερική γεννιέται η Μαρία. Η μητέρα Λίτσα θα ξεκινήσει με άγχος, πείσμα και καρτερικότητα να γυμνάζει την έτσι και αλλιώς ταλαντούχα κόρη της ώστε να γίνει το παιδί θαύμα του αιώνα της. Έχει συνειδητοποιήσει τις φωνητικές δυνατότητες της μικρής και δεν θέλει να χάσει καθόλου χρόνο. Βέβαια είναι πολύ νωρίς ακόμα για να καταλάβει η μικρή Μαρία πως στην πραγματικότητα προετοιμάζεται για να πραγματώσει τα κοινωνικά όνειρα της μητέρας της.
Έτσι ακριβώς όπως ποντάρουν στα άλογα κούρσας όσοι πιστεύουν πως έχουν την τύχη με το μέρος τους. Και από κείνα τα χρόνια, τα χρόνια μιας υπέρμετρα φιλόδοξης μητέρας, ενός τουλάχιστον σιωπηλού πατέρα και μιας Αμερικής που κεντάει όνειρα, ξεχωρίζει μόνο η μικρή Μαρία, δέκα χρόνων κιόλας, που δεν θέλει να νοιάζεται ούτε για το τραγούδι, ούτε για τις παρτιτούρες, ούτε για καμία από τις εξετάσεις, ούτε φυσικά για της τύχης τα γραμμένα, αλλά μονάχα για μια κούκλα, μια κούκλα που της την στερούν σαν να επρόκειτο για κακό σημάδι. Τα παιδιά θαύματα δεν έχουν δικαίωμα να έχουν παιδική ηλικία, ίσως να μην έχουν και δικαίωμα να έχουν καν ηλικία.
   Η μητέρα Λίτσα επιμελώς εποπτεύει το αυστηρό πρόγραμμα της Μαρίας. 
   Η μητέρα Λίτσα αποκαλεί ''βλάχο'' και ''ζώο'' τον σύζυγο της. Η μητέρα Λίτσα σπάει τους δίσκους του άντρα της με ελληνική παραδοσιακή μουσική και τους αντικαθιστά με όπερες.
   Η μητέρα Λίτσα, λοιπόν, θέλει να ξεχάσει οτιδήποτε δεν την φέρνει κοντά στην κοινωνική καταξίωση. Ο ακήρυχτος αυτός πόλεμος δεν γίνεται μεταξύ Λίτσας και Γιώργου, δεν γίνεται καν μεταξύ όπερας και ελληνικής παραδοσιακής μουσικής. Αυτός ο πόλεμος χαρακωμάτων, πόλεμος νεύρων, γίνεται για χάρη της Μαρίας, γύρω από την Μαρία, ανάμεσα σε αυτό που η μητέρα Λίτσα ''ήταν'' με αυτό που ''θέλει να γίνει''. Ο Γιώργος ήθελε την ησυχία του στο μικρό του φαρμακείο στην Αστόρια, τι σχέση είχε εκείνος με τις παρτιτούρες και με τα κλειδιά του σολ. Η μητέρα Λίστα όμως ονειρευόταν από καιρό τα σαλόνια της υψηλής κοινωνίας και οι πέντε γραμμές στα μουσικά τετράδια της Μαρίας της έδειχναν κιόλας τον δρόμο που πρέπει να ακολουθήσει για να χτυπήσει τις σωστές πόρτες. Ο χρόνος λοιπόν περνούσε και το πάσο της για τις μεγάλες πόρτες ήταν, χωρίς δεύτερη κουβέντα, το πεντάγραμμο και η Μαρία. 
- «Πάντοτε αγωνίστηκα για να ζήσω σαν μια κανονική ανθρώπινη ύπαρξη αλλά είχα την ατυχία να περιτριγυρίζομαι από ανθρώπους που έκαναν τα πάντα για να με εμποδίσουν»

   Άραγε το αγαπούσε το τραγούδι η Μαρία ή μήπως της το επέβαλαν; Ίσως να μην έχει και σημασία αν κρίνουμε από την πορεία της. Η πατρότητα μιας ιδέας ανήκει σε αυτόν που θα την εφαρμόσει καλύτερα  και η Μαρία ήταν η Δημιουργός. Ακόμα και αν έχουν μια δόση αλήθειας αυτά που γράφουν οι βιογράφοι της, πως δηλαδή αν δεν υπήρχε η μητέρα Λίτσα για να ''κατασκευάσει'' αυτό το παιδί-θαύμα η Τέχνη θα είχε στερηθεί ένα από τα πιο λαμπρά και ταλαντούχα πλάσματα της, η Μαρία ήταν αυτή που ενσάρκωσε τις ηρωίδες, η Μαρία ήταν αυτή που ερμήνευσε, η Μαρία ήταν που μαρτύρησε, η Μαρία τελικά έγινε η Ντίβα.
   Η μικρή θα μείνει στην Αστόρια δεκατέσσερα ολόκληρα χρόνια, θα αλλάξει δέκα σπίτια και σαν πολεμικός ανταποκριτής θα γίνει μάρτυρας του άκαρδου οικογενειακού πολέμου. Είπαμε, η μαμά θέλει τα φώτα, ο μπαμπάς την ησυχία του. Το άλλοθι που λέγεται Μαρία είναι αδύναμο μπροστά στους τόσο διαφορετικούς κόσμους που εκπροσωπεί ο καθένας τους (και που αποτελούν το casus belli) και έτσι το ζεύγος Καλογεροπούλου θα χωρίσει την στιγμή ακριβώς που η μητέρα Λίτσα θα αντικατασταθεί στο κρεβάτι από την Αλεξάνδρα Παπαγιάννη. Οι συμβιβασμοί δεν άντεχαν για πιο κάτω και η μητέρα Λίτσα βρήκε επιτέλους το πάτημα που περίμενε πολλά χρόνια τώρα.
   Ο Γιώργος, ανακουφισμένος, εγκαταλείπει μια ζωή γεμάτη από τα άγχη και τις λαχτάρες του ''πρέπει να γίνουμε πρωταγωνιστές''. Ευχαριστεί τον θεό που τον λυπήθηκε και η μητέρα Λίτσα ετοιμάζει τους προϋπολογισμούς της για τα έξοδα σπουδών της Μαρίας στην Αθήνα. Η μικρή, στην εφηβεία της, ορφανή στην πραγματικότητα, επιστρέφει με την μητέρα της και την αδελφή της στην Ελλάδα έχοντας την βαλίτσα της γεμάτη βραβεία από τους διαγωνισμούς για τα νέα ταλέντα, αλλά εντελώς άδεια από παιδικές αναμνήσεις.  
   Τι είναι αυτό που φανερώνει τελικά την στόφα της Μαρίας να γίνει σταρ; 
Με γλαφυρότητα γράφονται περιγραφές για τις στιγμές εκείνες που λένε πως αναζητούσε απεγνωσμένα το δικαίωμα στην παιδικότητα, ζητώντας μια κούκλα ή ένα παγωτό. Ακούγεται τρομακτικός ο εγκλωβισμός της ανάμεσα σε δύο γονείς που πάσχιζαν να φέρουν ο ένας τον άλλον στα μέτρα του. Προκαλούσε ζήλια και έκπληξη ίσως, αυτή, η παχουλή και άσχημη πιτσιρίκα, που την είχαν όλοι ξοφλημένη, να κερδίζει όλα τα στοιχήματα, και αυτό με τη σειρά του να την πεισμώνει περισσότερο. Όταν έλεγε ''ήμουν πάντα και υπερβολικά ώριμη για την ηλικία μου και όχι πολύ ευτυχισμένη'', ήξερε κατά βάθος πως χρόνια μετά ο κόσμος θα προσκυνάει εκείνη και όχι την πανέμορφη αδελφή της. Ναι η μητέρα Λίτσα ήταν τύραννος, αλλά είχε ποντάρει στο σωστό άλογο.



''Μείναμε κατάπληκτοι από 
την εκπληκτική φωνή...''

   Οι μύθοι, έλεγε ο Καίσλερ, δημιουργούνται σαν τους κρυστάλλους και ακολουθούν τον δικό τους παλινδρομικό τύπο. Φτάνοντας στην Ελλάδα η Μαρία έχει συνειδητοποιήσει πια απόλυτα πως είναι ταγμένη στη μουσική. Αργότερα, με μια διάθεση να εξιλεώσει τις εμμονές της μητέρας της θα πει τη φράση 
''Η μητέρα μου ήθελε να γίνω τραγουδίστρια και ήμουν πολύ ευτυχισμένη να την υποστηρίξω αλλά υπό έναν όρο: ότι θα ήμουν ικανή να γίνω μια μέρα μια μεγάλη τραγουδίστρια. Δηλαδή ή όλα ή τίποτα''
   Γράφεται στο Εθνικό Ωδείο και οι πιο πολλοί γελούν. Τι μπορεί να καταφέρει ένα δεκατετράχρονο κορίτσι που απλώς μοιάζει και συμπεριφέρεται σαν δεκατετράχρονο; Μονάχα η Μαρία Τριβέλλα, η δασκάλα της, που παίζει πιάνο δίπλα της, βλέπει με ευθυκρισία το μέλλον. ''Μείναμε κατάπληκτοι από την εκπληκτική φωνή και ο Καλομοίρης πήρε αμέσως την Μαρία δωρεάν στο Ωδείο''
   Στο Ωδείο οι συμμαθητές της την αντιπαθούν επειδή θέλει συνεχώς να αυτοπροβάλλεται. Το όνομά της, αρχίζει να κυκλοφορεί συνοδευόμενο τις περισσότερες φορές από κακεντρεχή σχόλια. Την θάβουνε για να παρηγορηθούν για την ατυχία τους. Εκείνοι διδάσκονται αυτό που η Μαρία είχε χάρισμα: την εγγενή μουσική σοφία.
   Αν λοιπόν είναι αλήθεια πως ο κόσμος χρωστάει στους σταρ όσα ακριβώς χρειάζονται, τότε η Μαρία δεν διψάει τίποτα περισσότερο από την αναγνώριση. Και αν η φράση ''εγώ θα φτάσω ψηλά, θα μιλήσει ο κόσμος για μένα και αν χρειαστεί θα πατήσω επί πτωμάτων'', που ξεφώνισε θυμωμένη στην αδελφή της, μοιάζει να βγήκε από το στόμα μιας αριβίστριας ''σκύλας'', ίσως να μην είναι κάτι χειρότερο από τα όνειρα του κάθε ατάλαντου πτώματος που θέλει να κάνει καριέρα πατώντας επί πτωμάτων.
Η μητέρα Λίτσα φροντίζει ιδιαίτερα την εμφάνιση της αδελφής της Μαρίας και την προωθεί σε πλούσιους και ωραίους γαμπρούς, ενώ δείχνει να αδιαφορεί για το ταλαντούχο κορίτσι, που θα το έλεγες άσχημο, κακοβαλμένο, μέχρι και αποκρουστικό. Ναι η Μαρία δεν είναι όμορφη αλλά δεν κάνει και τίποτα να βελτιώσει την εικόνα της. Είναι άσχημη και κακοντυμένη γιατί έτσι πρέπει... Κανείς και τίποτα δεν έχει το δικαίωμα να την τραβήξει μακριά από τον μοναδικό της έρωτα, την μουσική, θα σκέφτεται η μαμά. Η απόφαση είχε παρθεί και ήταν οριστική και αμετάκλητη: προς το παρόν η Μαρία δεν είχε δικαίωμα να είναι γυναίκα, αλλά μόνο φιλόδοξη. στο κάτω κάτω είχε την φωνή της, τι να την κάνει την ομορφιά; Έτσι, για μια ακόμη μια φορά η ιστορία θα επιβεβαίωνε πως η μοίρα για κάθε υπερτροφικά φιλόδοξο είναι η ατροφική του καθημερινότητα.

   Στην πρώτη ημιεπίσημη εμφάνιση της στις επιδείξεις του Ωδείου η Μαρία παίζει Tosca και αποθεώνεται. Είτε το επιδιώκει είτε όχι συνεχίζει να ''χτίζει'' την εικόνα της σταρ τώρα και εκτός σκηνής. Είναι λιγομίλητη, σεμνή, απόμακρη, βγαίνει έξω σπάνια και μοιάζει να αρρωσταίνει όταν στις εμφανίσεις της στην σκηνή κάποιος από τους συμπρωταγωνιστές της τυχαίνει να εισπράττει περισσότερα χειροκροτήματα.
   Αν τα παιδικά χρόνια είναι αυτά που σημαδεύουν ανεξίτηλα την ζωή του ανθρώπου, τότε η Μαρία έχει κάθε λόγο να θεωρεί τον εαυτό της ''σημαδεμένο'', αν όχι ''καταραμένο''.
- «Ήμουν σαν ένα σφουγγάρι. Κι ακόμη είμαι. Αλλά εμείς τα σφουγγάρια έχουμε το μειονέκτημα να απορροφούμε τα πάντα, και τα καλά και τα κακά, κι αυτά τα τελευταία είναι δύσκολο να τα αποβάλεις στη συνέχεια. Κυρίως αν είναι ελαττώματα που ρίζωσαν βαθιά όταν ήταν κανείς νέος»
   Τα χρόνια περνούν, η οικογένεια της θα βρεθεί αντιμέτωπη με μια σοβαρή οικονομική κρίση, εκείνη θα τραγουδήσει σε δεκάδες διαγωνισμούς και σε ερασιτεχνικά ρεσιτάλ και θα περνάει τον καιρό της μελετώντας εξαντλητικά, πάντα κάτω από τις αφόρητες πιέσεις της μητέρας της, με την ελπίδα... κάποτε να θεσπιστούν νόμοι για την προστασία των ταλαντούχων παιδιών από τις καταπιεστικές μητέρες τους !
   Η Ισπανίδα δασκάλα της De Hidalgo θα ασκήσει μεγάλη επιρροή επάνω της. Μαζί της θα δουλέψει σκληρά για να βελτιώσει την φωνή της, αλλά όλοι συμφωνούν πως το μπαλάρισμα όσο και το πέρασμα από την μια φωνή στην άλλη, τα κατείχε η Μαρία πολύ πριν την αναλάβει η δασκάλα από την Ισπανία. 
   Την ώρα που οι Γερμανοί εισβάλλουν στην Ελλάδα υπογράφει το πρώτο της επαγγελματικό συμβόλαιο με την Λυρική Σκηνή. Το στρουμπουλό κορίτσι με τα μπιμπίκια, που είναι ακόμα αλλοδαπό και που θα πάρει την ελληνική ιθαγένεια μόλις το 1966, από μια ειρωνεία της τύχης, γνωρίζει την επιτυχία την ώρα που η Ελλάδα γονατίζει στους Γερμανούς. Ο μισθός της Λυρικής πληρώνει όλα τα έξοδα συντήρησης της οικογένειας, καθώς και τα όνειρα της μητέρας και της αδελφής της.
   Όσα φτηνά κουτσομπολιά και να έχουν γραφτεί για το πως την αποκαλούσαν οι φίλοι της, τα χρόνια εκείνα, κανένα δεν είναι πιο τρυφερό και πιο όμορφο από το ''χοντρο-Μαρία''. Αλήθειες, μύθοι ή υπερβολές, ''άγαρμπη'', ''ντουλάπα'' ή ''αλόγα'', όλα μοιάζουν να ειπώθηκαν σε μια άλλη ζωή ή για κάποιον άλλο, μοιάζουν να ειπώθηκαν επειδή ακριβώς προετοίμαζαν την εντυπωσιακή της μεταμόρφωση σε Ντίβα, σαν να χώριζαν τις δυο ζωές, σαν να έδιναν την έμφαση που είχε ανάγκη, το ερώτημα που γεννιέται στο ''μετά'': πως έγινε Θεά η χοντρομπαλού;
Την ώρα λοιπόν που οι Γερμανοί βομβαρδίζουν την Αθήνα και αφού την Τέχνη, ευτυχώς, δεν την αφανίζει καμία βόμβα, σε αντίθεση με τους ανθρώπους, εκείνη απαντάει με Tosca και Norma, ηρωίδες που θα γίνουν πασίγνωστες μονάχα δίπλα στο όνομά της.
   Φλερτάρει με έναν Άγγλο αξιωματικό και μετά την απελευθέρωση, στις 27 Δεκεμβρίου 1944, θα είναι παρούσα με τους υπόλοιπους Αθηναίους στην πλατεία Συντάγματος για να δει τον Τσόρτσιλ να χαιρετάει τα πλήθη χωρίς να φαντάζεται, πως θα μπορούσε άλλωστε να φανταστεί πως μερικά χρόνια αργότερα θα έπινε σαμπάνια μαζί του στο κότερο του Αριστοτέλη Ωνάση.


Η Κάλλας, δίπλα στον Ωνάση, υποβάλει 
τα σέβη της στον Τσόρτσιλ. Όρθιος ο Μενεγκίνι. 
Στην ένθετη φωτο (επάνω δεξιά), ο Σερ Ουίνστον 
στο τζιπάκι, που τον μετέφερε στις χερσαίες 
διαδρομές.

Το 1959 η "Χριστίνα" παρέπλεε τα ελληνικά νησιά, με φιλοξενούμενους του Ωνάση τον Ουίνστον Τσόρτσιλ και τη Μαρία Κάλλας, ο Σμυρνιός παρακίνησε την πριμαντόνα να σιγοτραγουδήσει την Κάστα Ντίβα. .  
Κι όταν ο γέρο Γουίνι στην πολυθρόνα του έβαλε την παλάμη στ' αυτί για ν' ακούσει καλύτερα, η Μαρία δυνάμωσε τη φωνή και οι κορώνες της χάιδεψαν, θάλεγες όλο το Αιγαίο.  
Μετά την άρια, η ανταμοιβή της ήτανε ν' αφήνει ο Πατέρας της Νίκης το ποτήρι με το ουίσκι και να της χαϊδεύει τα μαλλιά...  
Πολλές φορές, με το ηλιοβασίλεμα, συγκεντρωμένοι οι φιλοξενούμενοι στην πλώρη, ακούγανε από τον Τσόρτσιλ ιστορίες των Μπόερς και πειρατικά ανδραγαθήματα.  
Μα γρήγορα κουραζότανε ο γέρος κι άφηνε τους κουρσάρους του, για να πάρει το λόγο ο Ωνάσης.  
Ο Σμυρνιός είχε μανία με τις ιστορίες της Μικρασιατικής καταστροφής, ναυτικές ανταρσίες και κοντραμπατζήδες, αλλά κυρίως έπαιζε στα δάχτυλα του τις νικηφόρες ναυμαχίες των Ελλήνων από αρχαιοτάτων χρόνων ως τους Βαλκανικούς πολέμους.
του Δημήτρη Λυμπερόπουλου




Από την Λυρική Σκηνή στην Αμερική

   Εγκαταλείπει την χώρα. Δεν είναι η πρώτη και φυσικά δεν θα είναι η τελευταία μεγάλη Ελληνίδα που θα εγκαταλείψει την χώρα της για να ζήσει το μεγάλο όνειρο.
   Η Ελλάδα ρημάζεται τώρα από τον εμφύλιο και η εφημερίδα ''Βραδυνή'' πληροφορεί τους αναγνώστες της πως: ναχωρεί προσεχώς δι' Αμερικήν η υψίφωνος της Λυρικής Σκηνής Μαρία Καλογεροπούλου'

Η γραφειοκρατία της Λυρικής την έχει ήδη υποβιβάσει στην ιεραρχία, καθώς η χώρα αυτή έδειχνε ανέκαθεν ιδιαίτερο ζήλο στην προσήλωση στους τύπους. Όταν η ''χοντρό-Μαρία'' εγκαταλείπει την Ελλάδα, σύσσωμη η Λυρική Σκηνή την βρίζει για την προδοσία. 

* Αποκαλεί τους Έλληνες  ''ανθό κι΄αγκάθια της Γης'', σε μιά εξομολόγησή της. Ακόμα μιλάει για τη πείνα της στη κατοχή, για τη βουλιμία της μετά στο φαγητό, το χάσιμο 40 κιλών για να ανταποκριθεί στους ρόλους της.

Προδοσία όμως στην Τέχνη δεν είναι το ξεπούλημα, αλλά η φυγή του ανθρώπου προς τα μπροστά. Τα παιδιά θαύματα δεν υπηρέτησαν ποτέ κοινούς σκοπούς. Τα παιδιά θαύματα ανήκουν στον κόσμο ολόκληρο. 
Στην Αμερική είναι δύσκολα. Για δύο ολόκληρα χρόνια ψάχνει δουλειά. Δανείζεται λεφτά για να πάει στην Βερόνα και να δώσει κάποιες παραστάσεις. Όλα μοιάζουν πολύ δύσκολα, ακατόρθωτα στο δρόμο της, σαν να μπαίνουν σκοπίμως ανυπέρβλητα εμπόδια, για να προσδώσουν έτσι την απαραίτητη αίγλη στους άθλους της.
- «Για μένα η μουσική είναι το ωραιότερο πράγμα στον κόσμο• κι όταν κατορθώνεις να υπερβείς ορισμένες δυσκολίες με ένα τόσο εύθραυστο όργανο, όπως η φωνή, νιώθεις μια ικανοποίηση τόσο πηγαία που μοιάζει να αναδύεται μέσα από την ίδια την ψυχή σου»

Για πρώτη φορά βρισκόταν μακριά από την σκιά της μητέρας της

   Στην Βερόνα γνωρίζει τον πενηντατριάχρονο Μενεγκίνι ο οποίος είναι πλούσιος και λατρεύει την όπερα, αλλά είναι επίσης φαλακρός, κοντόχοντρος και τριάντα χρόνια μεγαλύτερος της. Ίσως την στιγμή που πρωτομίλησαν η Μαρία να μην σκέφτηκε τίποτα άλλο από την σοβαρή πιθανότητα να είχε τα φόντα, εκείνος ο τόσο λίγος άντρας, να γίνει για χάρη της μέντορας, προστάτης, καθοδηγητής και πάνω απ' όλα θαυμαστής της. Το πιο σημαντικό ίσως: για πρώτη φορά βρισκόταν κοντά σε έναν άντρα χωρίς την παρουσία ή την σκιά της μητέρας της.
   Θέλει να πείσει τους πάντες πως ερωτεύθηκε και πως δεν είναι μονάχα καλλιτέχνης, αλλά και άνθρωπος επίσης. Και αυτή η προσπάθεια μπορεί να είναι η πιο μεγάλη απόδειξη πως δεν της καίγεται καρφί για έναν άντρα που την πληρώνει για να τραγουδάει και που ακόμα και στις πιο προσωπικές του επιστολές την αντιμετωπίζει σαν την Ντίβα Μαρία Κάλλας. Ο Μενεγκίνι ήθελε περισσότερο από όλους, το σουξέ της, όχι την ίδια. Αυτό που αργότερα, κακώς, το χρέωσαν και στον Ωνάση.  
   Η Μαρία δεν έχει ακόμα την ευχέρεια να επιλέγει και όταν θα την έχει δεν θα υπάρχει επιλογή.
   Παντρεύεται τον Μενεγκίνι που αφοσιώνεται ολοκληρωτικά μονάχα στην καριέρα της δημιουργώντας γύρω της έναν απίστευτα ασφυκτικό κλοιό, από αυτούς που δημιουργούμε γύρω από ανθρώπους από τους οποίους κάτι κερδίζουμε από την λάμψη τους. Δεν πρόκειται να κλέψει κανείς την λάμψη της Μαρίας, μονάχα εκείνος. Είναι η εποχή που, τελειώνοντας τις παραστάσεις, είναι αναγκασμένη από το κοινό να κάνει δεκαέξι αυλαίες. Ο Μενεγκίνι διαχειρίζεται τα οικονομικά της, την αλληλογραφία της και βέβαια την αθανασία του. Έτσι, η ιστορία, πάνσοφη διαχειρίστρια αθάνατων και εφήμερων φιλοδοξιών, τον έχει καταγράψει μονάχα ως τον άντρα εκείνον που υπήρξε κάποτε ο σύζυγος της Μαρίας Κάλλας.



* Το 1954 η ζυγαριά της Κάλλας δείχνει μείον 30 κιλά. 

Το παχουλό κορίτσι μεταμορφώνεται σε μία εκθαμβωτική γυναίκα.


Είναι η απόλυτη ντίβα. 

Ντύνεται στα ατελιέ μεγάλων οίκων μόδας και η καριέρα της απογειώνεται. Τα βαρίδια του παρελθόντος φεύγουν ένα προς ένα. 

Η Σκάλα του Μιλάνου της κλείνει 7ετές αποκλειστικό συμβόλαιο.




Ο Έρωτας


Η καριέρα της προχωράει θριαμβευτικά, όμως εκείνη νιώθει την προσωπική της ζωή, συνεχώς να καταρρέει. ''Είναι τόσο κουραστικό να βρίσκομαι με ανθρώπους. Με βλέπουν όλοι σαν θεά και αυτό με υποχρεώνει να είμαι Θεά''. Αληθινό παράπονο ή μια χαριτωμένη προσπάθεια να διασκεδάσει τις εντυπώσεις των διαδόσεων; 


Η Κάλλας είναι στο Ηρώδειο. Τραγουδά το ''Χορό των Μεταμφιεσμένων''. Το 1957 η Μαρία θα γνωρίσει τον άνθρωπο που θα καθορίσει το υπόλοιπο της ζωής της. Το 1957 η Κάλλας γνωρίζει τον Αριστοτέλη Ωνάση στο πάρτι που δίνεται προς τιμήν της η Έλσα Μάξγουελ στη Βενετία. Αν η ιστορία επαναλαμβάνεται, τότε η πρώτη φορά είναι πάντα φάρσα και η δεύτερη πάντα τραγωδία.
- «Ήμουν τόσο καιρό κλεισμένη στο κλουβί ώστε, τη μέρα που συνάντησα τον Ωνάση και τους φίλους του, γεμάτους χάρη και ζωή, ένιωσα διαφορετική γυναίκα. Ζώντας με έναν άντρα πολύ πιο ηλικιωμένο από μένα, είχα πάθει κατάθλιψη κι είχα γεράσει πριν από την ώρα μου. Σήμερα είμαι επιτέλους φυσιολογική γυναίκα, ευτυχισμένη»
   Την ώρα που λέει στον σύζυγό της ''Είσαι ερωτευμένος με την Κάλλας. Ξεχνάς την ψυχή μου'', είναι σαν να αναζητάει επειγόντως κάποιον που θα αγαπήσει την Μαρία, όχι την λάμψη της. Η εικόνα της όμως, όπως σε κάθε τέτοια περίπτωση, είχε κερδίσει και η δυστυχία της Μαρίας ήταν να μείνει αιχμάλωτη για πάντα μέσα σε αυτή.
   Σε μια κρουαζιέρα στην Μεσόγειο, παρόντος του Μενεγκίνι που παραφυλάει την γυναίκα του σαν αρπαχτικό, η Μαρία κάνει έρωτα με τον Ωνάση και νιώθει να ανακαλύπτει επάνω του τον αληθινό άντρα που ποθούσε πάντα. Είναι τότε στο απόγειο της λάμψης της και ίσως να πέρασε από το μυαλό της πως ο Ωνάσης, που δεν είχε ανάγκη καμιάς λάμψης καθώς ήταν ήδη ο νούμερο ένα επιχειρηματίας στον κόσμο, θα μπορούσε να αγαπήσει την Μαρία και όχι την δόξα της.  

   Ο έρωτας τους είναι μεγάλος, σε ένα λαϊκό περιοδικό, θα περιγραφόταν ''μια μεγάλη καψούρα'', από εκείνες που έχουν και τις ζήλιες και τις υποσχέσεις και τις ανασφάλειες και τα ''θα σ' αγαπώ για πάντα''. 
Σίγουρα, προσβάλλουν την μυθολογία, όσοι προσπάθησαν να πουν κάτι διαφορετικό, όσοι έγραψαν  πως και ο Αριστοτέλης την πλησίασε επειδή επιδίωκε κυνικά την δημοσιότητα και την αποδοχή του από τον κόσμο της τέχνης ο οποίος τον σνόμπαρε και ίσως επειδή από πείσμα ήθελε να ρίξει στο κρεβάτι του μια διάσημη γυναίκα, απρόσιτη εκ πρώτης όψεως.
   Λίγο πριν τον επίσημο χωρισμό του με την Μαρία ο Μενεγκίνι καταριέται τον Ωνάση να μην βρει ποτέ γαλήνη. Ο Ιταλός απατημένος σύζυγος δεν κατάφερε να κρύψει εκείνο τον τρόμο που σε κυριεύει όταν χάνεις από την ζωή σου τον άνθρωπο από τον οποίο παίρνεις λάμψη. Έχανε την λάμψη από την μια, του ετερόφωτου αστεριού φυσικά, εξασφάλιζε την αθανασία του από την άλλη. Και ήταν τέτοιος ο έρωτάς του για την Μαρία που όταν εκείνη του ζήτησε τα κοσμήματά της και το σπίτι τους στο Μιλάνο, εκείνος έσπευσε να της πει ''Αυτά είναι θέματα που πρέπει να συζητηθούν''. Με λίγα λόγια, ήμουν μαζί σου γιατί με συνέφερες.



''Την κυριαρχία έχει το αρσενικό 
από καταβολής κόσμου''

Την Μαρία την δένει με τον Αριστοτέλη η μεσοαστική ελληνικότητά τους και φυσικά η αυτονόητη σεξουαλική έλξη, συμφωνούν σωστά ο Πετσάλης Διομήδης και Γκατζογιάννης στις βιογραφίες που έγραψαν για την Ντίβα. 
Η σχέση τους γίνεται το μεγαλύτερο κουτσομπολιό της Ευρώπης. Το κορίτσι είναι τρελά ευτυχισμένο. Τον αποκαλεί ''πασά μου'' και αυτό από μόνο του τα λέει όλα. Πιο πολλά ακόμα αποκαλύπτει η επιθυμία της να εγκαταλείψει το τραγούδι, ακριβώς επειδή δεν της το ζήτησε ποτέ εκείνος. Ο Ωνάσης δηλώνει με νόημα στους φίλους του πως ''οι γυναίκες αντί να παραμένουν βασίλισσες του σπιτιού και της οικογένειας, προσπαθούν να διεισδύσουν σε περιοχές όπου από καταβολής κόσμου την κυριαρχία έχει το αρσενικό''. 
   Την ώρα των πιο ωραίων στιγμών της Μαρία με τον Αριστοτέλη, η μητέρα Λίτσα προσπαθεί να εκμεταλλευτεί με κάθε τρόπο την δημοσιότητα μιλώντας για τις κακές σχέσεις που είχε πάντα με την κόρη της και ο Μενεγκίνι αναζητά τους πιο κερδοφόρους προς αυτόν όρους για το επίμαχο διαζύγιο. Τα θηρία έχουν δείξει τα δόντια τους για να αστράψουν τα φλας για λίγο και επάνω τους. 
   Η ερωτική ιστορία της Μαρίας και του Αρίστου, όπως τον αποκαλεί πια, έχει όλα τα βασικά συστατικά ενός μεγάλου ερωτικού πάθους. 
   Εκείνη μένει έγκυος. Οι φήμες της εποχής την θέλουν να περιμένει το παιδί του Ωνάση. Εκείνος της ζητάει να κάνει έκτρωση. Δεν σκοπεύει να την παντρευτεί ποτέ, επομένως δεν υπάρχει λόγος να μπει ανάμεσά τους ένα παιδί. Το 1960 δεν κάνει καμία δημόσια έξοδο. Τελικά είναι αλήθεια. Η Κάλλας στις 30 Μαρτίου γεννά ένα αγόρι που πεθαίνει αμέσως. Το πιστοποιητικό του γράφει όνομα Όμηρος και επίθετο μη αναγνώσιμο.
Αφοσιωμένη ολοκληρωτικά σε αυτόν και μόνο αρχίζει να ''χάνει'' την φωνή της. Η σπουδαία αυτή στρατιώτης παρατάει τα φωνητικά γυμνάσια  και ζει για πρώτη φορά στην ζωή της την ευτυχία. Όταν θα τα χάσει όλα για να μην έχει τίποτα άλλο παρά μονάχα τον Αρίστο, εκείνος βρίσκεται ένα βήμα πριν την κρεβατοκάμαρα της Τζάκι Κέννεντι.
   Καταβεβλημένη υπομένει τα χτυπήματα που δέχεται απανωτά: μετά τον παγκόσμιο σάλο για την σχέση του Ωνάση με την Τζάκι, μια σχέση που μόνο η Μαρία δεν θέλει να πιστέψει, ο πατέρας της ξαναπαντρεύεται. Στην Νόρμα του Τζεφιρέλλι η φωνή της ''σπάει'' για μια ακόμα φορά και στην ''Τόσκα'' ναι μεν τα πάει καλύτερα αλλά με την βοήθεια βιταμινών και ηρεμιστικών. Οι καβγάδες με τον Αρίστο κλιμακώνονται. Προσπαθεί, μάταια, να πείσει τον εαυτό της πως η χήρα Κέννεντι δεν είναι παρά ακόμα μια μικρή ερωτική περιπέτεια του κοσμοπολίτη Ωνάση. Εκείνος τρώει prive με την Τζάκι στο Μανχάταν και η Μαρία γράφει στην φίλη της Ελβίρα ντε Ιντάλγκο...  ''Προσπαθώ να ξαναβρώ την φωνή μου... Βασικά έχω τον Αρίστο, τι περισσότερο θα μπορούσα να επιθυμήσω;''  
   Η Ντίβα ζει ακόμη στο παραμύθι της. Κανείς δεν σκέφτηκε πως είναι κρίμα να χαλάς τα παραμύθια των ανθρώπων, ακόμα και να μπορούν να χτίζουν επιπόλαιες ευτυχίες. 
Όταν, χωρίς να έχουν χωρίσει μαθαίνει πως ο Ωνάσης παντρεύεται την Τζάκι στο Σκορπιό.
Καταρρέει. Τίτλοι τέλους πέφτουν στο όνειρό της. Δεν το χωρά ο νους της. Δεν μπορεί να συνέλθει.



Άραγε ήθελε και η ίδια... να γίνει 
αυτό που έγινε ; 

   Ο Αρίστος ''είναι ανεύθυνος και την αηδιάζει'', αλλά τρέχει αμέσως στην πρόσκλησή του για τις καθιερωμένες τους διακοπές στον Σκορπιό. 
Είναι ακόμα ερωτευμένη. Και τον περιμένει ακόμα. 
Κοιμάται με χάπια γιατί υποφέρει ακόμα από φριχτές αϋπνίες. Στην σκηνή θα την ξαναφέρει, μετά από ασφυκτικές πιέσεις, ο φίλος της Λάρι Κέλι, συνιδρυτής της Λυρικής Σκηνής του Σικάγου και της Δημοτικής Όπερας του Ντάλλας. Όπως πάντα, ψάχνει κάποιον να ''κρεμαστεί'' επάνω του και τώρα είναι οι φίλοι. Εκεί που καταλήγουν όλοι, όταν τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα. Τα φώτα είναι ξανά επάνω της, αλλά είναι όσο ποτέ μόνη και μπερδεμένη. Η μουσική και η δόξα παλεύουν μέσα της με τον έρωτα και την ησυχία μιας ζωής μακριά από τα φλας. Φτασμένη Ντίβα και ακόμα δεν ξέρει αν αυτό που έγινε το ήθελε η ίδια... Νιώθει ότι υπάρχει μια ομίχλη, που δεν την αφήνει να δει καθαρά μέσα της, αν ο εαυτός της ήταν το αποτέλεσμα της θέλησης της μητέρα της ή αν το' χε η μοίρα της. 

   Από τις κοσμικές στήλες των εφημερίδων είναι που θα μάθει πως ο Αρίστος συνοδεύει την χήρα Κέννεντι παντού. Ακόμη πιο μεγάλη τραγωδία από έναν χωρισμό, είναι να μαθαίνεις από τους καλοθελητές για τον δικό σου χωρισμό, πόσο περισσότερο να το μαθαίνεις από τους δημοσιογράφους.
   Η παρηγοριά της είναι η αλληλογραφία της με την Ιντάλγκο. ''Απελευθερώθηκα από έναν εφιάλτη που λέγεται έρωτας, καταστροφικό από κάθε άποψη'', της γράφει. 

Το τελειωτικό χτύπημα θα έρθει όταν θα διαβάσει στις εφημερίδες τον γάμο του Αρίστου της με την Τζάκι. Οι New York Times της ζητούν να σχολιάσει και κείνη φυσικά αρνείται. 
   Ο δημοσιογράφος προφανώς δεν γνώριζε πως ερωτευμένος είναι αυτός που περιμένει και πως όταν ένας από τους δύο φύγει τότε ερωτευμένος είναι αυτός που ξέρει να αποσύρεται διακριτικά. 
   Τους επόμενους μήνες η Μαρία Κάλλας, πεισμωμένη, δεν προλαβαίνει να δηλώνει παντού στο περιβάλλον της πως αισθάνεται περίφημα. Αισθάνεται φριχτά, το ξέρουμε ή το καταλαβαίνουμε από την λυσσαλέα της προσπάθεια να κρατήσει το τζάμι της αράγιστο μπρος στους λιθοβολισμούς της δημοσιότητας.
   Συναντιέται ξανά με τον Αρίστο σε κάποιες κοσμικές εκδηλώσεις παριστάνοντας την άνετη. 


Maria Callas in Pasolini's "Medea" (1969
   Γυρίζει την Μήδεια του Παζολίνι χωρίς να χρειαστεί, η γίγαντας, να φιλμάρει μια σκηνή πάνω από δύο φορές. Εξακολουθεί να παίρνει υπνωτικά χάπια. Ο Αρίστος της τηλεφωνεί σχεδόν κάθε μέρα και στην ανάγκη της για συνεχείς επιβεβαιώσεις συμβιβάζεται ίσως με την ιδέα πως θα μπορούσε να μείνει μια καλή, ερωτευμένη ωστόσο, φίλη του. 
Καταρρέει και οι επιβεβαιώσεις του Αρίστου δεν της φθάνουν. Με χαρά της τις προσφέρουν ο Παζολίνι και ο Λάρι Κέλι. Πάντα χρειαζόταν μια επιβεβαίωση, έτσι την είχε μάθει η μητέρα Λίτσα και το αιμοβόρο κοινό. Από την άλλη, ίσως ο Αρίστος άρχισε να διακρίνει την διαφορά της από την αχόρταγη Τζάκι που του ζητούσε να της χαρίσει το φεγγάρι. 
   Πουθενά, όσο στον έρωτα, δεν είναι νικητές οι ρόλοι. Σε μια νέα κρίση η Μαρία δηλώνει πως δεν θέλει να τον ξαναδεί. Όταν όμως στον γάμο του με την Τζάκι θα αρχίσει ο πόλεμος, η Ντίβα θα είναι εκείνη που θα τον χαλαρώνει, που θα κουβεντιάζει τα βράδια μαζί του και που θα τον φιλάει γλυκά όπως κάποτε.
   Η Μαρία Κάλλας παρακολουθεί την πτώση προσπαθώντας να συμμαζέψει τα συντρίμμια: πεθαίνει ο πατέρας της, οι ηχογραφήσεις των δίσκων της δεν πηγαίνουν καλά, οι κριτικοί κατακεραυνώνουν τις παραστάσεις της. Την βλέπουν αδύναμη και την χτυπούν αλύπητα, ιδίωμα των θρασύδειλων της ιστορίας.

Πίσω από τις κουρτίνες

   Μάταια θα προσπαθήσει να βρει λίγο ησυχία στην αγκαλιά του τενόρου Τζουζέπε ντι Στέφανο. Η σύγκριση με τον μεγάλο της έρωτα, το Αρίστο, επισπεύδει την δυστυχία της. Όταν ο Ωνάσης χάνει τον γιο του, είναι η τραγωδία που θα τους ξαναφέρει κοντά, όχι η ευτυχία. Στις τηλεφωνικές τους συνομιλίες, ο ένας παρηγορεί τον άλλο. Μοιάζουν σαν άρρωστοι που ανακουφίζουν ο ένας το άλλο με τις ελπίδες και όχι σαν πρώην ζευγάρι.
Μάρτιος, 1975. Το τηλέφωνο στο διαμέρισμα του Παρισιού χτυπά. ''Ο Αριστοτέλης είναι νεκρός''. Λέγεται πως ο Ωνάσης όταν κατάλαβε πως θα πέθαινε ζήτησε να μεταφερθεί σε νοσοκομείο του Παρισιού για να είναι κοντά στη Μαρία του.
   Θα δει τον Ωνάση ξανά στο νοσοκομείο όταν εκείνος θα είναι ετοιμοθάνατος. Σφίγγοντας της το χέρι θα της πει πως την αγαπάει. Ο θάνατος του θα είναι το τελειωτικό χτύπημα. Κλείνεται στο διαμέρισμά της στο Παρίσι και κοιτάζει πια τον κόσμο πίσω από τις κουρτίνες του δωματίου της. Είναι μόνη και δυστυχισμένη. Χωρίζει με τον Ντι Στέφανο, σταματάει οριστικά το τραγούδι, παίρνει πιο πολλά χάπια, βλέπει γουέστερν στην τηλεόραση, ακυρώνει σχέδια παραστάσεις, συμβόλαια. Δεν θέλει πια να είναι η Μαρία Κάλλας, θέλει να είναι η Μαρία, η Μαίρη ή η Μαριάννα. Το δικαιούται.
   Θα προσπαθήσεις να κάνει μερικές ήσυχες διακοπές στην Ελλάδα. Οι φωτογράφοι, που καίγονται να την φωτογραφίσουν τσακισμένη, την κυνηγούν ασταμάτητα. Ανήμπορη να ησυχάσει επιστρέφει στο Παρίσι κουρελιασμένη. Αφού αποφάσισε να μην είναι η Μαρία Κάλλας πολύ σύντομα οι επισκέψεις όσων δήλωναν φίλοι της μειώνονται κατακόρυφα.
   Η Κάλλας δεν είναι τίποτα χωρίς τη φωνή της. Η Κάλλας δεν είναι τίποτα χωρίς των Ωνάση. 
   Ο ψυχικός πόνος τη σβήνει μέρα τη μέρα. Βιώνει την απόλυτη μοναξιά. Χωρίς εκείνον μετρά τα λεπτά, τα δευτερόλεπτα. Η επίσημη ιατρική έκθεση γράφει ανακοπή καρδιάς. Η καρδιά της σταμάτησε από τον πόνο.
   Στις 16 Σεπτεμβρίου σηκώθηκε από το κρεβάτι της, κοίταξε έξω από το παράθυρο, έφαγε πρωινό και κατέρρευσε. Έσβησε αθόρυβα και έζησε εκκωφαντικά μόνη.
   Πέθανε ολομόναχη στο διαμέρισμα της. Και ό,τι απέμεινε είναι αυτό το υπέροχο ταξίδι της φωνής της, η μοναδική της ικανότητα να περνάει από την μια φωνή στην άλλη σαν να πρόκειται για δύο διαφορετικά πρόσωπα, απέμεινε η ''Tosca'' και η ''Norma'' και η ''Μήδεια'' και όλα αυτά τα συναισθήματα που πλημμυρίζουν τους χώρους όταν η φωνή αυτή, η μέγιστη, ακυρώνει κάθε άλλο φυσικό ή τεχνητό ήχο. 
   Λατρέψαμε την Μαρία γιατί αυτή ήταν από την αρχή η looser. Αυτή ήταν η άσχημη και η παχουλή. Αυτή ήταν το παιδί θαύμα. Γιατί αυτή ήταν που έχασε μέσα σε ενάμιση χρόνο τριάντα κιλά για να παίξει στο ''Ντον Κάρλος''. Γιατί αυτή ήταν που στερήθηκε τις κούκλες για χατίρι της μαμάς και του ταλέντου της. Γιατί η Μαρία Κάλλας ήταν αυτή που έσυρε στα πόδια της όλους αυτούς που την είχαν ξεγράψει. Γιατί η Μαρία που ερωτεύθηκε δυνατά και παθιασμένα έναν άντρα που της έκανε ''αληθινό έρωτα'' και που κατάφερε να ανακαλούμε μονάχα αυτή στο νου μας κάθε φορά που λέμε ή γράφουμε την λέξη ''Ντίβα''. Η χοντρο-Μαρία.
   Σκέφτομαι τελικά πως, ναι, ο Ωνάσης υπήρξε πάρα πολύ πλούσιος. Αξιώθηκε τον έρωτά της.
______________________________________________________
* Το αφιέρωμα για να ολοκληρωθεί άντλησε πληροφορίες και αποσπάσματα 
από το βιβλίο του Γιώργου Σιδέρη ''Άλαλα τα χείλη των ευσεβών'', εκδόσεις biblio.  


* Seatlle,1960. 
Η συνάντηση είχε σκοπό να διαλέξουνε τα δημιουργήματα που θ' αντιπροσωπεύανε περισσότερο το ανθρώπινο γένος, εκεί... στη μεγαλύτερη πόλη της πολιτείας Ουάσινγκτον και το σημαντικότερο αστικό και οικονομικό κέντρο στα βορειοδυτικά της χώρας. 
Κασέτες με εικόνα ή ήχο, θα βάζανε σε δορυφόρο, ένα είδος "βόγιατζερ", που θα κατευθυνότανε στο διαστρικό χώρο, σε περίπτωση που θα κινδύνευε να καταστραφεί η Γη από φυσικά ή τεχνικά αίτια...
Μετά από πολλές προτάσεις και διαφορετικές φωνές, που ακούστηκαν σε κείνο το διεθνές συμπόσιο κορυφαίων του πνεύματος, ένας σοφός Γιαπωνέζος, ανέβηκε στο βήμα, κρατώντας ένα από τα μαγικά έργα της τεχνολογίας της πατρίδας του... 
Παρακάλεσε το ακροατήριο ν' ακουμπήσει το κεφάλι στις αναπαυτικές καρέκλες, να κλείσει τα μάτια και, τότε πάτησε το κουμπί... Ξαφνικά αντήχησε η φωνή της Μαρίας Κάλλας από την άρια "Κάστα Ντίβα"... Όσο διαρκούσε η φωνητική μυσταγωγία κανένας δεν έβγαλε κιχ, αλλά μόλις τέλειωσε όλοι χειροκροτήσανε και συμφωνήσανε ότι... ναι, αυτή η θεϊκιά φωνή άξιζε ν' αντιπροσωπεύσει τον άνθρωπο στον αχανή διαστρικό χώρο του σύμπαντος... 

Αυτή ήτανε η μεγάλη Ελληνίδα τραγουδίστρια, που αν κι η στάχτη της σκορπίστηκε στο Αιγαίο, η φωνή της θ' αντηχεί και μετά τη συντέλεια της Γης, συντροφιά με τα γραφτά του Πλάτωνα, τη μουσική του Μπετόβεν κι άλλα υπέρλαμπρα δημιουργήματα του ανθρώπου, που θα ταξιδεύουνε σε κάποιο δορυφόρο στο διαστρικό αχανές, ώσπου να τα συλλέξουνε άλλα εξωγήινα όντα προηγμένα τεχνολογικά.. από το βιβλίο "Ελληνες, υπέροχοι, απίθανοι και τρελοί" Δημήτρης Λιμπερόπουλος- εκδόσεις Γιάννης Β. Βασδέκης - 1988

Paris, Casta Diva (Maria Callas)





«Όποτε ερμηνεύω τη Νόρμα είμαι ευτυχισμένη. Είναι ο αγαπημένος μου ρόλος. 
Νομίζω ότι της μοιάζω. Είναι πολύ υπερήφανη για να δείξει τα πραγματικά της αισθήματα, αλλά στο τέλος υποκύπτει. Μια γυναίκα που δεν αισθάνεται κακία ούτε νιώθει αδικημένη από δυσμενείς καταστάσεις τις οποίες, εν τέλει, έχει προκαλέσει η ίδια».





Maria Callas 'London Farewell Concert' at the Royal Festival Hall 

with Giuseppe di Stefano, 1973







- «Δεν είμαι άγγελος ούτε υποκρίνομαι ότι είμαι. Αυτός δεν είναι ένας από τους ρόλους μου. Δεν είμαι όμως ούτε διάβολος. Είμαι μια γυναίκα. Είμαι μια επαγγελματίας»


  Scholeio.com