Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΧΑΙΟΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΧΑΙΟΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Φιλισταίοι, ''Ουχί λοιπόν Σημίται, αλλά Αιγαίοι και δη Κρήτες...''



''Ουχί λοιπόν Σημίται, αλλά Αιγαίοι και δη Κρήτες, τουλάχιστον μοίρά τις αυτών, οι λεγόμενοι Χερεθθί, ήσαν την καταγωγήν οι Φιλισταίοι...''  Π. Ι. Μπρατσιώτης, καθηγητής βιβλικής ιστορίας 

Nότιο Ισραήλ, Τελ ελ- Σάφι

Ανατροπή, μικρή ή μεγάλη είναι στην εκτίμηση του αναγνώστη. 

Οι Φιλισταίοι ήταν Έλληνες...  

Μιλούσαν ελληνικά, έγραφαν ελληνικά (το 1.200 π.Χ. !), σε συλλαβική γραφή, ίδια με την συλλαβική γραφή Α και Β της Κρήτης και της Πύλου, έκτισαν όμορφες πόλεις στην Παλαιστίνη, με ωραίους δρόμους, όμορφα οικοδομήματα και ναούς, καλλιεργούσαν σιτηρά, λαχανικά, αμπέλια και ζούσαν μία πολιτισμένη ελληνική ζωή, πριν... τα χάσουν, πριν τους τα αρπάξουν με δόλο οι εισβολείς από την Αίγυπτο. 

«Καὶ ἐξῆλθεν ἀνὴρ δυνατὸς ἐκ τῆς παρατάξεως τῶν ἀλλοφύλων Γολιὰθ ὄνομα αὐτῶν ἐκ Γέθ, ὕψος αὐτοῦ τεσσάρων πήχεων καὶ σπιθαμῆς· καὶ περικεφαλαία ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ, καὶ θώρακα ἁλυσιδωτὸν αὐτὸς ἐνδεδυκώς, καὶ ὁ σταθμὸς τοῦ θώρακος αὐτοῦ πέντε χιλιάδες σίκλων χαλκοῦ καὶ σιδήρου· καὶ κνημῖδες χαλκαῖ ἐπὶ τῶν σκελῶν αὐτοῦ, καὶ ἀσπὶς χαλκῆ ἀνὰ μέσον τῶν ὤμων αὐτοῦ· καὶ ὁ κοντὸς τοῦ δόρατος αὐτοῦ ὡσεὶ μέσακλον ὑφαινόντων, καὶ ἡ λόγχη αὐτοῦ ἑξακοσίων σίκλων σιδήρου· καὶ ὁ αἴρων τὰ ὅπλα αὐτοῦ προεπορεύετο αὐτοῦ». - Διαβάζοντας τον στίχο 17,4 – 17,7, από το βιβλίο των εβραίων «Βασιλειών Α’» που περιγράφει την αρματωσιά του Γολιάθ (ελλ. Καλεάδης), νομίζει κανείς ότι διαβάζει ΙΛΙΑΔΑ.


Αυτοί ήταν οι Φιλισταίοι που ζούσαν ειρηνικά στην χώρα τους, στην γη των Φιλιστιείμ = παλαιστιείμ = Παλαιστίνη. 
Αλλά ίσως το να υπερασπισθεί την γη του, τα χωράφια του και το βιός του, από τον εισβολέα «περιούσιο λαό του Θεού» να ήταν ένα μοιραίο λάθος που το πλήρωσε ακριβά. 

Στα ερείπια μιας αρχαίας μητρόπολης στο νότιο Ισραήλ, εθελοντές και αρχαιολόγοι που εργάζονται στις ανασκαφές στο Τελ ελ- Σάφι, στο νότιο Ισραήλ, συνθέτουν την ιστορία ενός λαού που θυμόμαστε κυρίως ως τους «κακούς» της εβραϊκής Βίβλου.

Γολιάθ-Καλεάδης 3.000 χρόνια πριν

Η πόλη της Γαθ, όπου οι ετήσιες ανασκαφές ξεκίνησαν αυτή την εβδομάδα, βοηθά τους μελετητές να δώσουν ένα πιο διαφοροποιημένο πορτρέτο των Φιλισταίων, οι οποίοι εμφανίζονται στην βιβλική ιστορία ως οι ΑΙΩΝΙΟΙ εχθροί των Ισραηλιτών.
Η Γαθ ήταν στα σύνορα μεταξύ των Φιλισταίων -π
ερίπου τρεις χιλιάδες χρόνια πριν-, οι οποίοι κατέλαβαν τη Μεσογειακή παράκτια πεδιάδα και των Ισραηλιτών, που έλεγχαν τους λόφους της ενδοχώρας . 
Ο Γολιάθ, ίσως ο πιο διάσημος κάτοικος της πόλης, είναι ο γίγαντας πολεμιστής που έπεσε απρόσμενα από το νεαρό βοσκό Δαβίδ και σφεντόνα του, σύμφωνα βέβαια με το βιβλίο του Σαμουήλ.  (Σημείωση: ΓΟΛΙΑΘ, εβραϊκός τύπος του Ελληνικού ονόματος ΚΑΛΕΑΔΗΣ).

Οι θεοί των Φιλισταίων έχουν Ελληνικά ονόματα

Η Γαθ, η περιοχή που εγκαταστάθηκαν οι Φιλισταίοι, κατοικείτο από τους προϊστορικούς χρόνους. Ανασκαφές όπως αυτή έχουν δείξει ότι αν και υιοθέτησαν απόψεις της τοπικής κουλτούρας, δεν ξέχασαν τις ρίζες τους. Ακόμα και πέντε αιώνες μετά την άφιξή τους στη Γαθ λάτρευαν ακόμα θεούς με Ελληνικά ονόματα ! 

Οι Φιλισταίοι «είναι οι απόλυτο άλλοι» στη βιβλική ιστορία, είπε ο Aren Maeir του Πανεπιστημίου Bar-Ilan, ο υπεύθυνος αρχαιολόγος για την ανασκαφή.

Η τελευταία ανασκαφική περίοδος του καλοκαιριού ξεκίνησε την περασμένη εβδομάδα, με εκατό αρχαιολόγους από τον Καναδά, τη Νότια Κορέα, τις Ηνωμένες Πολιτείες και αλλού, (εκτός από Έλληνες) προσθέτοντας νέα ευρήματα στον πλούτο των ευρημάτων που βρέθηκαν στον χώρο από το έργο του Maier που ξεκίνησε το 1996.

Σε μια τετράγωνη τρύπα, αρκετές κανάτες των Φιλισταίων, σχεδόν 3.000 ετών, ήταν ήδη ορατές όπως έβγαιναν από το έδαφος. Ένα ζωγραφισμένο θραύσμα που μόλις ανακάλυψαν είχε σαν πλαίσιο κόκκινο της σκουριάς και μια μαύρη σπείρα: μια κοινή διακόσμηση στην αρχαία ελληνική τέχνη (ΜΑΙΑΝΔΡΟΣ – ΓΑΜΜΑΔΙΟΝ) και μια υπόδειξη για να προέλευση των Φιλισταίων από το Αιγαίο.

Οι Φιλισταίοι έφθασαν δια θαλάσσης από τον χώρο της σύγχρονης Ελλάδας γύρω στο 1200 π.Χ. Πήγαν να εγκατασταθούν στα μεγάλα λιμάνια: 

Ashkelon, (αρχαία ελληνική πόλη = ΑΣΚΑΛΩΝ ή ΑΣΚΕΛΩΝ = χωρίς σκέλη) 

Ashdod, (αρχαία ελληνική πόλη = ΑΖΩΤΟΣ = χωρίς ζωή) τώρα πόλεις στο Ισραήλ, 

Γάζα, τώρα μέρος του παλαιστινιακού εδάφους, γνωστής ως η Λωρίδα της Γάζας (και η ΑΚΚΑΡΩΝ 

ΓΑΘ (=ΓΥΘ, ΓΥΘΕΙΟΝ;) (ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΝΤΑΠΟΛΗ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΗΣ = ΓΗΣ ΧΑΝΑΑΝ κατά τους εβραίους, ΧΝΑ κατά τους αρχαίους έλληνες συγγραφείς).

Ο εβραίος Νεεμίας (το 500 π.Χ. περίπου) επέκρινε αυστηρά τους Ιουδαίους που είχαν πάρει Αζώτιες συζύγους, και μάλιστα οι γιοι τους οποίους είχαν αποκτήσει «μιλούσαν την αζωτική γλώσσα, και κανείς τους δεν ήξερε να μιλάει ιουδαϊκά».
(Νεεμίας 13:23, 24)

Οι αρχαιολόγοι αναφέρουν ευρήματα που δείχνουν ότι η διατροφή των Φιλισταίων βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό σε φακές, μπιζέλια, χορταρικά, βασική διατροφή του Αιγαίου. Αρχαία οστά που ήταν πεταμένα στο χώρο δείχνουν ότι έτρωγαν τους χοίρους και τα σκυλιά, σε αντίθεση με τα γείτονες Ισραηλίτες, οι οποίοι θεωρούν τα ζώα αυτά ακάθαρτα – περιορισμοί που εξακολουθούν να υπάρχουν στο εβραϊκό διατροφικό νόμο.


Οι ανασκαφές στη Γαθ έχουν αποκαλύψει επίσης ίχνη μιας καταστροφής της πόλης κατά τον 9ο αιώνα π.Χ., όπως και μια τάφρο και ένα ανάχωμα που χτίστηκε γύρω από την πόλη από πολιορκητικό στρατό – ακόμα ορατά ως μια σκοτεινή γραμμή που διασχίζει το γύρω λόφους.
Η ισοπέδωση της Γαθ εκείνη την εποχή φαίνεται να είναι το έργο του Aραμαίου βασιλιά Hazael στο 830 π.Χ., ένα περιστατικό που αναφέρεται στο βιβλίο των Βασιλέων.

Η σημασία της Γαθ έγκειται στο ότι η «ΥΠΕΡΟΧΗ ΑΝΑΣΥΝΘΕΣΗ ΤΟΥ ΥΛΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ»  ρίχνει φως στο πώς οι Φιλισταίοι ζούσαν εκεί τον 10 ο και 9ο αιώνα π.Χ. , είπε ο Seymour Gitin, διευθυντής του WF Ινστιτούτου Αρχαιολογικών Ερευνών Ολμπράιτ στην Ιερουσαλήμ και ειδικός σε θέματα Φιλισταίων. (σημείωση: Την υπέροχη ανασύνθεση την κάνουν εβραίοι αρχαιολόγοι, πουθενά έλληνες.)

Σ' αυτή την ''υπέροχη ανασύνθεση του υλικού'' περιλαμβάνεται και η εποχή της βασιλείας της Ιερουσαλήμ από τον Δαβίδ και τον Σολομώντα, αν υπήρχε ένα τέτοιο βασίλειο πράγματι... όπως περιγράφεται στη Βίβλο.
(Σημείωση: ΟΛΟΙ οι εβραίοι αρχαιολόγοι αμφιβάλλουν αν υπήρξε βασίλειο της Ιερουσαλήμ με Δαυίδ και Σολομώντα – δεν υπάρχουν πουθενά ευρήματα ΥΛΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ για κάτι τέτοιο, σε αντίθεση με τις Ελληνικές – φιλισταϊκές πόλεις της Παλαιστίνης).

Άλλες τοποθεσίες των Φιλισταίων παρείχαν σημαντικές πληροφορίες στους αρχαιολόγους σχετικά με προηγούμενες και μεταγενέστερες χρονικές περιόδους, αλλά όχι πολλές γι’αυτή την περίοδο-κλειδί.

Σταυροφόροι χτίζουν φρούριο πάνω στα ερείπια της Γαθ

Η «Γαθ καλύπτει ένα πολύ σημαντικό κενό στην κατανόηση της ιστορίας των Φιλισταίων,» λέει ο Gitin.
Το 604 π.Χ, ο Ναβουχοδονόσορ της Βαβυλώνας εισβάλλει και καταστρέφει εντελώς τις πόλεις των Φιλισταίων. Δεν υπάρχει κανένα απομεινάρι από αυτές έκτοτε.

Israel. Tel Tzafit National Park.
Ruins of a Crusader Castle Blanch Garde 
Σταυροφόροι που φθάνουν από την Ευρώπη το 1099 χτίζουν ένα φρούριο πάνω στα ερείπια της Γαθ, και αργότερα η περιοχή φιλοξένησε ένα αραβικό χωριό, το Tel el-Σάφι, το οποίο εκκενώθηκε κατά τη διάρκεια του πολέμου γύρω από τη δημιουργία του Ισραήλ το 1948. Η Γαθ σήμερα είναι εθνικό εβραϊκό (!) πάρκο.

Μια ισραηλινή πόλη που ιδρύθηκε το 1955 αρκετά μίλια προς το νότο, η Kiryat Gat, πήρε το όνομά Γαθ βασιζόμενη σε μια εσφαλμένη ταυτοποίηση διαφορετικών ερειπίων από την πραγματική πόλη των Φιλισταίων .
Η μνήμη των Φιλισταίων – μια μονόπλευρη (= πάντα κατά τους εβραίους αρχαιολόγους) εκδοχή της – διασώθηκε στην εβραϊκή Βίβλο.
Είναι γνωστή η ιστορία του Σαμψών, ο οποίος παντρεύτηκε μια Φιλισταία, συγκρούστηκε μαζί τους κατ' επανάληψη μέχρι που σύρθηκε μετά από προδοσία τυφλός και δέσμιος στο ναό τους στη Γάζα. Εκεί, όπως λέει η ιστορία, έσπασε τα δεσμά του και γκρέμισε τους δύο πυλώνες στήριξης, φέρνοντας το ναό κάτω και σκοτώνοντας μέσα σε αυτό όλους, συμπεριλαμβανομένου του ιδίου.
Ένα ενδιαφέρον εύρημα στην Γαθ είναι τα ερείπια ενός μεγάλου οικοδομήματος, πιθανόν κάποιου ναού, με δύο πυλώνες. Ο Maeir πρότεινε ότι αυτό μπορεί να ήταν ένα γνωστό σχεδιαστικό στοιχείο στην αρχιτεκτονική του ναού των Φιλισταίων όταν γράφτηκε στην ιστορία του Σαμψών.

Gath Inscription “Goliath Ostracon” (970 BCE)
Ανασκαφείς στη Γαθ έχουν επίσης βρει θραύσματα με ονόματα παρόμοια με αυτό του Γολιάθ – ένα Ινδο-ευρωπαϊκό όνομα, όχι σημιτικό, από τα είδη που θα μπορούσαν να έχουν χρησιμοποιηθεί από τις τοπικούς Χαναναίους ή Ισραηλίτες. Αυτά τα ευρήματα δείχνουν οι Φιλισταίοι πράγματι χρησιμοποιούσαν παρόμοια ονόματα , μια λεπτομέρεια από την οποία επίσης μπορεί να εξαχθεί μια ακριβής εικόνα της κοινωνίας τους.
Όπως είπε ο Maier, τα ευρήματα στην περιοχή υποστηρίζουν την ιδέα ότι η ιστορία του Γολιάθ αντικατοπτρίζει πιστά κάτι από την γεωπολιτική πραγματικότητα της περιόδου, δηλ. τη συχνά βίαιη αλληλεπίδραση των ισχυρών Φιλισταίων της Γαθ με τους βασιλείς της Ιερουσαλήμ στην παραμεθόρια ζώνη μεταξύ τους.
«Αυτό δεν σημαίνει ότι θα βρούμε μια μέρα ένα κρανίο με τρύπα στο κεφάλι του από την πέτρα που ο Δαυίδ εκσφενδόνισε, αλλά το γεγονός αυτό αντανακλά ένα πολιτιστικό περιβάλλον που ήταν πραγματικό εκείνη την εποχή.»


ΟΙ ΦΙΛΙΣΤΑΙΟΙ ΚΑΙ Ο ΑΙΓΑΙΟΚΡΗΤΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΕΝ ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΗ*



ΥΠΟ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Ι. ΜΠΡΑΤΣΙΩΤΟΥ 

ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ ΤΗΣ ΒΙΒΛΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ 
Αρχόμενος των καθηγητικών μου εν τω ανωτάτω εθνικώ ημών πανδιδακτηρίω παραδόσεων, εκφράζω και εντεύθεν, κατ’ έθος τε ακαδημεικόν και κατά καθήκον, την βαθείαν μου ευγνωμοσύνην πρώτιστα μεν πάντων προς τον πατέρα των φώτων και παντός αγαθού δοτήρα, έπειτα δε προς τους εκθρέψαντάς με γονείς και διδασκάλους, προς την περίσεμνον των θεολόγων Σχολήν, την τιμήσασάν με ομοθύμως διά της ψήφου αυτής και προς την σεβ. Κυβέρνησιν, την εγκρίνασαν και κυρώσασαν την εκλογήν μου.
Επ’ ίσης αισθάνομαι την υποχρέωσιν, όπως και κατά την επίσημον ταύτην στιγμήν μακαρίσω την μνήμην του προώρως το πανεπιστήμιον απορφανίσαντος σοφού και λίαν προσφιλούς μοι διδασκάλου Εμμανουήλ Ζολώτα, όστις ού μόνον πρώτος εδίδαξε το μάθημα της Βιβλικής Ιστορίας εν τη ημετέρα Σχολή, αλλά και εις εμέ αυτόν, μετά τον σεβ. Μοι καθηγητήν κ. Ν. Παπαγιαννόπουλον, εγένετο ο έτερος των δύο πρώτον άμα και πολυτίμων εις τον λαβύρινθον της βιβλικής επιστήμης χειραγωγών.
Εκ των σπουδαιοτάτων επιτευγμάτων της καθ’ όλου επιστήμης κατά την τελευταίαν ενενηκονταετίαν τυγχάνουσιν αναμφιλέκτως και αι εν τη παμμερεί εξερευνήσει της παλαιάς Εγγύς Ανατολής επιτελεσθείσαι αξιοθαύμαστοι πρόοδοι, αι οφειλόμεναι προς τοις άλλοις και εις το άφθονον φως, όπερ επί της ιστορίας της αρχαιότητος ακαταπαύστως επιχύνεται από των εν ταις χώραις εκείνη αρχαιολογικών ανασκαφών.
Των δε προόδων τούτων, ως ήτο εύλογον, δεν παρέμεινεν άγευστος ουδέ η περί την Βίβλον επιστήμη. Και δη υπό το φως, όπερ διά της αρχαιολογικής σκαπάνης προέκυψεν, ου μόνον πλείστα όσα σημεία ιστορικά της Βίβλου, της τε παλαιάς και της καινής, διευκρινούνται και κάλλιον κατανοούνται, αλλά και ουκ ολίγα υπ’ εκείνης εκτιθέμενα ή οπωσδήποτε μαρτυρούμενα ιστορικά γεγονότα περιφανή ευρίσκουσιν επιβεβαίωσιν.
Ως εύγλωττον επί του προκειμένου παράδειγμα δύναται να χρησιμεύση κάλλιστα η ιστορία των Φιλισταίων, του εκ της μικράς μαθητικής ηλικίας γνωρίμου και ασυμπαθούς ίσως ημίν, αλλ’ εκλεκτού και πολλαχώς σήμερον περισπουδάστου τούτου λαού, περί ου, ως και περί της δι’ αυτού διαδόσεως και καλλιεργίας του αιγαιοκρητικού πολιτισμού εν Παλαιστίνη, έσται ημίν σήμερον ο λόγος.
Περί των Φιλισταίων και του πολιτισμού αυτών πληροφορούσιν ημάς σήμερον, προς τη Π. Διαθήκη, κυρίως μεν τα αιγυπτιακά μνημεία1 και τα εν Παλαιστίνη και Κρήτη αρχαιολογικά ευρήματα, κατά δεύτερον δε λόγον τα ασσυριακά μνημεία, μάλιστα δε τα από των Ασαρχαδδών και Ασσουρβανιπάλ, ο Ιουδαίος ιστοριογράφος Ιώσηπος και ο ημέτερος Ηρόδοτος μετ’ άλλων τινών μεταγενεστέρων συγγραφέων (Στράβωνος, Διοδώρου του Σικελιώτου, Πτολεμαίου, Λουκιανού κ.ά.). 

Α’) ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΦΙΛΙΣΤΑΙΩΝ 

Εν τη εβραϊκή Π.Δ. οι Φιλισταίοι λέγονται Pelischtim και σπανιώτερον Pelistijim, όπερ οι Ο’ που μεν μεταγράφουσι Φυλιστιείμ2 (ή Φιλιστιείμ), που δε αποδίδουσι διά του αλλόφυλοι, δι’ ού υποδηλούται η μεταξύ του λαού τούτου και του Ισραήλ ιστορική αντίθεσις, άπαξ δε χαρακτηριστικώς διά του Έλληνες3.
Ο δε Ιώσηπος λέγει αυτούς Φυλιστίνους και Παλαιστίνους4. Άλλη δε ουχί ασυνήθης εν τη Π.Δ. ονομασία αυτών είναι το απερίτμητοι5 (arelim), ήτις ιδιότης των Φιλισταίων επανειλημμένως αναδεικνύεται ενταύθα.
Η δε χώρα αυτών, ήτις εν τη Π.Δ. εμφανίζεται κατέχουσα την προς την Μεσόγειον νότιον παραλίαν της Παλαιστίνης από Ιόππης προς βορράν μέχρι Γάζης και Ραφίας προς νότον, ελέγετο υπό των Εβραίων είτε Erets Pelischtim1 τ.ε. γη (των) Φιλισταίων (γη αλλοφύλων κατά τους Ο’) είτε Pelescheth, όπερ ο Ιώσηπος αποδίδει διά του ηροδοτείου Παλαιστίνη3.
Άξιον δε προσοχής και σημειώσεως είναι ότι το εξηλληνισμένον όνομα τούτο, δι’ ού ωνομάσθη το πρώτον η χώρα των Φιλισταίων, μετεδόθη ήδη υπό του Ηροδότου4, έπειτα δε και υπό των μεταγενεστέρων Ελλήνων και Ρωμαίων συγγραφέων (Πτολεμαίου, Πλινίου, Κασσίου, Δίωνος κ.λπ.) εις όλην την γην Χαναάν, ήτις και άχρι του νυν φέρει συνήθως το όνομα Παλαιστίνη. Επί δε των ασσυριακών μνημείων η Φιλισταία λέγεται Palastu και Pilistu και Pilista.
Περί του λαού τούτου γινώσκει η Π. Διαθήκη, ότι δεν είναι ούτε σημιτικής καταγωγής ούτε αυτόχθων εν Παλαιστίνη, αλλ’ έπηλυς λαός προελθών εκ του Caphtor5 και καταγόμενος από των Χασλουχείμ ή Χασμωνιείμ (Ο’)6, ή, κατ’ άλλην πιθανωτέραν ανάγνωσιν του σχετικού χωρίου εν τω καταλόγω των λαών της Γενέσεως, από τον Χαφθοριείμ ή Γαφθοριείμ. Η δε βραχυλογία και αοριστία των μαρτυριών τούτων εγένετο αφορμή ποικίλων εκδοχών περί τε της σημασίας των μνημονευθεισών ονομασιών και περί της καταγωγής των Φιλισταίων, και ταύτα μάλιστα προ της νεωτέρας αρχαιολογικής εξερευνήσεως της Εγγύς Ανατολής.
Ούτως, ήδη παλαιότατοι ερμηνευταί της Π.Δ., εν οις και οι Ο’ και η Vulgata, εξέλαβον ως Caphtor την μικρασιατικήν Καππαδοκίαν7. Εκ δε των ιστοριοδιφών, παλαιοτέρων τε και νεωτέρων, τινές μεν, ως ο Heeren και νεωστί ο Schwally, εξέλαβον τους Φιλισταίους ως σημιτικής καταγωγής• άλλοι δε, ως ο περίφημος εβραιολόγος Gesenius, τελευταίως δε μόλις και ο καθολικός Schopfer8, σχετίσαντες το θέμα το όνομα Φιλισταίος προς το αιθιοπικόν falasa = μεταναστεύειν και παραχθέντες εκ της υπό των Ο’ συνήθους αποδόσεως της λέξεως διά του αλλόφυλος, εξέλαβον αυτό γενικώς εν τη εννοία του μετανάστης, ως κατ’ αυτούς θ’ απεκάλεσαν τους εις την χώραν αυτών επήλυδας τούτους οι Χαναναίοι ή οι Εβραίοι.
Άλλοι δε, ως παλαιότερον ο Hitzig, νεωστί δ’ ο Husing1 και ο έγκριτος Γερμανός αρχαιολόγος βαρώνος v. Lichtenberg2, ταυτίζουσι το Φιλισταίος προς το Πελασγός, ών λέξεων οι πλείστοι των φθόγγων συμφωνούσιν.
Άλλοι πάλιν εξέλαβον ως Caphtor την νήσον Κύπρον (Michaelis, Schultess κ.λπ.)• άλλοι τόπον τινά παρά το Δέλτα του Νείλου (Ebers, Halevy κ.λπ.) και άλλοι την Κιλικίαν, εν οις και ο W. Max Muller παλαιότερον, εγκαταλιπών βραδύτερον την γνώμην ταύτην.
Άλλοι τέλος, εν οις εκ των παλαιοτέρων ήδη ο Calmet, ο Rosenmuller και ο Hitzig3, προ της επισταμένης εξερευνήσεως των αιγυπτιακών μνημείων και προ της επιχειρήσεως των εν Κρήτη και Παλαιστίνη ανασκαφών και δη επί τη βάσει μόνον ολίγων ενδείξεων των φιλολογικών μνημείων και οιονεί διά της επιστημονικής αυτών διαισθήσεως, ήκασαν ότι το Caphtor ήτο η Κρήτη, άρα δι’ ότι και οι εξ αυτού προερχόμενοι Φιλισταίοι ήσαν κρητικής καταγωγής.
Είναι δε αι λόγω ενδείξεις αι εξής:

α’) Παρά τω Ιερεμία (μζ’ 4, κατά δε τους Ο’ κδ’ 4) το Caphtor χαρακτηρίζεται ως νήσος•
β’) εν τοις βίβλοις των Βασιλειών γίνεται πολλάκις λόγος περί στρατιωτικής τινος δυνάμεως, υπό τας διαταγάς του Βαναία (Benaja) διατελούσης και αποτελούσης την σωματοφυλακήν του βασιλέως Δαυίδ, ονόματι Hakkerethi και Happelethi, (οι Χερεθθί και Φελεθί κατά τους Ο’), περί ων επ’ ίσης πολλαί εξηνέχθησαν εικασίαι και οίτινες κατά την επικρατούσαν σήμερον εκδοχήν ουδέν άλλο είναι ειμή Κρήτες και Φιλισταίοι, της δευτέρας λέξεως προσαρμοσθείσης προς την πρώτην κατά την παρήχησιν, άρα δε και ενταύθα δεν πρόκειται ή περί δύο συγγενικών φυλών ή, όπερ πιθανώτερον περί ταυτισμού αυτών•
γ’) όπερ και το σπουδαιότατον, η εν τη Α’ Βασιλειών, κεφαλαίω λ’ και στίχω 4 χώρα των Χερεθθί λέγεται αμέσως εν τω στίχω 16 γη των Φιλισταίων•
δ’) παρ’ Ιεζεκιήλ (κε’ 15,16) και Σοφονία (β’ 5) Φιλισταίοι και Χερεθθεί είναι σχεδόν συνώνυμα•
ε’) οι Ο’ μεταφράζουσιν ενιαχού το Χερεθθεί διά του Κρήτες3. Χαρακτηριστικόν δ’ επ’ ίσης είναι, ότι εν Ησαΐου θ’ 12 οι μεταφράσται ούτοι ονομάζουσι τους Φιλισταίους Έλληνας.
Εκ πάντων δε τούτων συνήχθη, ότι εν τη συνειδήσει των τε συγγραφέων της Π.Δ. και των Ο’ μεταφραστών, οι Φιλισταίοι ή τουλάχιστον μοιρά τις αυτών, οι Χερεθθί, ήσαν κρητικής προελεύσεως.
Και ιδού έρχονται αι νεώτεραι αρχαιολογικαί και ιστορικαί έρευναι να επιχύσωσιν ικανόν φως επί του ζητήματος τούτου και να δικαιώσωσι πλήρως την τελευταίαν ταύτην εκδοχήν, ήν ασπάζονται σήμερον πάντες σχεδόν οι ερευνηταί της παλαιάς Ανατολής.
Εν πρώτοις, ως προς το Caphtor, όπερ εν τη Π.Δ. εμφανίζεται ως η πατρίς των Φιλισταίων. Νεώτεραι έρευναι επί των αιγυπτιακών μνημείων, ων τα μεν είναι φιλολογικής ούτως ειπείν φύσεως (επιγραφαί διαφόρων Φαραώ, ύμνοι κ.τ.τ.), τα δε καλλιτεχνικής (τοιχογραφίαι τάφων, ναών, γλυπτικά έργα κ.τ.τ.) απεκάλυψαν τα εξής: α’) Εν επιγραφαίς της ΙΗ’ αιγυπτιακής δυναστείας ευρέθη το όνομα τόπου τινός ονόματι Kftiu, Kfto, Kfte, όπερ διά το ομοιόηχον εύλογον ήτο να συγκριθή προς το βιβλικόν Caphtor. Έν τινι ύμνω προς τον Άμμωνα ακούομεν, εξυμνούμενα τα μεγάλα κατορθώματα του Φαραώ Τουτμώσεως Ι’ (περί το 1500 π.Χ.), προς τοις άλλοις πατάξαντος την Δύσιν και εμπνεύσαντος ούτω τρόμον εν τοις τόποις των Keftiu και Asi.
Και εν τη χρονογραφική δ’ επιγραφή των τοίχων του εν Karnak ναού γίνεται λόγος περί πλοίων του Cefto, όπερ αυτόθι φαίνεται ως τόπος παράλιος, καθώς και το Caphtor παρ’ Ιερεμία. Προς τούτοις β’) όπερ και το σπουδαιότερον, ευρέθησαν εν τάφοις Αιγυπτίων αξιωματούχων, μάλιστα δε του Reh-mere, του βεζύρου Τουτμώσεως Γ’, καλώς διατηρούμεναι τοιχογραφίαι μετά σχετικών επιγραφών, παριστάσαι απεσταλμένου του Cefto και άλλων τόπων, κομίζοντας δώρα τω Φαραώ, εν οις καλλιτεχνικά αγγεία εκ μετάλλων πολυτίμων, προερχόμενα κατά πάσαν πιθανότητα, ή μάλλον κατά βεβαιότητα, εκ τόπων της ακτίνος του μινωικού πολιτισμού, ού το κέντρον ήτο, ως γνωστόν, η Κρήτη.


Τούτο δ’ αποδεικνύεται εκ της συγκρίσεως των αιγυπτιακών τούτων καλλιτεχνημάτων προς τε άλλα και δη προς τα καλλιτεχνικά ευρήματα του Αιγαίου πολιτισμού, μάλιστα δε τα εν Κρήτη ευρεθέντα.

Κατά την σύγκρισιν δε ταύτην ου μόνον παρατηρείται, ότι τα χαρακτηριστικά των προσώπων των Keftiu υπομιμνήσκουσι την γνωστήν ΕΛΛΗΝΙΚΗΝ κατατομήν (profil), αλλά και διαπιστούται καταπλήσσουσα ομοιότης κατά τε το αγένειον του προσώπου, κατά τε την κόμην, την τε ενδυμασίαν των προσώπων (μακρόν διάζωμα των ισχίων τεχνικόν επί γυμνού σώματος) και κατά τα υπ’ αυτών βασταζόμενα αγγεία.

Ταύτα δ’ εν συνδυασμώ και προς τας μνημονευθείσας ενδείξεις της Π.Δ. είναι, νομίζομεν, ικανά όπως στηρίξωσι την εκδοχήν την ταυτίζουσαν το Kefto προς το Caphtor και προς την Κρήτην1.
Και η μεν μεταξύ των φωνηέντων e και a διαφορά απεδείχθη ασήμαντος, ευρεθείσης έν τινι ιατρικώ παπύρω του Λονδίνου της λέξεως Ka-f-tiu αντί Kefto. Ουχί δε μάλλον σπουδαία είναι η από του Kefto απουσία του εν τω Caphtor υπάρχοντος τελικού r, όπερ κατά τον δόκιμον αιγυπτιολόγον Spiegelberg υπάρχον εν τω πρωτογόνω τύπω εξηλείφθη έπειτα, των Αιγυπτίων φιλούντων να μετατρέπωσι το τελικόν r εις y. Άλλως δε εν πολύ μεταγενεστέρω αιγυπτιακώ μνημείω απαντά το όνομα Kptar.
Αλλά συγκριτική μελέτη των αιγυπτιακών μνημείων και των εν Κρήτη και Παλαιστίνη αρχαιολογικών καλλιτεχνικών ευρημάτων διαφωτίζει ημάς πληρέστερον περί τε της εκ του Αιγαίου και δη και της κρητικής καταγωγής των Φιλισταίων, περί τε του τρόπου και του χρόνου της εν Παλαιστίνη εγκαταστάσεως αυτών.
Εκ των αιγυπτιακών δηλ. μνημείων και εξ άλλων ιστορικών τεκμηρίων πληροφορούμεθα, ότι το από της ΙΔ’ – ΙΒ’ εκατονταετηρίδος διάστημα υπήρξε περίοδος σφοδράς εν τη ανατολική Μεσογείω ανησυχίας, προκαλουμένης εκ ζωηροτάτης κινήσεως μικρών φυλών, ων αι πλείσται φέρουσιν ονόματα υπομιμνήσκοντα ημάς ονομασίας τόπων και λαών της Μ. Ασίας1.
Αι δε φυλαί αύται, αίτινες πολλά πράγματα παρέσχον τω αιγυπτιακώ κράτει αποκαλούνται επί των αιγυπτιακών μνημείων ουχί πλέον Keftiu αλλά «λαοί της θαλάσσης» και «βόρειοι», ως εκ της προελεύσεως αυτών. Ήδη επί του φαραώ Ραμεσή Β’ (1242-1226) συγκαταλέγονται εν τοις πολεμίοις αυτού, ως «σύμμαχοι των Χετταίων», εν τη μάχη της παρά τον Ορόνταν Qades μισθοφόροι εκ μερών της Μεσογείου, ονομαζόμενοι Lukki ή Lukka (Λύκιοι), Dardeny (Δάρδανοι), Musa (πιθανώς Μυσοί) και Yewanna (Ίωνες). Αι φυλαί δε αύται ομού μετά των Akaiwascha (οίτινες είναι πιθανώτατα οι ΑχαιFοί) παρέχουσιν ολίγον βραδύτερον πράγματα εις τον φαραώ Mernephtah (1225-1215).
Και ιδού μετ’ ολίγον, κατά το 8ον έτος της βασιλείας Ραμεσή Γ’ (περί το 1198-1167), συγχρόνου περίπου τω Ιησού τω Ναυή, σημειούται η φοβερωτάτη επιδρομή πολυαρίθμων τοιούτων φυλών, μεταξύ των οποίων διακρίνονται οι Dano ή Danona (πιθανώτατα Δαναοί), οι Vaschascha και μάλιστα οι Zakkara ή Zakkari ή Zakkala ή Takkara (πιθανώτατοι οι τευκροί της ελλην. παραδόσεως), και οι Purasata ή Purasti ή κατ’ άλλην ανάγνωσιν Pulasata ή Pulasti, των Αιγυπτίων αντί του ξένου αυτοίς φθόγγου l μεταχειριζόμενων το r.
Η τελευταία δ’ αύτη φυλή, ήτις, ως μνημονευομένη πάντοτε πρώτη, φαίνεται ότι ήτο και η πρωταγωνιστούσα εν τη περί ής ο λόγος κινήσει κατά την, διά της ερεύνης του W. Max Muller, ορθήν αποδειχθείσαν παρατήρησιν του πολλού αιγυπτιολόγου Champollion (+1832), ουδέν άλλο είναι, ειμή οι ημέτεροι Φιλισταίοι.
Αι μνημονευθείσαι δε φυλαί, μικρασιατικής και δη και πιθανώς Καρίας κατά το πλείστον καταγωγής3, πιεζόμεναι ίσως εν Μ. Ασία, ένθα μετά των Zakkari είχον και οι Pulasata εκ Κρήτης ου προ πολλού καταφύγει, εισώρμησαν νυν εις την χώραν των Χετταίων και εκείθεν προελαύνοντες εισέβαλον εις την Συρίαν και εξεχύθησαν προς την Παλαιστίνην, διά της παραλίας της οποίας έφθασαν μέχρι των ορίων της Αιγύπτου προς αναζήτησιν κρείσσονος τύχης, συμφώνως προς το περιπλανητικόν πνεύμα της αρίας φυλής.
Τω όντι δε περί αναζητήσεως κρείσσονος τύχης προύκειτο, ως τεκμαιρόμεθα εκ του γεγονότος, ότι οι επιδρομείς συνωδεύοντο υπό γυναικών και τέκνων και υπό των υπαρχόντων αυτών, μεταφερομένων επί διτρόχων οχημάτων υπό βοών συρομένων, και ουχί περί επιχειρήσεων πειρατικών, καθώς ήκασάν τινες παραχθέντες υπό της φρασιολογίας των αιγυπτιακών επιγραφών1.
Κατά τον αυτόν δε που χρόνον, όστις συμπίπτει περίπου προς τον χρόνον του τρωικού πολέμου, κατά την παραδεδομένην χρονολογίαν (1194-1184), και παραλλήλως προς την χερσαίαν ταύτην εκστρατείαν, κραταιός στόλος των «βορείων» τούτων, ως λέγονται εν ταις αιγυπτιακαίς επιγραφαίς, υπερβάς την Κύπρον, κατηυθύνετο προς την πλουσίαν της Αιγύπτου λείαν και εισελθών εις τα στόμια του Νείλου, ελυμαίνετο την περιοχήν του Δέλτα. Το αιγυπτιακόν κράτος από της επιδρομής των Ύξως δεν είχε διατρέξει φοβερώτερον κίνδυνον. Αλλά Ραμεσής ο Γ’ έσωσεν αυτό΄, αντεπεξελθών και αποκρούσας τους επιδρομείς κατά γην τε και θάλασσαν διά κραταιών επιχειρήσεων, ας απηθανάτισεν έπειτα το μεν δι’ επιγραφικών περιγραφών των γεγονότων επί των τοίχων του εις ανάμνησιν της νίκης εκείνης ιδρυθέντος υπ’ αυτού εν Medinet Habu ναού, το δε διά καλλιτεχνικής ενταύθα τε και αλλαχού αναπαραστάσεως της τε εισβολής των επιδρομέων και της κατ’ αυτών ναυμαχίας, του παλαιοτάτου τοιούτου είδους γεγονότος εν τη παγκοσμίω ιστορία, ού σώζεται ζωγραφική μαρτυρία. Ακριβώς δ’ ειπείν, η καλλιτεχνική αύτη αναπαράστασις των γεγονότων εκείνων έρχεται εις ενίσχυσιν σοβαράν της περί αιγαίας και δη και κρητικής καταγωγής των Φιλισταίων εκδοχής.
Διότι αι εν τοις αιγυπτιακοίς τούτοις καλλιτεχνήμασιν εικόνες των Φιλισταίων εμφανίζουσιν έντονον και πολλαπλήν ομοιότητα κατά τε το πρόσωπον, την τε ενδυμασίαν και την κόμην, προς τε τας μνημονευθείσας εικόνας των Keftiu και προς τα εν τοις κρητικοίς ευρήμασι του Arthur Evans και μάλιστα εν τω περιφήμω κατά το έτος 1907 ανευρεθέντι και ακατανόητον εισέτι ιερογλυφικήν γραφήν φέροντι δίσκω της Φαιστού.
Το άνευ γενείου πρόσωπον, το περίζωμα των ισχύων, το επίμηκες των ιδιοτρόπων πλοίων μεθ’ υψηλών πηδαλίων και πρό παντός το πανομοιότυπον πτερωτόν εν είδει περικεφαλαίας κάλυμμα της κεφαλής είναι τα κοινά γνωρίσματα των επί του δίσκου τούτου και επί των τοίχων του Medinet Habu εικονιζομένων1. Σύγκρισις δε των αιγυπτιακής ούτως ειπείν εκδόσεως εικόνων των Φιλισταίων προς εικόνας μυκηναϊκών καλλιτεχνημάτων αποδεικνύει, ότι και το είδος του υπό των Pulasata φορουμένου θώρακος και η μικρά στρογγύλη ασπίς αυτών είναι των συγχρόνων τη επιδρομή εκείνη μεταγενεστέρων Αιγαίων συνήθεια.
Ουχί λοιπόν Σημίται, αλλά Αιγαίοι και δη Κρήτες, τουλάχιστον μοίρά τις αυτών, οι λεγόμενοι Χερεθθί, ήσαν την καταγωγήν οι Φιλισταίοι, πιθανώς δε και οι Zakkari, οίτινες πιεζόμενοι, κατά την πιθανήν του v. Lichtenberg εικασίαν, υπό της δωρικής εις την πατρίδα αυτών εισβολής, κατέφυγον εις την οπωσδήποτε οικείαν αυτοίς νοτιοδυτικήν Μ. Ασίαν, ένθα πάλιν μη ευρόντες ησυχίαν, συμμαχήσαντες δε και μετ’ άλλων φυλών συγγενικών, καρικής ίσως καταγωγής, επεχείρησαν τας μνημονευθείσας επιδρομάς.
Των επιδρομών δε τούτων αποτέλεσμα προς τοις άλλοις ήτο και η έκτοτε, και δη είτε μικρόν μετά είτε μικρόν προ των μετά Ραμεσή του Γ’ συμπλοκών, παρά την ακτήν της Παλαιστίνης μόνιμος εγκατάστασις των τε Zakkari και των Pulasata, ήν δεν επέτυχε ν’ αποσοβήση ο των μερών εκείνων κυρίαρχος τότε μνημονευθείς Φαραώ και πολύ ολιγώτερον οι ανίσχυροι διάδοχοι αυτού.
Και τους μεν Zakkari ευρίσκομεν ήδη περί 1100 π.Χ. εγκατεστημένους και ικανώς εν τω πολιτισμώ προηγμένους εν τη πόλει Dor (ελληνιστί Δώρα) προς νότον του Καρμήλου, υπό ηγεμόνα τινα Bidir ονόματι, ως πληροφοροφούμεθα από του παπύρου Golenisc eff4, τους δε Φιλισταίους νοτιώτερον εν τη παρά την Μεσόγειον ευφόρω πεδιάδι Schefela, ένθα άλλοτε κατά την Π. Διαθ. Κατώκουν οι Ευαίοι5. Ούτω δε, άπαξ έτι η Παλαιστίνη αποβαίνει ό,τι πολλάκις υπήρξεν εν τη ιστορία τ.έ. τόπος συναντήσεως Δύσεως και Ανατολής.
Και υπήρξε μεν η προκειμένη εν Παλαιστίνη εγκατάστασις των Φιλισταίων εκείνη, αφ’ ης άρχεται ο πολιτικός και ο ιστορικός καθ’ όλου εκείνων, ως λαού πλέον, βίος, ούτως όμως δεν αποκλείεται το παράπαν και παλαιότερα εν τη χώρα ταύτη εγκατάστασις μικράς μοίρας των Φιλισταίων ή άλλης στενώς συγγενικής αυτοίς πολεμοχαρούς φυλής, ήν προϋποθέτουσι και τινες πληροφορίαι της Π. Διαθήκης, καθιστώσι δε πιθανήν το μεν η διά των εν Παλαιστίνη νεωτάτων ανασκαφών διαπιστουμένη πρωϊμωτάτη (ήδη από των αρχών της β’ χιλιετηρίδος) πυκνή προς την χώραν ταύτην επικοινωνία αντιπροσώπων του αιγαίου πολιτισμού, το δε το γεγονός, ότι εκ τοσούτων άλλων επιδραμουσών τότε αιγαϊκής προελεύσεως φυλών μόνον ο των Φιλισταίων λαός μετά των συγγενών αυτοίς Zakkari προτιμά την Παλαιστίνην και ολόκληρος εγκαθίσταται εν αυτή, ελκόμενος πιθανώς υπό των συγγενικών προς την παλαιοτέραν εκείνην μοίραν δεσμών.
Οπωσδήποτε δεν πρόκειται περί μεγάλου ποσοτικώς λαού, αλλά περί λαού σπουδαίου ποιοτικώς, γενναίου, εμπειροπολέμου και δη και φορέως πολιτισμού υψηλού, ον εφ’ ικανόν χρόνον ου μόνον διετήρησεν, αλλά και φιλοτίμως προήγαγε, καίπερ πρωίμως την γλώσσαν εν μέρει δε και την θρησκείαν εκχαναανισθείς και επί πλείστον εν πολεμικαίς περιπετείαις εμπεπλεγμένος.
Και ο λαός ούτος, ΛΑΟΣ ΤΟΙΟΥΤΩΝ ΠΡΟΣΟΝΤΩΝ, καίπερ ολιγαριθμότερος των Ισραηλιτών, θέσας στερεόν τον πόδα επί της κληρονομίας εκείνων έμελλε να παρεμβάλη την κραταιοτάτην αντίδρασιν εις την εν τη γη της επαγγελίας εγκατάστασιν αυτών και να διαδραματίση σπουδαιότατον εν τη ιστορία αυτών μέρος.-  Π.Ζ
_________________________________________
Δημοσιεύθηκε στηνΑρχαιολογίαΕπιστημονικές έρευνες


  Scholeio.com  

Αρχαίοι Πολιτισμοί, καταγραφές και ερωτηματικά ζητούν απαντήσεις




Είναι απομεινάρια από μια αρχαιότητα που δεν θα γνωρίσουμε ποτέ. 


Μας υπενθυμίζουν το μυστηριώδες παρελθόν μας που προσπαθούμε να κατανοήσουμε.

Καταπληκτικά μνημεία, απομεινάρια λαών που έχουν ξεχαστεί  μας καλούν να λύσουμε γρίφους... 

Μας  οδηγούν σε ερωτήσεις όπως.. ποιός τα έχτισε, γιατί και πώς.







  Scholeio.com  

Μύθοι των Υπερβορείων βεβαιώνουν, Έλληνες οι πατέρες των Σκωτσέζων




«...  Η μυκηναϊκή και η κρητική (μινωική) κουλτούρα για μεγάλο χρονικό διάστημα θεωρούνταν προελληνική ή την ονόμαζαν δήθεν "μεσογειακή" κουλτούρα αγνώστου λαού ή λαών. Σήμερα, ουδόλως τίθεται θέμα επιστημονικής αμφισβήτησης ότι αυτή ήταν η αρχαία ελληνική κουλτούρα»  ___  Βλαντιμίρ Σαγιάν, στην τελευταία του έρευνα για την ερμηνεία των ταυροκέφαλων σκυθικών ιερών παραστάσεων 


Πατέρες των Σκωτσέζων... οι Έλληνες

Είναι πολλά τα έπη και πολλές οι παραδόσεις που αναφέρονται στην καταγωγή των
Σκωτσέζων από τους Έλληνες. 

Μια από τις παλαιότερες καταγραφές και ίσως η πιο ενδιαφέρουσα είναι στην Άκτα Σανκτόρουμ, δηλαδή τον βίο των Αγίων της Ιρλανδίας, όπως καταγράφηκε από τον Κόλγκαν τον 11ο αι. στα λατινικά, στο κεφάλαιο που αφορά στη ζωή του Αγίου Καντρού και στο οποίο συνοψίζονται όλες οι παραδόσεις για την καταγωγή των Σκωτσέζων από τους Έλληνες. Αυτό το κείμενο ίσως αποτελεί και την πρωιμότερη εκδοχή των ιρλανδέζικων μιλησιανών μύθων που αναφέρονται σε σχέση και την καταγωγή των Ιρλανδών από Έλληνες.

Στον Βίο του Αγίου Καντρού γράφεται επί λέξη ότι οι Σκωτσέζοι ήταν ένας λαός από τις
περιοχές της Λυδίας της Μικράς Ασίας, στον ποταμό Πακτωλό και από το Χωρισκόν, της
περιοχής Χωρία, οι οποίοι κατά τη γλώσσα και| τη θρησκεία ήταν ελληνικής εθνικότητας
(«lingua et cultu nationeque Graeci»).
Η σκέψη μας αμέσως μπορεί να πηγαίνει ότι στη Λυδία και στον Πακτωλό δεν υπήρχαν
Έλληνες. Μελετώντας όμως πιο προσεκτικά τους σκωτσέζικους μύθους θα διαπιστώσουμε
ότι με τον όρο «Ελλάδα» οι Σκωτσέζοι αναφέρονται στην μινω-μυκηναϊκή επικράτεια. Και
ως «Έλληνες» χαρακτηρίζουν τους Μινωίτες της Κρήτης και της αυτοκρατορίας της, αλλά
και όλους τους Αχαιούς οι οποίοι συμμετείχαν στην μυκηναϊκή ομοσπονδία.

Αυτές οι απόψεις, ότι δηλαδή οι Μινωίτες και οι Μυκηναίοι αλλά και οι κατοπινοί
κλασικοί Έλληνες αποτελούσαν μια ενιαία λαότητα η οποία δεν ήταν χωρισμένη σε
προ-ινδοευρωπαίους και Ινδοευρωπαίους, στην κελτική μυθολογία δεν υφίστανται.
Και παραδόξως οι σύγχρονες επιστημονικές απόψεις έρχονται να καταδείξουν ότι οι
Κρήτες με τη θαλάσσια αυτοκρατορία τους, που εκτεινόταν μέχρι την ιβηρική
χερσόνησο, τον ουκρανικό Νότο, τη μικρασιατική ενδοχώρα και την παλαιστινιακή.


Η Σκωτία είναι συνδεδεμένη με τα κάστρα της, όπως περίπου η Ελλάδα με τους ιερούς τόπους της. Μπορεί να συναντήσει κανείς δεκάδες και εκατοντάδες κάστρα σε διάφορους βαθμούς εγκατάλειψης.

Για τα περισσότερα από αυτά, υπάρχουν θρύλοι με φαντάσματα, τέρατα, μυστηριώδη φαινόμενα και τρομακτικά γεγονότα. 

Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί, πέρα από την εκπληκτική ομορφιά των τοπίων, τη μαγεία που περικλείουν οι τόποι αυτοί που συνεχίζουν ακόμη και στη σύγχρονη, ορθολογιστική εποχή μας να ασκούν έντονη γοητεία στους επισκέπτες τους. Μένει να αποκαλυφθούν τα μυστικά που κρύβουν. Στη φωτογραφία βλέπουμε το κάστρο Strom.

Φανταστείτε τώρα το επιβλητικό κάστρο της φωτογραφίας στη μέση μιας αρχαίας λίμνης. Και όμως δεν είναι σκωτσέζικο κάστρο. Είναι η θρυλική και πανάρχαιη Γλα της Βοιωτίας... Εδώ, σύμφωνα με την σκωτική παράδοση, γεννήθηκε, στην ενδιάμεση εποχή μεταξύ της Αργοναυτικής εκστρατείας και του Τρωικού πολέμου, ο φοβερός Γαίθηλος Γκλας, αυτός που έμεινε να τον θυμούνται οι Ιρλανδοί και οι Σκωτσέζοι ως Γκαϊντέλ! γη των Φιλισταίων δεν ήταν προελληνικός πολιτισμός αλλά ελληνικός. 

Γι' αυτό και στην Παλαιά Διαθήκη, στη μετάφραση των Εβδομήκοντα, η λέξη «Φιλισταίος» («φιλιστήν» στα εβραϊκά) μεταφράζεται αλλού ως Κρητικός, αλλού ως Καππαδόκης και αλλού ως Έλληνας... 
Αλλά και γνωστοί επιστήμονες, όπως ο Ρώσος Σεργκέι Ριάπτσικοφ, ισχυρίζονται ότι ο κρητικός εποικισμός της Κριμαίας και του Δον στην πραγματικότητα ήταν ενιαίος με τον μυκηναϊκό και δημιούργησε την υποδομή για την έλευση του ελληνικού αποικισμού. 


Η Ιστορία του Κόσμου, από τους Times

Τέτοιες απόψεις, ότι δηλαδή η κοιτίδα των ινδοευρωπαίων βρίσκεται ανατολικά και δυτικά του Αιγαίου, εκφράζονται και από μεγάλους πλέον επιστήμονες διαφόρων ειδικοτήτων. 
Ειδικότερα εμφανίζονται στο βιβλίο των Times, Η Ιστορία του Κόσμου, το οποίο ουσιαστικά παρουσιάζει και συνοψίζει τις τελευταίες θεωρίες για την ιστορία του κόσμου.

Βλέπουμε λοιπόν ότι σύμφωνα και με την ελληνική μυθολογία και με τη σκωτσέζικη   μυθολογία, αλλά και με τις απόψεις την ελληνιστικής εποχής και τις μεσαιωνικές βρετανικές, υπήρξε μια παρουσία ελληνικών λαοτήτων στον βόρειο Εύξεινο Πόντο, στην κυρίως Ελλάδα, στη δυτική, στη νότια και στην κεντρική Ασία και στην Παλαιστίνη, η οποία αποτέλεσε και τη μήτρα μιας μεγάλης εξάπλωσης προς τον ευρωπαϊκό Βορρά και προς την ινδική Ανατολή, μεταξύ του 2000 και του 1000 π.Χ. 

Είναι οι «απαρίθμητοι» της Παλαιάς Διαθήκης, οι Γιαβάνας των Ινδών, οι Γελωνοί των Σκυθών (αυτοί που έφεραν τη λατρεία του θεού -ταύρου Ροντ στους Σλάβους και τους Σκύθες), οι Γραικοί των Βρετανών. Η ιρλανδική μυθολογία μας βοηθάει να κατανοήσουμε αυτό το σχήμα που μέχρι τώρα εξέφραζαν κάποιοι περιθωριακοί ελληνοκεντρικοί ερευνητές.

Στον Βίο του Αγίου Καντρού λοιπόν, Έλληνες τοποθετούνται στη Λυδία, όπως ακριβώς αναφέρεται και στην ελληνική μυθολογία, σύμφωνα με την οποία ο γενάρχης τους, ο Λυδός, ήταν εγγονός του Ηρακλή και της Ομφάλης, πράγμα που πιθανώς να σημαίνει ότι οι Λυδοί ως έθνος είχαν προέλθει από την επιμιξία κάποιων αυτοχθόνων Μικρασιατών με ηρακλειδείς Γραικούς, οι οποίοι είχαν εγκατασταθεί κοντά στον Πακτωλό ποταμό και οι οποίοι κατά παράξενο τρόπο έγιναν γενάρχες των Σκωτσέζων.


Χρησιμοποιούμε εδώ τη λέξη Γραικός συνειδητά, όπως και η ιρλανδική μυθολογία (Greek) γιατί και κατά τον Αριστοτέλη και κατά τον Αλκμάνα και κατά το Πάριο Μάρμαρο, οι Γραικοί είναι οι πατέρες των Ελλήνων ή οι Έλληνες παλαιότερα αποκαλούνταν Γραικοί («Έλληνες το πρότερον Γραικοί καλούμενοι -Γραίκες οι των Ελλήνων μητέρες»). Βέβαια φτάσαμε, οι ημιμαθείς, να ντρεπόμαστε για το όνομα Γραικοί-Greeks ή για το όνομα Γιουνανίδες-Ίωνες, χωρίς ό αναγνωρίζουμε ότι αυτά είναι τα πανάρχαια ονόματα που είχε ο λαός μας, πριν ακόμα στις αφικτυονίες και στους Δελφούς πάρει το ηλιακό, απολλώνιο όνομα Έλληνες.

Το όνομα «Γραικός» μας τιμά πιο πολύ από το «Έλληνας» γιατί συνδέεται με την πανάρχαια ιστορία του αιγαιακού, βαλκανικού και μικρασιατικού χώρου. Και κανείς ξένος δεν μας προσβάλει όταν μας αποκαλεί Γραικούς, αφού έτσι μας συνδέει όχι μόνο με το ελληνικό πολιτιστικό φαινόμενο, αλλά και με το «προελληνικό», μινωικό-πελασγικό και με το βυζαντινό (γριέκ αποκαλούνται όλοι οι βυζαντινοί και οι ελληνορθόδοξοι στη σλαβική γραμματεία, αλλά και Γραικοί αποκαλούνται όλοι οι μη-σλάβοι ορθόδοξοι αλλά και όλοι οι Ουνίτες διεθνώς) και με το νεο-ελληνικό («εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θε να πεθάνω»).

Αυτοί λοιπόν οι Χωρίσκιοι έφτιαξαν καράβια και πήγαν στη Θράκη, όπου ενώθηκαν με
ανθρώπους της Περγάμου (προφανώς Πισιδούς, οι οποίοι και αυτοί ανήκαν στην κρητική
αυτοκρατορία) και Λακεδαιμονίους. Από εκεί, οδηγημένοι από τον βόρειο άνεμο, πήγαν στην Έφεσσο, στη νήσο Μήλο, στις Κυκλάδες και στην Κρήτη.

Αυτή η διαδρομή δεν είναι καθόλου τυχαία και ίσως είναι μια μακρινή ανάμνηση της προετοιμασίας κάποιας εκστρατείας της κρητικής αυτοκρατορίας προς την Παλαιστίνη και την Αίγυπτο, όπως διασώθηκε στους ιρλανδοσκωτικούς μύθους, μιας εκστρατείας που έμεινε γνωστή στις χιττιτικές, ασσυριακές και αιγυπτιακές πηγές ως η φρικτή και τρομακτική
κάθοδος των λεγομένων Λαών της θάλασσας.



Οι Έλληνες στη Σκωτία

Οι Χωρίσκιοι περάσανε στην αφρικανική θάλασσα και, σύμφωνα πάντα με το κείμενο και
χωρίς άλλες λεπτομέρειες, έφθασαν στις Βαλεαρίδες νήσους και αφού πέρασαν την Ισπανία
και τις στήλες του Ηρακλέους προς την απομονωμένη Θούλη, αποβιβάστηκαν στο Κρουάτσαν Φέλι στην Ιρλανδία. Το νησί, εκείνο τον καιρό, κατοικούσαν οι Πίκτες, τους
οποίους κατανίκησαν σε μια περιοχή που από τότε λέγεται Άρτμαχα. 


Πρόκειται για μια λέξη που παραδόξως θα μπορούσε να έχει ελληνική προέλευση, αφού «μάχα» στα δωρικά είναι η μάχη (οι Λακεδαιμόνιοι μετείχαν στο απόσπασμα αυτό και δεν ξέρουμε αν οι Δωριείς ήταν τελικά άλλο φύλο από τους Αχαιούς Λακεδαιμόνιους, όλα υπό συζήτηση είναι) και το «αρτ» μπορεί να προέρχεται από τη λέξη «άρτος», αλλά και τη λέξη «άρτηση» που σημαίνει τροφή, αφού κατά τον μύθο αυτό, οι εισβολείς πολέμησαν τους Πίκτες μαγεμένοι από το μέλι και το γάλα που έρεε στην περιοχή τους.

Οι Έλληνες κατέλαβαν την περιοχή μεταξύ του Λοχ Έρνε και του Έθιοχ, μετά πήραν το Κιλντέαρ και το Κορκ και έφτασαν και πολιόρκησαν το Μπάνγκορ. Πολλά χρόνια μετά πέρασαν απέναντι στη Σκωτία, στην περιοχή της Ρόσιας, κοντά στον ποταμό Ρόσι και κατέλαβαν τις πόλεις Ρέγκνομαθ και Μπέλεθορ. 


Στην αρχή ονόμασαν τη χώρα τους Χωρισκία αλλά μετά την αποκάλεσαν Σκωτία, επειδή ο αρχηγός των εισβολέων ήταν ο Λακεδαιμόνιος Νέωλος, ο οποίος παντρεύτηκε την Αιγύπτια κόρη Σκώτα, όταν οι εισβολείς είχαν παραμείνει για ένα διάστημα στην Αίγυπτο. Αυτό είναι και μια εισαγωγική καταγραφή των μύθων, τους οποίους θα παρουσιάσουμε πιο κάτω και είναι σαφέστατοι όσον αφορά στα πρόσωπα και τα πράγματα.

Ποιοι ήταν όμως οι Πίκτες που οι Έλληνες συνάντησαν στην Ιρλανδία και τη Σκωτία;
Είναι ένας από τους πιο παράξενους λαούς της αρχαιότητας. Ονομάστηκαν έτσι από τους
Ρωμαίους, επειδή ήταν γεμάτοι τατουάζ («πίκτουμ» στα λατινικά σημαίνει «ζωγραφίζω»).

Μάλιστα φαίνεται ότι ήταν από τους πιο σκληρούς και πολεμικούς λαούς του κόσμου. Δεν
ήταν Κέλτες, αφού η γλώσσα τους δεν ήταν κατανοητή από τους Κέλτες ορθοδόξους
ιεραποστόλους. Κατά τον Μεσαίωνα ή τις λεγόμενες Σκοτεινές Εποχές (Dark Ages) και αφού σφαγιάστηκαν οι ευγενείς τους με προδοσία, ο λαός τους ενσωματώθηκε στους
Σκωτσέζους. Μερικοί τους συνδέουν με τούς Βάσκους, τίποτα όμως δεν είναι σίγουρο πέρα
από το ότι υπήρξαν και εντυπωσίασαν.






Το έπος του Φορντάν 


Το Σκότις Χρονικόν, δηλαδή το χρονικό του σκωτικού έθνους, το οποίο συνέγραψε ο
μεγάλος Βρετανός επικός, Ιωάννης του Φορντάν, το 1345, είναι πολύ σαφέστερο ως προς τη μυθική αυτή εκστρατεία των Ελλήνων στην Ιρλανδία. Αυτός ο άνθρωπος με μεγάλη
επιμέλεια συνέλεξε όλους τους μύθους και τις παραδόσεις που έχουν να κάνουν με τον
αποικισμό της Σκωτίας και της Ιρλανδίας από τους Έλληνες και τις παρουσίασε στο έπος του το οποίο και αποτέλεσε τον κορμό της εθνικής αναφοράς των Σκωτσέζων.

Από ό,τι φαίνεται, οι Έλληνες πήγαν στα βρετανικά νησιά σε δυο κύματα. 


Το πρώτο αναφέρεται στο θρυλικό έπος τους, το Τουάθα Ντε Ντανάν. Αναφέρεται στον Έλληνα Παρθόλωνα, ο οποίος έχει όντως ελληνικότατο όνομα που σημαίνει «πορθητής των όλων». Αυτός αποτελεί και τον πρώτο οικιστή της Ιρλανδίας, ο οποίος πολέμησε το σκοτεινό γένος των δαιμόνων Φιρ Μπολγκ και εγκατέστησε τον πολιτισμό στην Ιρλανδία. Το έπος αυτό που θα δούμε πιο κάτω ίσως αναφέρεται στις αρχαίες εκείνες συγκρούσεις μεταξύ των αρχαίων Ελλήνων οικιστών και των Πικτών, οι οποίοι είχαν μια χθόνια λατρεία δαιμόνων.

Το δεύτερο αναφέρεται στο κείμενο που συζητάμε τώρα και είχε αρχηγούς τους τον Νέωλο ή Ηώλαο -και κατά τα κείμενα Γαίθηλο -ο οποίος έμεινε γνωστός στους Ιρλανδούς ως
Γκαιντέλ, και τη σύζυγο του, η οποία ήταν κόρη του Φαραώ και ονομάστηκε Σκώτα. Αξίζει
όμως να αφεθούμε στη μαγεία του κειμένου του Ιωάννη Φορντάν.


Ο τρομερός Γαίθηλος



«Κατά την Τρίτη εποχή στις μέρες του Μωϋσέως, ένας κάποιος βασιλιάς μιας από τις κόρες της Ελλάδας, ο Νέωλος ή Ηώλαος (σ.σ.: Νέωλος προέρχεται προφανώς από τις λέξεις
ναύς και λαός, είναι σαφώς αρχαιοελληνικό όνομα και σημαίνει, αυτός που είναι μέλος του
λαού που έρχεται με καράβια. Ηώλαος είναι επίσης ελληνικό όνομα και αναφέρεται σε αυτόν
που είναι λαός από την Ανατολή ή από την Ηώ δηλαδή την χώρα της αυγής, της ανατολής
με το όνομα, είχε έναν γιο, ωραίο στην κοψιά αλλά ταραχοποιό κατά το πνεύμα, που τον
λέγαν Γαίθηλο στον οποίο δεν επέτρεψε καμιά εξουσία στο βασίλειο του.

Σπρωγμένος στην οργή και με την υποστήριξη πολλών συμμοριών από νέους, ο Γαίθηλος
τάραξε το βασίλειο του πατέρα του από πολλές εγκληματικές ανόσιες πράξεις και έστρεψε ακόμα και τον πατέρα του, όπως και τον λαό του με την απρεπή συμπεριφορά του. Έτσι και γι' αυτόν τον λόγο διώχθηκε με τη βία έξω από την πατρική του γη και έπλευσε προς την Αίγυπτο όπου τον ξεχώρισαν για το κουράγιο και την τόλμη του. Αλλά και επειδή ήταν γέννημα βασιλιά παντρεύτηκε την Σκώτα, την κόρη του Φαραώ.

Ένα άλλο χρονικό μας λέει ότι εκείνες τις μέρες την Αίγυπτο την είχαν καταλάβει οι Αιθίοπες (σ.σ. πρόκειται για την Μεροητική δυναστεία των μαύρων Φαραώ, που από το σημερινό Σουδάν και τη Μερόη κατέλαβε την Αίγυπτο) οι οποίοι σύμφωνα με τις συνήθειές τους ερήμωσαν την χώρα από τα βουνά μέχρι την πόλη της Μέμφιδος.

Η λίμνη (Λοχ) Νες αποτελεί το πλέον διάσημο μέρος της Σκωτίας. Ο θρύλος του τέρατος που κρύβει κάτω από τα νερά της, έχει εξάψει τη φαντασία πολλών γενεών και έχει παρουσιαστεί σε παραδοσιακά κείμενα και τραγούδια. Αλλά και η ίδια η λέξη «λοχ» έχει ελληνική ρίζα (λακ, εξου και λάκκος, όπως ανέφερε ο καθ. Θ. Σπυρόπουλος στο άρθρο του για τη Λακεδαιμόνα). 

Να σημειώσουμε ότι οι Λακεδαιμόνιοι σχετίζονται με τους Σκωτσέζους και ότι πιθανόν η ρίζα «λακ» να πέρασε στις ευρωπαικές γλώσσες από εδώ. και της Μεγάλης θάλασσας. Έτσι ο Γαίθηλος, ο γιος του Νέωλλου (σ.σ. εδώ ο Νέωλος παρουσιάζεται με δύο λάμδα σε αντίθεση με πριν], ένας από τους συμμάχους του Φαραώ, εστάλη για βοήθεια του με έναν μεγάλο στρατό και ο βασιλιάς του έδωσε τη μοναδική του κόρη σε παντρειά για να σφραγίσει την συμφωνία.

Γραμμένο στην παράδοση του Αγίου Μηρένταν είναι, ότι ένας κάποιος πολεμιστής, στον
οποίο οι αρχηγοί του έθνους του παρέδωσαν την εξουσία, κυβέρνησε την Αθήνα στην
Ελλάδα (Greece). Ο γιος του, ο Γαίθηλος κατά το όνομα, νυμφεύθηκε τη θυγατέρα του
Φαραώ βασιλέα της Αιγύπτου, τη Σκώτα, από την οποία επίσης οι Σκωτσέζοι πήραν το
όνομα τους. Και αυτός, δηλαδή ο Γαίθηλος, ο οποίος ήταν διάσημος για τη δύναμη του και
την τόλμη του, εξαγρίωσε τον πατέρα του και όλους από την επιθυμία του για φασαρίες και
έφυγε επειδή απέτυχε στις επιθυμίες του και όχι επειδή ήταν αυτή η θέληση του και αποσύρθηκε στην Αίγυπτο όπου τον υποστήριξε μια τολμηρή συμμορία νεαρών.

Ένα ακόμα χρονικό πάλι λέει ότι ένας κάποιος Γαίθηλος, ο εγγονός, λέγεται, του Νέμπριχτ, επειδή δεν είχε τη θέληση να κυβερνήσει με το δίκαιο της διαδοχής ή επειδή ο λαός του υποστηριζόμενος από τα γειτονικά έθνη δεν στήριξε την τυραννία του εγκατέλειψε την πατρίδα του ακολουθούμενος από ένα πλήθος νέων ανδρών, με ένα στρατό. 

Κατά μήκος της διαδρομής του τάραξε με πολλούς πολέμους διάφορους τόπους και εξαναγκασμένος από την έλλειψη ανεφοδιασμού και προμηθειών ήρθε στην Αίγυπτο όπου ενώθηκε με τις δυνάμεις του βασιλιά Φαραώ και πάσχισε μαζί με τους Αιγυπτίους να κρατήσει τα παιδιά του Ισραήλ σε αιώνια δεσμά και στο τέλος νυμφεύθηκε τη μονάκριβη θυγατέρα του Φαραώ, τη Σκώτα, με πρόθεση να διαδεχθεί τον πεθερό του στον θρόνο της Αιγύπτου...

Αυτός ο Φαραώ, που αναφέραμε πιο πάνω, πνίγηκε μαζί με τον στρατό του από εξακόσια
άρματα, πενήντα χιλιάδες άλογα και διακόσιους χιλιάδες πεζούς. Ενώ οι επιζήσαντες είχαν
παραμείνει στα σπίτια τους και ήλπιζαν να απαλλαγούν από τον φόρο των σιτηρών που είχε
παλαιότερα καθιερωθεί από τον Ιωσήφ τον καιρό της πείνας.  

Ο γαμπρός του Φαραώ, Γαίθηλος Γκλας είχε αρνηθεί να κυνηγήσει τους αβοήθητους Εβραίους, έτσι οι συνασπισμένοι Αιγύπτιοι με βιαιότητα έδιωξαν από ανάμεσα τους όλους τους ευγενείς των Ελλήνων καθώς και όλους τους ευγενείς των Αιγυπτίων που η άπληστη θάλασσα δεν είχε καταπιεί.

Διαβάζουμε σε ένα άλλο χρονικό ότι μετά που ο στρατός έφυγε, ο Γαίθηλος παρέμεινε
πίσω στην πόλη Ηλιόπολη ακολουθώντας ένα σχέδιο που συμφωνήθηκε μεταξύ αυτού και
του βασιλέα Φαραώ σε περίπτωση που θα έπρεπε να τον διαδεχτεί στο βασίλειο του. Αλλά
αυτοί που είχαν απομείνει από τον αιγυπτιακό λαό, οι οποίοι έβλεπαν τι απέγινε στα βασίλεια τους και επειδή είχαν απομείνει χωρίς φρουρά και έχοντας κάποτε υποταχθεί σε μια ξένη τυραννία, σκέφθηκαν ότι δεν θα μπορέσουν να αντέξουν δεύτερη τυραννία για άλλη μία φορά. Ένωσαν λοιπόν τις δυνάμεις τους και έστειλαν γράμμα στο Γαίθηλο ότι αν δεν
επισπεύσει το συντομότερο δυνατόν την αναχώρηση του από το βασίλειο, θα ξεκινήσει ένας
ατελείωτος πόλεμος μεταξύ αυτών και αυτού χωρίς καθυστέρηση...».

Το κείμενο αυτό έχει πολύ ενδιαφέρον γιατί αποτελεί μια επισταμένη καταγραφή και ουσιαστικά καταλογογράφηση των χρονικών και των παραδόσεων που αναφέρονται σε εκείνον τον διαβόητο Γαίθηλο, ο οποίος από ένα ιταμό πρόσωπο σε κάποια ελληνική χώρα (το πλήρες όνομα του: Γαίθηλος Γκλας, παραπέμπει στην μυκηναϊκή πόλη του Γλα) έγινε σημαντικό πρόσωπο στη χώρα του Φαραώ την εποχή του Μωυσή.
Το πολύ ενδιαφέρον στην ιστορία μας είναι το κομμάτι που αφορά στη σύγκρουση του
Γαίθηλου με τους Αιθίοπες. Ο Φλάβιος Ιώσηπος όμως μας διασώζει ότι και ο ίδιος ο
Μωυσής, πριν συγκρουστεί με τον Φαραώ για τα δίκαια του ισραηλιτικού λαού, υπήρξε
στρατηγός του στον πόλεμο του κατά των Αιθιόπων εισβολέων. Μάλιστα συνέτριψε τους
Αιθίοπες και η βασιλοπούλα Θαρμπίς από αυτούς, ζήτησε και έγινε γυναίκα του, πράγμα για
το οποίο ο Μωυσής κατακρίθηκε αργότερα από τα αδέρφια του, τον Ααρών και τη Μύριαμ.

Έτσι μπορούμε να πούμε, με κάθε βέβαια επιφύλαξη, ότι αν ο Ιωάννης Φορντάν και ο
Φλάβιος Ιώσηπος λένε αλήθεια, τότε ο Γαίθηλος υπήρξε συμπολεμιστής του Μωυσή στον
στρατό εκείνου του βιβλικού Φαραώ, στον πόλεμο εναντίον των μαύρων αυτοκρατόρων του
Κους και της Μερόης. Ο πόλεμος αυτός μόλις τις τελευταίες δεκαετίες αρχίζει να γίνεται
γνωστός χάρη στις αρχαιολογικές εργασίες και μελέτες που έγιναν στη Μερόη και στην
Λάπατα, τις πρωτεύουσες του αιθιοπικού βασιλείου του Κους, που βρισκόταν εκεί που
σήμερα είναι το Σουδάν (και όχι η Αιθιοπία).



Ποιος ήταν όμως ο βιβλικός Φαραώ της εξόδου; 

Τη σημαντικότερη, νομίζω, παρουσίαση έχει κάνει ένας προτεστάντης βιβλιστής, ο Τζον Αργκουμπράιτ, ο οποίος προσπαθώντας να ναποδείξει την αλήθεια της Βίβλου -Παλαιάς και Καινής Διαθήκης- με αξιοσημείωτα πραγματικά αρχαιολογικά ντοκουμέντα, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο Φαραώ αυτός είναι ο Τούθμωσις ο III, ο οποίος έζησε στα τέλη του 15ου αιώνα π.Χ. 
Εάν οι συλλογισμοί του είναι σωστοί και αν το χρονικό του Φορντάν αποδίδει σωστά την ιστορία των Σκωτσέζων, τότε ο Γαίθηλος, αυτός που έμεινε να τον θυμούνται οι Ιρλανδοί και οι Σκωτσέζοι ως Γκαιντέλ, γεννήθηκε στην ενδιάμεση εποχή μεταξύ της Αργοναυτικής εκστρατείας και του Τρωικού πολέμου, κατ' άλλους στην Αθήνα, κατ' άλλους στη Σπάρτη (τότε μυκηναϊκή) και κατ' άλλους σε κάποιο απροσδιόριστο ελληνικό βασίλειο του ελλαδικού χώρου, ίσως και στην καστροπολιτεία Γλα.

Υπάρχει κάποια μνήμη όμως στην ελληνική μυθολογία για τέτοιου είδους έξοδο προς την Αίγυπτο, τη Νιγηρία και τα βρετανικά νησιά; 

Όπως έχει συνοψίσει ο Κύπριος Ρ. θ. Κυριακίδης, υπήρξαν επαφές μεταξύ Μυκηναίων και Βρετανών, σύμφωνα με αρχαιολογικές μαρτυρίες από τα βρετανικά νησιά, ενώ έχει αποδειχτεί ότι ο κυπριακός ορείχαλκος εισαγόταν από τις Κασσιτερίδες Νήσους, δηλαδή τα βρετανικά νησιά, ήδη από το 2050 π.Χ.

Ο Διόδωρος Σικελιώτης δηλώνει ότι ούτε ο Διόνυσος ούτε ο Ηρακλής εξεστράτευσαν
εναντίον των βρετανικών νησιών. Υπάρχουν όμως όλες αυτές οι ιστορίες για τη χώρα των
Υπερβορείων και για τη σχέση αυτής της χώρας με το Αιγαίο. Δεν υπάρχουν άλλα στοιχεία
στον ελλαδικό χώρο. Όμως η παρουσία των Μυκηναίων Ελλήνων στα βρετανικά νησιά αρχίζει να αποκαλύπτεται από πολύ γνωστούς Άγγλους ιστορικούς και αρχαιολόγους, όπως οι Α.Ρ. Μπερν, Χόμερ Λ. Τόμας, Ρ. 'Ατκινσον, Ρ. Μάτσινσον, Τ. Φιλντ και Α. Γούντιεντ, κ.ά.

Όσο για το όνομα-λέξη Γαίθηλος, που είναι μια πανάρχαια και θαυμάσια ελληνική λέξη,
μπορεί να ετυμολογηθεί άνετα από τις λέξεις «γαία» και «θηγάνω» (το «γ» στα αρχαία
ελληνικά πολλές φορές εκτρέπεται σε «λ», π.χ., μόγις-μόλις), που σημαίνει αυτός που
προκαλεί σε αιματοχυσία τη γη! 

Μπορεί να προέρχεται και από το θέμα «γαυ» και όχι τη «γαία», αφού στη σκωτική γραμματεία έχει διατηρήσει τη γραφή Gaythelus. Έτσι συνδέεται με την λέξη «γαυριώ» που σημαίνει επαίρομαι και περηφανεύομαι και έχω επιθυμία για συνουσία, οπότε Γαΐθηλος ή Γαΐθηγος είναι ο άνθρωπος που από την υπερηφάνεια του και τις ορμές του παροξύνει σε αιματοχυσία τη γη, όπως ακριβώς δηλαδή περιγράφεται στα αρχαία σκωτικά χρονικά!

Συνεχίζει λοιπόν ο Ιωάννης Φορντάν στο χρονικό του ότι ο Γαΐθηλος με τη γυναίκα του, τη Σκώτα, όλη την οικογένεια του και τους δικούς του Έλληνες και Αιγυπτίους ευγενείς, οι οποίοι έφτιαχναν έναν αρκετά πολυάριθμο στρατό, αποφάσισε να φύγει από την Αίγυπτο. Επειδή δεν μπορούσε πλέον με κανέναν τρόπο να γυρίσει στην Ελλάδα ξεκίνησε και πήγε στη Νουμιδία, τη σημερινή Τυνησία και από εκεί άρχισε να περιπλανιέται σε διάφορες περιοχές της δυτικής Μεσογείου. Και ο Ιωάννης χαρακτηριστικά λέει ότι όπως ο γενάρχης των Εβραίων σαράντα χρόνια περιπλανιόταν στην έρημο, έτσι και ο γενάρχης των Ιρλανδών περιπλανιόταν σε διάφορες χώρες με τα καράβια του, ώσπου πέρασε τις Ηράκλειες Στήλες και έφθασε στη χώρα των Βάσκων.

Σε μία περιοχή στον ποταμό Ίβηρα κατέκτησε την πόλη Μπριγκάνσια. Αυτή η αναφορά
υπάρχει σε όλα τα χρονικά, ακόμη και στον βίο του Αγίου Μπρένταν. Κάποια στιγμή μερικοί
από τους δικούς του ανακάλυψαν ένα νησί στον ωκεανό με όλα τα καλά, την Ιρλανδία, και
τότε ο Γαΐθηλος αποφάσισε να ανοιχτεί στον ωκεανό και να κατακτήσει το νησί αυτό. Όμως
ο θάνατος τον πρόλαβε αιφνίδια και τη δουλειά ανέλαβε ο γιος του, ο Ίβηρ, αλλά τελικά ούτε
αυτός μπόρεσε να ολοκληρώσει το έργο του.



Από την Ισπανία στα Βρετανικά Νησιά

Κάποιο χρονικό λέει ότι το έργο ολοκλήρωσε ο Παρθόλων ή Παρθόλομος, ο οποίος 250
χρόνια μετά τον θάνατο του Γαίθηλου πήρε τους δικούς του και την οικογένεια του, άφησε
την ισπανική ακτή και πολεμώντας τους αυτόχθονες της Ιρλανδίας εγκαταστάθηκε για πάντα
εκεί.

Αξίζει εδώ να σημειώσουμε ότι η σκωτική-κελτική γλώσσα ανήκει στις λεγόμενες «0.»
κελτικές γλώσσες, οι οποίες έχουν σαφέστατα προέλευση από την Ισπανία, όπως έχει δείξει
και ο Ντέηβιντ Ντέηλ στο βιβλίο του, Η Ιστορία των Σκωτσέζων, των Πικτών και των
Βρετανών, αλλά και όπως παραδέχονται οι εγκυρότερες γλωσσολογικές θεωρίες. Άρα η
μελέτη των γλωσσικών πηγών και των διαλέκτων δείχνει ότι αυτός ο μύθος έχει όντως βάση.

Ποιος όμως ήταν ο Παρθόλων; Ο άνθρωπος αυτός εκτός του ότι έχει ελληνικό όνομα,
σύμφωνα με το μεγάλο ιρλανδικό έπος, Τουάθα Ντε Ντανάν και το Βιβλίο της κατάκτησης
της Ιρλανδίας (Λέμπορ Γκαμπάλα Έρρεν), καταγόταν από τους Έλληνες! Έτσι λοιπόν οι
μιλησιανοί μύθοι λένε ότι ήταν απόγονος του βασιλιά Μιλήσιου της Μπριγκάνσια, ο οποίος
ήταν κι αυτός κατ' ευθείαν απόγονος του Γαΐθηλου.

Ο Παρθόλων ήταν και ο πρώτος μεγάλος εκπολιτιστής της Ιρλανδίας, ο οποίος εγκαταστάθηκε στο νησί και πολεμώντας κάποιον αυτόχθονα δαιμονικό λαό, έφερε την ελληνική κυριαρχία στο νησί. Όμως από μια τρομακτική αρρώστια που ήρθε στους Έλληνες, εκείνος ο πρώτος εποικισμός έληξε άδοξα χωρίς να σωθεί ούτε ένας από τους εποίκους, μέχρι που στην Ιρλανδία ήρθε ο Αγκνομέν ή Αγνώμων, αρχηγός των Ελλήνων της Σκυθίας, ο οποίος κατέλαβε το νησί και το παρέδωσε στους Έλληνες μαχητές του.





Ποιος ήταν όμως αυτός ο παράξενος λαός με το όνομα Έλληνες ή Γραικοί της Σκυθίας;

Υπήρχαν Έλληνες στις ρωσικές-ευρωπαϊκές και στις ουκρανικές στέπες κατά τη
μινωμυκηναϊκή εποχή; 

Την απάντηση μας τη δίνει ο ίδιος ο Ηρόδοτος. Έτσι λοιπόν ο μεγάλος Έλληνας ιστορικός μας λέει ότι στα βόρεια παράλια του Ευξείνου Πόντου, αλλά και στα δέλτα του Δούναβη, του Δνείπερου και του Δον και βαθιά μέσα στις στέπες, κατά μήκος των ποταμών Δον και Δνείπερου, αλλά και του Βόλγα, ζούσε κατά την εποχή του ένας παράξενος λαός, ο οποίος έμοιαζε σκυθικός αλλά δεν ήταν ακριβώς σκυθικός. 
Σε αντίθεση με τους Σκύθες που ήταν νομάδες, αυτοί ήταν μόνιμα εγκατεστημένοι σε πόλεις από ξύλο, με ξύλινα τείχη, ξύλινους ναούς και ξύλινα αγάλματα. Αυτό είναι λογικό βέβαια, αν σκεφθεί κανείς ότι το μόνο οικοδομικό υλικό, που βρίσκεται σ' αυτές τις περιοχές των δέλτα και των στεπών, δεν είναι η πέτρα που σπανίζει, αλλά το ξύλο από τα μεγάλα δέντρα που φυτρώνουν κατά εκατομμύρια στις όχθες τους.

Οι άνθρωποι αυτοί ονομάζονταν Γελωνοί και κατά τον Ηρόδοτο, ήταν απόγονοι των
Ελλήνων της Αργοναυτικής εκστρατείας και μιλούσαν μια ελληνική διάλεκτο. Διέφεραν δε
από τους συνοίκους τους, τους Σκύθες, και κατά το χρώμα των ματιών τους και των μαλλιών και κατά τη διατροφή. 

Γενάρχης τους ήταν ο Γελωνός, γιος του Ηρακλή και της βασίλισσας Έχιδνας. Κεντρική τους πόλη ήταν ο Γελωνός, μια ξυλούπολη με ξύλινα ιερά θεών και αγάλματα τα οποία ήταν όμοια ή παρεμφερή με τα ελληνικά. Ο λαός αυτός παρέμεινε στην περιοχή και φαίνεται ότι κατά τη διάρκεια του κλασικού ελληνικού εποικισμού, όταν όλος ο Εύξεινος Πόντος είχε γίνει μια τεράστια ελληνική λίμνη, με όλα τα παράλια του γεμάτα ελληνικές πόλεις, βοήθησε τους Έλληνες στην εγκατάσταση τους στην περιοχή και στο εμπόριο τους με τους Σκύθες. Οι Γελωνοί παρέμειναν στην περιοχή καταπλήττοντας τους περιηγητές μέχρι τα πρώτα βυζαντινά χρόνια.


Ο Οδυσσέας κτίζει τη Λισσαβόνα

Μάλιστα ο Σεργκέι Ριάπτσικοφ, αυτός ο μεγάλος σύγχρονος Ρώσος ιστορικός από το
(Ράσνουνταρ, λέει ότι οι Γελωνοί ήσαν αυτοί που μέσα από τις εγκαταστάσεις τους στον
Δνείπερο έφεραν τη λατρεία του ταύρου από τη μινωική Κρήτη προς τα βάθη των ρωσικών
στεπών και το σκυθικό Βορρά! Είναι ο ταυροκέφαλος θεός Ροντ των Σλάβων και των
Σκυθών, που προς τιμήν του μεταξύ του του π.Χ. και του 1ου μ.Χ. αιώνα ιδρύθηκε η
σλαβοσκυθική πόλη Ρόντενι στον Δνίπερο.

Όμως με τη λατρεία του ταύρου, που απ' ό,τι μας έχει διασώσει ο μύθος του Θησέα και
του Μινώταυρου ήταν μάλλον κάποια χθόνια κρητική θεότητα που έχει να κάνει με τη
γονιμότητα της γης, συνδέεται και η ιβηρική χερσόνησος με τις ταυρομαχίες της. Δεν είναι
λίγοι οι σύγχρονοι ερευνητές και κυρίως Ισπανοί, οι οποίοι θεωρούν ότι οι ταυρομαχίες και οι
γιορτές με τους ταύρους στην Ισπανία και στην Πορτογαλία έχουν έρθει στην ιβηρική
χερσόνησο μαζί με τούς πανάρχαιους Κρητικούς αποίκους. 

Κάποιοι δε από αυτούς συνδέουν με τους Κρήτες την αρχαία ιβηρική πόλη της Ταρτησού. Άλλωστε ένας πορτογαλικός μύθος που σώζεται αναφέρει ότι η Λισσαβόνα χτίστηκε από τον ίδιο. 

Σύμφωνα με το μύθο ο Οδυσσέας κατά την περιπλάνησή του για την επιστροφή του στην Ιθάκη ξέφυγε από τις Ηράκλειες στήλες (Γιβραλτάρ) και ίδρυσε ένα λιμάνι στη σημερινή τοποθεσία της Λισσαβόνας. Εξού και η ονομασία Ulisses Boa- Lisboa, δηλαδή το λιμάνι του Οδυσσέα. Γι' αυτό και στην είσοδο της πόλης σήμερα στέκει το μεγαλόπρεπο άγαλμα του.

Ο κορυφαίος Ουκρανός καθηγητής αρχαιολογίας, Βλαντιμίρ Σαγιάν, στην τελευταία του
έρευνα για την ερμηνεία των ταυροκέφαλων σκυθικών ιερών παραστάσεων λέει:


«... τα επιχρυσωμένα κέρατα χαρακτηρίζουν τους θυσιαζόμενους ταύρους επειδή επιχρύσωναν τα κέρατα τους ή πριν ή μετά τη θυσία. Έχουμε γι' αυτό στοιχεία, όχι μόνον από τον ίδιο τον Όμηρο, αλλά αυτό φαίνεται καλά και από τις αρχαιολογικές ανασκαφές που αφορούν στην προ-ομηρική περίοδο. 
Έχουμε υπ' όψη μας τον όμορφο ταύρο από τις Μυκήνες, το κεφάλι του οποίου ήταν από μασίφ χρυσό, με προσαρτημένα χρυσό κέρατα και με ένα εκφραστικότατο σύμβολο του ηλίου σε σχήμα ροζέτας στο μέτωπο του. Κανείς από τους επιστήμονες δεν αμφιβάλλει ότι αυτό αποτελεί αντικείμενο λατρείας. 
Η μυκηναϊκή και η κρητική (μινωική) κουλτούρα για μεγάλο χρονικό διάστημα θεωρούνταν προελληνική ή την ονόμαζαν δήθεν "μεσογειακή" κουλτούρα αγνώστου λαού ή λαών. Σήμερα, ουδόλως τίθεται θέμα επιστημονικής αμφισβήτησης ότι αυτή ήταν η αρχαία ελληνική κουλτούρα».

Θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε καλύτερα την αιγαιακή-μινωική-μυκηναϊκή περίοδο,
αν μπορέσουμε να τη δούμε μέσα στα πλαίσια μιας ενιαίας εθνοφυλετικής συνέχειας
κάποιων αυτοχθόνων λαών, οι οποίοι σαφώς μιλούν ελληνική γλώσσα και δημιουργούν τρεις αλλεπάλληλες ναυτικές αποικιακές αυτοκρατορίες, με επίκεντρο το Αιγαίο, την Κρήτη, τα νοτιότερα Βαλκάνια (Θεσσαλία, Στερεά Ελλάδα, Πελοπόννησο) και τη δυτική Μικρά Ασία.

Οι αυτοκρατορίες αυτές κατά καιρούς επεκτείνονται μέχρι τον βόρειο Εύξεινο Πόντο και
την ενδοχώρα του (Δον, Δνείπερος, ακόμα και Βόλγας), την κοιλιά της Μικράς Ασίας
(Λυδία, Καππαδοκία, Κιλικία και Συρία), την Παλαιστίνη Φιλισταίοι), τη νότια Ιταλία
(Σικανοί, Ιάπυγες και Σικελοί) και την ιβηρική χερσόνησο Ταρτησός). Βρίσκονται σε μία
συνεχή και γόνιμη σχέση με την Αίγυπτο και αποτελούν τη μήτρα από την οποία ξεκινούν οι
λεγόμενοι Λαοί της θάλασσας. Ευθύνονται δε για την κατάρρευση του χιττιτικού πολιτισμού.

Από αυτές τις αυτοκρατορίες, τολμηρότατοι ναυτικοί ξεκινούσαν μετά από δυναστικές έριδες
στην Ελλάδα και κατέληγαν ή μισθοφόροι σε στρατούς ξένων βασιλέων ή ανοίγονταν στον
ωκεανό, πέρα από τις στήλες του Ηρακλέους, προκειμένου να ελέγξουν το εμπόριο του ορειχάλκου. 
Κάποιοι από αυτούς τους τολμηρούς Έλληνες ήσαν οι οικιστές της Ιρλανδίας κοίτης Σκωτίας, οι προπάτορες των Ιρλανδών και Σκώτων, όπως τουλάχιστον παραδέχεται η ίδια τους η μυθολογία!    Γιώργος Αλεξάνδρου 
________________________________________  
περιοδικό ΤΡΙΤΟ ΜΑΤΙ, Σεπ. 2003, σελ. 26-32



ΣΚΩΤΙΑ Η ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ -ΒΡΕΤΑΝΙΑ Η ΥΠΕΡΒΟΡΕΙΑ ΕΛΛΑΣ-
from eoetv.vimeo on Vimeo.



  Scholeio.com 

Η Ελληνιστική πόλη Χάτρα δεν υπάρχει πια !


Ο αρχαιολογικός χώρος της Χάτρα όπως ήταν 
πριν την επίθεση 


Το Ισλαμικό Κράτος 
θεωρεί, όπως 
και οι πρώτοι χριστιανοί εξάλλου, ότι τα αρχαία μνημεία, γλυπτά, έργα 
τέχνης, βιβλία, αρχαιολογικοί χώροι, με άλλα λόγια όλος ο μη ισλαμικός πολιτισμός και ιδιαίτερα ο αρχαίος πολυθεϊστικός, ότι είναι αντίθετος με τον έναν και μοναδικό Θεό και για αυτό πρέπει τα πάντα να καταστραφούν.

Οι τζιχαντιστές ξεκίνησαν το καταστροφικό τους έργο καταστρέφοντας χριστιανικές εκκλησίες και σιιτικά τζαμιά (που τα θεωρούν αιρετικά).

    Ύστερα πέρασαν στην καταστροφή των αρχαιοτήτων του βόρειο Ιράκ, αφού πρώτα φρόντισαν να κάψουν και όλες τις δημόσιες βιβλιοθήκες στη Μοσούλη, κάνοντας στάχτη και πολύτιμα αρχαία χειρόγραφα.
    Στη συνέχεια επιτέθηκαν στο αρχαιολογικό μουσείο της Μοσούλης, όπου και διέλυσαν...


Αδιάψευστα Τεκμήρια για την παλαιότητα της Ελληνικής φυλής.

                   
Πίνακας:  Άτιτλο έργο (1997) του Jeffrey Jones (1944 - 2011).



Η διάψευση της Ινδοευρωπαϊκής θεωρίας από την Γενετική, 
τα αρχαιολογικά ευρήματα και την μυθολογία.


          Το δεύτερο ήμισυ του 18ου και τις αρχές του 19ου αι. αναπτύχθηκε από τον Γάλλο Coeurdoux (1767), τον Άγγλο William Jones (1786) και από τους Γερμανούς Fr. Schlegex (1772-1829) και Fr. Bopp (1791-1867) η θεωρία των Ινδοευρωπαίων, η οποία εξυπηρετούσε τις αποικιοκρατικές χώρες. 
   Κατά την θεωρία αυτή άνθρωποι από την Ινδία προχώρησαν προς την Ευρώπη και την 3η π.Χ. χιλιετία έφθασαν στα Ουράλια όρη και άλλοι προχώρησαν προς την Δ. Ευρώπη και άλλοι από το 2000 π.Χ. άρχισαν να κατεβαίνουν στο νότιο τμήμα της Βαλκανικής χερσονήσου ως Ίωνες, το 1800 π.Χ. ως Αχαιοί και το 1100 π.Χ. ως Δωριείς. 

   Αργότερα θεωρήθηκε ως κοιτίδα των Ινδοευρωπαϊκών ή Ιαπετικών λαών (συμπεριλαμβάνονται εκτός από τους Ευρωπαίους και τους Ινδούς και οι Αρμένιοι, Πέρσες και Αφγανοί) η βόρεια ή κεντρική Ευρώπη και άλλοι προχώρησαν προς ανατολάς έως την Ινδία και άλλοι διά της κοιλάδας του Αξιού έως τον ελλαδικό χώρο. Γι’ αυτό υπάρχουν κοινές λέξεις. Π.χ. μήτηρ (δωρ. μάτηρ) λατιν. mater ινδ, mata πατήρ pater pita ναυς, αιτ. vaFa (νήα) navis, naven naus, navan δύο duo dua τρία tria tri επτά septen sapta βους bos gaiis.
    Πάρα πολλές όμως αρχαίες ελληνικές λέξεις δεν έχουν αντίστοιχες στις άλλες ινδοευρωπαϊκές γλώσσες και πολλοί επιστήμονες, και επειδή δεν βρέθηκαν αρχαιολογικά ευρήματα κοινής ινδοευρωπαϊκής τεχνοτροπίας, δεν αποδέχθηκαν ποτέ την ινδοευρωπαϊκή θεωρία. 

          O J. Mucke δέχεται ότι οι Έλληνες είναι αυτόχθονες, θεωρεί παράλογη την θεωρία αυτή, αφού κανείς δεν γνωρίζει την αρχική κοιτίδα των Ινδοευρωπαίων και «λαός ούτινος αγνοούμεν τον τόπο οικήσεως, αποτελεί διά την γεωγραφίαν ακατάληπιον εμφάνισιν». 
   Πιστεύει ότι οι Έλληνες γεννήθηκαν βραδέως στην Ελλάδα, όπως και η γλώσσα τους. 
Από την επίδραση των μικρών αρχικώς ομάδων και των γλωσσών τους, έπειτα από τις μεγαλύτερες ομάδες και τις διαλέκτους τους εμφανίζεται λαός συμπαγής και ενιαία εθνική γλώσσα. 
   Από τις διαλέκτους γεννάται εθνική γλώσσα, ουδέποτε από την εθνική γλώσσα γεννώνται διάλεκτοι. Την ινδοευρωπαϊκή θεωρία απορρίπτουν και πρόσφατες έρευνες του DNA, που έγιναν από πανεπιστήμια της Ευρώπης και της Αμερικής, στις οποίες συμμετείχε και το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, και είχαν απώτερο σκοπό να διερευνηθούν οι βιολογικές ρίζες των ευρωπαϊκών πληθυσμών.
   Οι έρευνες απέδειξαν ότι οι Έλληνες κατά 75-80% έχουν παλαιολοθική προέλευση έως 80.000 έτη πριν και κατά 20-25% νεολιθική 9.000-3.000 π.Χ. και η γενετική σύσταση και των Μακεδόνων κατά 99.6% είναι καυκάσια (λευκή) και μόνον 0.04% μη λευκή. 
   Επομένως όλα τα γενετικά στοιχεία συνηγορούν για την γενετική συνέχεια των κατοίκων της Ελλάδος με ελάχιστες επιμιξίες από τους γειτονικούς πληθυσμούς και καμία επίδραση από μογγολικούς και νέγρικους λαούς. Κατά την νεολιθική εποχή μετακινήθηκαν άνθρωποι από την Ασία προς την Ευρώπη αλλά από τις περιοχές έως και την Περσία, όπως μετακινήθηκαν και από την Ελλάδα και την Μ. Ασία περίπου 5-20% προς το εσωτερικό της Ασίας.


   Από την Ινδία προς την Ευρώπη μετακινήθηκαν μόνον το 1,000 μ.Χ. και αυτοί είναι οι Αθίγγανοι. Οι έρευνες του DNA απέδειξαν ότι και οι άλλοι Ευρωπαίοι κατά 80% έχουν παλαιολιθική προέλευση και έχουμε τρία διαφορετικά κύματα μετακινήσεων, που αντιστοιχούν στις παγετωνικές περιόδους από 50.000-9.000 έτη π.Χ. 

   Δηλαδή κατά τις παγετωνικές περιόδους ο ανθρώπινος πληθυσμός είχε μεγάλες απώλειες και για. να επιβιώσει κατέφευγε σε τρεις περιοχές, σε τρία κέντρα, στην Βαλκανική, στην Ουκρανία και στην Ιβηρική χερσόνησο στην χώρα των Βάσκων. Στην Ιταλία δεν κατέφευγε, επειδή έπρεπε να περάσει τις Αλπεις. Όταν βελτιωνόταν το κλίμα μετακινούνταν εκ νέου προς την Κεντρική Ευρώπη. Το υπόλοιπο 20% και των άλλων Ευρωπαίων έχει νεολιθική προέλευση 9.000-3.000 έτη π.Χ, και προέρχεται από την Εγγύς Ανατολή και την Ν. Βαλκανική.

   Επομένως οι πεδιάδες της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας πρέπει να ήταν η κοιτίδα εξαπλώσεως των κατοίκων της Ευρώπης την νεολιθική εποχή και οι γυναίκες μετακινήθηκαν κυρίως μέσω της κοιλάδας του Αξιού, ενώ οι άνδρες μετακινήθηκαν κυρίως με πλοία στα παράλια της Ιταλίας, Γαλλίας και Ισπανίας και μετέφεραν τον τότε πολιτισμό τους. 

   Γι’ αυτό έως την 8η π.Χ. χιλιετία το DNA των Ιταλών ήταν όμοιο με των Ελλήνων, ο ένας στους τέσσερις κατοίκους της Ν. Ιταλίας (Μεγάλης Ελλάδος) σήμερα έχει την σφραγίδα του DNA των Ελλήνων. Και οι Βάσκοι θεωρούν τους Έλληνες πολύ μακρινούς συγγενείς. 
   Οι έρευνες του DNA επιβεβαιώνουν και τις αρχαιολογικές έρευνες, οι οποίες απέδειξαν ότι στον ελλαδικό χώρο υπάρχει συνεχής ανθρώπινη παρουσία, διότι περίπου πριν 100.000 έτη έχουμε κατοίκηση ανθρώπων στην Θεσσαλία, πριν 50.000-45.000 έτη στην Θεόπετρα Τρικάλων, πριν 35.000 έτη στον Κοκκινόπηλο της Ηπείρου και μετά το 30.000 έτη έχουμε πολύ περισσότερα αρχαιολογικά ευρήματα κατοικήσεως ανθρώπων στον ελλαδικό χώρο. 
   Στον Κοκκινόπηλο της Ηπείρου βρέθηκε και η αρχαιότερη έως σήμερα λιθοτεχνία και η τεχνική των λεπίδων ήταν μεγάλη τεχνολογική ανακάλυψη, διότι οι άνθρωποι είχαν καλά βέλη, με τα οποία σκότωναν εκ του μακρόθεν τα άγρια ζώα και δεν κινδύνευαν, οστέινες βελόνες με οπή για την συρραφή των δερμάτων, οστέινα περιδέραια, βραχιόλια, γλυπτά αντικείμενα, ζωγραφιές.
   Η αρχαιολογική σκαπάνη ανακάλυψε στο Ρομανέλι της Απουλίας στην Ιταλία όμοια λιθοτεχνία περίπου πριν 25.000 έτη και οι αρχαιολόγοι πιστεύουν ότι δημιουργήθηκε από ανθρώπους που κινήθηκαν από τον ελλαδικό χώρο προς την Δύση, το οποίο επιβεβαίωσαν και οι πρόσφατες έρευνες του DNA. 


Αφού μετέφεραν τον πολιτισμό τους, δεν θα μετέφεραν στην Δύση και την γλώσσα τους; 

   Την ίδια εποχή έχουμε και την ανάπτυξη δύο πολιτισμών, του Aurignaciam (35.000 έτη πριν) και του Gravetian (25.000 έτη πριν). 
   Οι πολιτισμοί αυτοί πιστεύουν οι ειδικοί ότι αναπτύχθηκαν στην Ανατολική Ευρώπη και αργότερα και στην Δυτική. Οι άνθρωποι της εποχής αυτής ήταν κυνηγοί, αλλά τα καλλιτεχνικά δημιουργήματά τους, ζωγραφιές ζώων στα σπήλαια και αγάλματα, ήταν εξαιρετικά. 
   Και η μυθολογία, η οποία συνεχώς αποδεικνύεται ιστορία, όπως απέδειξαν οι ανασκαφές του Σλήμαν στην Τροία και τις Μυκήνες, του Έβανς στην Κρήτη κ.ά., αναφέρεται στην πανάρχαια μετακίνηση των Ελλήνων προς την Δύση. 

          Μετά τον 3° κατακλυσμό, τον του Δευκαλίωνος, ο οποίος έγινε γύρω στο 10.000 π.Χ., ο Δευκαλίων με την Πύρρα για να σωθούν κατέφυγαν στην Όρθυ ή τον Παρνασσό ή τον Αθω ή την Αίτνα. Και ο Πλάτων αναφέρει κυρίως στο έργο του Τίμαιος ότι οι Έλληνες είχαν σημαντικό πολιτισμό, ο οποίος καταστράφηκε εξαιτίας του κατακλυσμού αυτού. Αναφέρεται και με τους άθλους του Ηρακλέους, ο οποίος όταν βρισκόταν στην Ευρώπη απέκτησε δύο υιούς, τον Κέλτο ή Κελτό και τον Γαλάτη, τους μετέπειτα γενάρχες των ευρωπαϊκών λαών.

   Η μυθολογία αναφέρεται και στην μετακίνηση ανθρώπων από την Ελλάδα και την Μ. Ασία προς την Ασία κατά την νεολιθική εποχή. 

   Κατά έναν μύθο ο Δίας μετέφερε τον Διόνυσο στην Ινδία για να τον σώσει από την ζήλεια της Ήρας και εκεί τον ανέθρεψαν, νύμφες. Ο Δίας φόνευσε και τον Ινδό, τον ήρωα των Ινδών. Αργότερα ο θεός Διόνυσος έκανε εκστρατεία στην Ινδία, την οποία υπέταξε με την δύναμη των όπλων αλλά και την μυστική δύναμή του και υπήρχε πόλη Νύσα στην Ινδία (περιοχή της σημερινής επαρχίας Καμντές του Αφγανιστάν), η οποία κατά την παράδοση των κατοίκων της κτίσθηκε από τον Διόνυσο προς τιμή της τροφού του νύμφης Νύσας και «εις μνημόσυνον της αυτού πλάνης τε και νίκης». 
   Και το γειτονικό βουνό το ονόμασε Μηρό εις ανάμνηση του γεγονότος ότι ο πατέρας του Δίας, μετά τον θάνατο της μητέρας του Σεμέλης, τον έκρυψε στον μηρό του έως ότου έγινε εννέα μηνών.  Απόδειξη ότι η πόλη κτίσθηκε από τον Διόνυσο ήταν η δάφνη και ο κισσός που φύτρωνε στον Μηρό, ενώ δεν φύτρωνε σε άλλο σημείο της Ινδίας. 
   Γι’ αυτό όταν έφθασε εκεί ο Μ. Αλέξανδρος την μεν πόλη σεβάσθηκε, τους δε κατοίκους της κατέστησε φίλους και συμμάχους. Ο δε Στέφανος Βυζάντιος γράφει: «Νύσαι πόλεις πολλαί... Εβδόμη εν Ινδοίς»
   Ο Αρριανός επίσης αναφέρει ότι όταν ο Μ. Αλέξανδρος θα εξεστράτευε στην Αραβία πληροφορήθηκε ότι εκεί τιμούσαν δύο θεούς, τον Ουρανό και τον Διόνυσο, τους οποίους θα γνώρισαν από τους μετακινηθέντες Έλληνες προς την Ασία.

Ακόμα, η μυθολογία αναφέρει, ότι ο βασιλιάς της Αθήνας Αιγεύς, ο πατέρας του Θησέως, όταν η Μήδεια μετά τον θάνατο των παιδιών της κατέφυγε στην Αθήνα την παντρεύθηκε και απέκτησαν έναν υιό, τον Μήδο. Επειδή η Μήδεια επιβουλευόταν τον Θησέα αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει με τον Μήδο την Αθήνα. Ο Μήδος νίκησε πολλούς βαρβάρους και την χώρα που κατέκτησε την ονόμασε Μηδία, σκοτώθηκε όμως κατά την εκστρατεία στην Ινδία: 

«Μήδεια δε ήκεν εις Αθήνας κακεί... Αιγεί παίδα γεννά Μήδον. Επιβουλεύουσα δε ύστερον Θησεί φυγάς εξ Αθηνών μετά του παιδός εκβάλλεται. Αλλ’ ούτος μεν πολλών κρατήσας βαρβάρων την υφ’ εαυτόν χώραν άπασαν Μηδίαν εκάλεσε, και στρατευόμενος επί Ινδούς απέθανε»
   Η Μηδία έγινε τμήμα της Περσίας και ο Ηρόδοτος γράφει ότι ο Ξέρξης, πριν εκστρατεύσει εναντίον της Ελλάδος, έστειλε κήρυκα να πείσει τους Αργείους να μείνουν ουδέτεροι, επειδή οι Πέρσες ήταν απόγονοι των Αργείων, αφού ο Πέρσης (Περσεύς) ο γενάρχης τους ήταν υιός του ομώνυμου ήρωα των Αργείων Περσέως και της Ανδρομέδας, της κόρης του Κηφέως.


"Ψαύει της αληθείας το μυθώδες"

          Επομένως ισχύει η ρήση του Πλουτάρχου: «Ψαύει της αληθείας το μυθώδες», αφού και οι έρευνες του DNA βεβαιώνουν ότι από την Ελλάδα και την Μ. Ασία μετακινήθηκαν άνθρωποι έως την Περσία. Και στην Μ. Ασία από παλαιότατους χρόνους κατοικούσαν Έλληνες, γι’ αυτό υπάρχουν πολλά ελληνικά τοπωνύμια, όπως Όλυμπος, Παρνασσός, Πίνδος, Πήδασος, Λάρισα κ.ά. 

   Γι’ αυτό και τώρα, παρά την φυγή των Ελλήνων πριν και μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως την 29η Μαΐου 1453, παρά τα δεινά των Ελλήνων κατά την τουρκοκρατία, παρά την Μικρασιατική καταστροφή και την ανταλλαγή των πληθυσμών, 5-20% των κατοίκων είναι Έλληνες ή Φρύγες. Και οι Φρύγες όμως έφυγαν από την Θράκη ίσως την 3η π.Χ. χιλιετία και εγκαταστάθηκαν στην Μ. Ασία, γι’ αυτό και ο Ορφεύς ήταν Θράξ, ο Πέλοψ ήταν Φρύξ, και οι δύο όμως ήταν Έλληνες.

   Αλλά και η ιστορία, συνεπικουρούμενη και από τα αρχαιολογικά ευρήματα, διαψεύδει την ινδοευρωπαϊκή θεωρία. 

   Ο Ισοκράτης (436-338 π.Χ.) γράφει: 
«Την πάλιν ημών αρχαιοτάτην είναι ... και παρά πάσιν ανθρώποις ονομαστοτάτην ... Ταύτην γαρ οικούμεν ουχ ετέρους εκβαλόντες, ουδ’ ερήμην καταλαβόντες, οκ εκ πολλών εθνών μιγάδες συλλεγέντες, αλλ’ ούτω καλώς και γνησίως γεγόναμεν ώστ’ εξ ήσπερ έφυμεν, ταύτην άπαντα τον χρόνον διατελούμεν, αυτόχθονες όντες»
   
   Και ο Διογένης Λαέρτιος (30ς ; αι. μ,Χ.) συμπληρώνει: «Λανθάνουσα δ’ αυτούς τα των Ελλήνων κατορθώματα, αφ’ ων μη ότι γε φιλοσοφία, αλλά και γένος ανθρώπων ήρξε, βαρβάρους προσάπτοντες»
   Και ο Ηρόδοτος (484-410 π.Χ.) γράφει ότι οι Δωριείς είναι οι Μακεδόνες: 
«Εί μεν γαρ Δευκαλίωνος βασιλέως οίκεε γην την Φθιώτιν, επί δε Δώρου του Έλληνος την υπό Όσσαν τε και τον Όλυμπον χώρην, καλεομένην δε Ιστιαιώτιν. Εκ δε Ιστιαιώτιδος ως εξανέστη υπό Καδμίων οίκεε εν Πίνδω Μακεδνόν καλεόμενον. Εντεύθεν δε αύτις ες την Δρυόπιδα μετέβη και εκ της Δρυόπιδος ούτως ες Πελοπόννησον ελθόν Δωρικόν εκλήθη»
   
   Και η γενετική σύσταση των Μακεδόνων, όπως αναφέραμε, δεν έχει καμία σχέση με τους Ινδούς, αφού 99.6% είναι λευκή. Επομένως καταρρίπτεται ο μύθος της αφίξεως στον ελλαδικό χώρο τουλάχιστον των Δωριέων-Ινδοευρωπαίων.

   Οι κάτοικοι του ελλαδικού χώρου μετά τον κατακλυσμό του Δευκαλίωνος, από την νεολιθική εποχή, είχαν αναπτύξει πολιτισμό στο Διμήνι, Σέσκλο, Κρήτη, Κύπρο κ.λ,π. 

   Στην Χοιροκοιτία της Κύπρου βρέθηκε μία μικρή πόλη (6.020-5800 π.Χ.) με χίλια περίπου θολωτά οικήματα. 
   Οικισμός με όμοια θολωτά οικήματα βρέθηκε στην περιοχή της Πέτρας της Παλαιστίνης, από όπου περνούσε ο δρόμος προς την Ανατολή. 
   Μήπως κάτοικοι της Κύπρου, αφού οι Έλληνες από την 9η ή 8η π.Χ. χιλιετία μετακινούνταν με πλοία στο Αιγαίο Πέλαγος, έφθασαν έως την περιοχή αυτή της Παλαιστίνης; 
   Από την αρχή της 3ης π.Χ. χιλιετίας η ανάπτυξη είναι μεγαλύτερη στον ελλαδικό χώρο, διότι αρχίζει και η χρήση των μετάλλων. Έχουμε τον Πρωτοελλαδικό πολιτισμό, που αναπτύσσεται από την Θράκη έως την Πελοπόννησο, τον Κυκλαδικό και τον Μινωικό. 

   
   Η ανάπτυξη ιδίως της Κρήτης είναι πολύ μεγάλη, όπως αποδεικνύουν τα ανάκτορα, οι πολυώροφες ιδιωτικές κατοικίες, οι προσόψεις των οποίων απεικονίζονται σε πλακίδια από φαγεντιανή, και τα άλλα αρχαιολογικά ευρήματα. 
   Οι Κρήτες με τα ποντοπόρα πλοία τους κυριαρχούσαν σε όλη την Μεσόγειο. 
   Απόδειξη το ειδικό λιμάνι που κατασκεύασαν στην νήσο Φάρο έξω από το Δέλτα του Νείλου, ένα γιγαντιαίο τεχνικό έργο, με μικρές προβλήτες, κυματοθραύστες κ.λ.π. Είχαν όμως εμπορικές και πολιτιστικές σχέσεις και με τα μεγάλα κέντρα της Ανατολής (Βαβυλώνα κ.ά.). 
   Επομένως δεν ήταν ακατόρθωτο για τους Κρήτες ή άλλους κατοίκους του σημερινού ελλαδικού χώρου ή της Μ. Ασίας να προχωρήσουν έως την Ινδία. Πάντως θεωρείται ιστορικό γεγονός ότι το 2000 π.Χ. έχουμε κάθοδο προς την Ινδία «λαών συγγενών κατά την γλώσσαν προς τους λαούς του Ιράν, τους Αρμενίους, Έλληνας και Κελτούς.

   Οι βεδικοί ύμνοι δεικνύουν ότι οι Αριοί ούτοι καθυπέταξαν τας φυλάς των ιθαγενών και οργάνωσαν μικρά κράτη ακμάσαντα ιδίως εις τας μεγάλος κοιλάδας του Ινδού και του Γάγγου» γράφει ο καθηγητής Γεωγραφίας Σαρρής Ι.Σ. 

   Και ο Θεόφιλος Μπάγιερ γράφει: «Όλες οι χαρακτηρισθείσες «Ινδοευρωπαϊκές» γλώσσες κατάγονται από την ελληνική»
   Και πράγματι οι Έλληνες πιθανόν να δημιούργησαν γραφή από το 5.500 π.Χ., όπως αποδεικνύουν και οι πινακίδες του Δισπηλιού Καστοριάς, η πινακίδα - σφραγίδα των Γιαννιτσών, η της 3ης π.Χ. χιλιετίας πινακίδα της Λήμνου και της Αλονήσου, στην οποία αναγράφεται η λέξη ΑΥΔΗ (φωνή) κ.ά. Η γενετική επιστήμη, αρχαιολογικά ευρήματα και ιστορικοί μας πριν 2500 π.Χ. περίπου έτη βεβαιώνουν ότι είμεθα γηγενείς και ότι μετακινηθήκαμε στην Δύση και την Ανατολή έως την Περσία πριν χιλιάδες έτη.
   Στην Ινδία δεν έγινε έρευνα DNA για να επιβεβαιωθεί και από την γενετική η εκεί παρουσία των Ελλήνων. Οι βεδικοί όμως ύμνοι, τα ιερά βιβλία των Ινδών, αναφέρουν μετακίνηση και Ελλήνων το 2000 π.Χ., όπως και η μυθολογία μας. 
Επομένως γιατί δεν αποδεχόμεθα ότι οι Έλληνες μετέδωσαν την γλώσσα τους στην Ανατολή, όπως την μετέδωσαν και στην Δύση, έτσι ώστε να σταματήσουμε να διδάσκουμε στα πανεπιστήμια και στα σχολεία μας μία θεωρία την οποία δημιούργησαν πριν 200 περίπου έτη κάποιοι ξένοι γλωσσολόγοι και δεν αποδέχθηκαν ποτέ πολλοί επιστήμονες. 


   Αγνοούμε την προσπάθεια που γινόταν (πριν 200 περίπου έτη έδρασε και ο Φαλλμεράυερ) και γίνεται για να υποβιβασθεί η ελληνική προσφορά στην ανθρωπότητας; 
   Αγνοούμε ότι οι περισσότερες λέξεις των επιστημών παγκοσμίως είναι ελληνικές;   
   Αγνοούμε ότι και σήμερα σε νέες ανακαλύψεις των επιστημών αναγκάζονται να χρησιμοποιούν ελληνικές λέξεις: cosmonaute, astronaute, dermatologue και πάρα πολλές άλλες; 
   Αγνοούμε ότι η ιστορία της ανθρωπότητας είναι κυρίως η ιστορία του ελληνικού πολιτισμού;
________

Συντάκτης: Δρ. Ερατώ Ζέλλιου – Μαστοροκώστα, τ. Προϊσταμένη Δευτεροβάθμιας Εκπαιδεύσεως
______________________________________________________________________   



Η Φοινικική Προέλευση  του  Ελληνικού Αλφαβήτου  και 
ο Ορισμός της Πολιτισμικής Σύγχυσης 

          Η εξάπλωση του διαδικτύου μας έφερε μπροστά σε μια απίστευτα μεγάλη «βιβλιοθήκη» και πηγή γνώσης. Κι όσο περισσότερο ψάξει κανείς για το συγκεκριμένο θέμα, θα διαπιστώσει ότι από κάποιο σημείο και πριν, θα βρεθεί εν μέσω πολιτισμικής σύγχυσης.
Όσοι δώσαμε λίγη προσοχή στο μάθημα της ιστορίας, όταν το διδασκόμασταν στο σχολείο, μάθαμε για το μεγαλείο το αρχαίου ελληνικού πολιτισμού.
Ενώ όμως τα πεπραγμένα των προγόνων μας, μάς γέμιζαν δέος και υπερηφάνεια, κάπου «ξενερώναμε» όταν μαθαίναμε ότι δεν είμαστε γηγενείς Έλληνες, το αλφάβητό μας το «δανειστήκαμε» από άλλον λαό, ενώ και η γλώσσα μας από κάπου αλλού «κρατούσε η σκούφια της».
Υποψιάζομαι (δεν το γνωρίζω, για να είμαι ειλικρινής), ότι πάνω κάτω η ίδια ιστορία διδάσκεται στα σχολεία.
Ας τα πάρουμε όμως ένα ένα κι ας δούμε που βρίσκεται η πραγματικότητα και που 
ο μύθος…



Η Ινδοευρωπαϊκή φυλή και γλωσσική οικογένεια


Η πραγματικότητα:    Η θεωρία της ινδοευρωπαϊκής φυλής και γλώσσας είναι κατά βάση ένα ρατσιστικό δημιούργημα που πλάστηκε βασικά από ορισμένους Γερμανούς (ο λόγος και που την πρώτη φορά ονομάστηκε « ινδογερμανική») προπαγανδιστές με σκοπό να εκθειάσουν την ανωτερότητα της λευκής ή άλλως Αρείας φυλής και συνάμα να δείξουν ότι η Γερμανική φυλή έχει σχέση με τους καλύτερους λαούς – πολιτισμούς της αρχαιότητας (Έλληνες, Ρωμαίους κ.α.) και γι αυτό πρέπει να ηγεμονεύσει του κόσμου.


Η θεωρία των ινδοευρωπαίων και γενικά των ομογλωσσιών όχι μόνο δε στηρίζεται σε κανένα συγγραφικό, αρχαιολογικό και ανθρωπολογικό αρχαιολογικό εύρημα, αλλά αγνοείται ακόμη και από την τις μυθολογίες όλων των λαών. 

Μα, αν υπήρξε ινδοευρωπαϊκή φυλή, άρα και γλώσσα, τότε θα είχε αφήσει γραπτά ή αρχιτεκτονικά μνημεία; 

Έπειτα είναι λογικό το να λέμε π.χ. ότι οι Ινδοί, που είναι σχεδόν μαύροι και κατοικούν στα βάθη της Ασίας, ανήκουν στην ινδοευρωπαϊκή φυλή ή είναι συγγενείς των Ελλήνων και οι μελαχρινοί Κρητικοί όχι;

Η θεωρία της ινδοευρωπαϊκής οικογένειας και γλώσσας στηρίζεται απλώς και μόνο σε επιδέξιες λεξικές συγκρίσεις που κάνουν διάφοροι συγκριτικοί γλωσσολόγοι. Δηλαδή στο ότι π.χ. μεταξύ της ελληνικής, ινδικής κ.τ.λ. γλώσσας υπάρχουν πολλές κοινές λέξεις, όμως κοινές λέξεις υπάρχουν σε όλες τις γλώσσες είτε λόγω των ηχοποιητικών λέξεων (βου…, μπου.. > βους > βόδι, bull, buffalo…) είτε λόγω των γλωσσικών δανείων. Παρέβαλε π.χ. στην ελληνική τις λέξεις: βάρβαρος, δημοκρατία, κεφαλή, κάμινος, τέχνη.. και στην αραβική: μπουλ, barbar dimokratia, kafa, kamin,tacnia…. Επομένως γιατί η αραβική γλώσσα να ανήκει σε άλλη ομογλωσσία και σε άλλη η ελληνική

Η χαριστική βολή στην συγκεκριμένη θεωρία έρχεται από την Γιούρα ή Γεροντία Αλοννήσου.  Η επιγραφή των Γιούρων Αλοννήσου, ένα καταπληκτικό εύρημα από τις Βόρειες Σποράδες έρχεται για να ταράξει την άποψη της διεθνούς επιστημονικής κοινότητος για την δημιουργία τής γραφής.  


Πρόκειται για το θραύσμα (όστρακο) ενός αγγείου πάνω στο οποίο είναι χαραγμένα σύμβολα γραφής. 

Το εύρημα χρονολογείται γύρω στο 
5.000 – 4.500 π.Χ. (χρονολόγηση με την μέθοδο της στρωματογραφίας). 
Το σημαντικότερο όμως είναι ότι τα σήματα αυτής της γραφής μοιάζουν με τα γράμματα του ελληνικού Αλφαβήτου που υποτίθεται ότι «εμφανίστηκαν» γύρω στο 800 π.Χ. 
Τα χαράγματα στο όστρακο δεν σχετίζονται με κανένα γνωστό είδος εγχάρακτης διακοσμήσεως και αποτελούν σαφή σύμβολα γραφής. 

Τα χαράγματα έγιναν στην αρχική επεξεργασία του αγγείου. Μετά το αγγείο ψήθηκε και έτσι τα χαραγμένα σύμβολα έμειναν για πάντα. Επομένως τα σύμβολα γραφής χρονολογούνται την εποχή κατασκευής του αγγείου (5.000 – 4.500 π.Χ.) και αποτελούν μία συνειδητή ενέργεια του κεραμέως.   Στην εικόνα διακρίνονται τα γράμματα Α Υ Δ (αρχικά της αρχαιότατης λέξεως «ΑΥΔΗ» (= φωνή) σύμφωνα με μερικούς ερευνητές).

Σημειώστε εδώ, ότι το αρχαιότερο μέχρι τώρα γνωστό επιγραφικό τεκμήριο, προέρχονταν από τη Σουμερία και χρονολογείται στο 3200 π.Χ.

Πρέπει, ωστόσο, να σημειώσουμε ότι τα σύμβολα πρωτογραφής των Γιούρων δεν είναι μοναδικά στον χώρο των πολιτισμών του Αιγαίου.
Ο Γιώργος Χουρμουζιάδης, καθηγητής Προϊστορικής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, ανακοίνωσε ότι ανακάλυψε στον λιμνιαίο οικισμό του Δισπηλιού Καστοριάς μια ξύλινη πινακίδα με ίχνη γραφής, που χρονολογείται γύρω στο 5300 π.Χ. (Απαραίτητη διευκρίνιση: Ο Γ. Χουρμουζιάδης γνωστός μαρξιστής και επιφανές στέλεχος του ΚΚΕ κάθε άλλου παρά ελληνοκεντρικός ή εθνικιστής μπορεί να χαρακτηριστεί).

Με λίγα λόγια, οι ημερομηνίες τα λένε όλα και τα λένε με αποδείξεις κι όχι με θεωρίες. Συν τοις άλλοις, ας λάβουμε υπόψιν ότι ο γραπτός λόγος έπεται του προφορικού, οπότε η αναζήτηση της δημιουργίας της ελληνικής γλώσσας θα μας πάει πολύ πιο πίσω χρονολογικά.

Δημιουργείται βεβαίως ένα βασικό ερώτημα. Γιατί τα γνωστά δείγματα γραφής από το προϊστορικό Αιγαίο να είναι τόσο λίγα και να παρουσιάζουν μεγάλα χρονολογικά χάσματα; Απαντήσεις, υπάρχουν. Όπως:

* Διότι η στάθμη της θάλασσας στο Αιγαίο ανέβηκε από την προϊστορία μέχρι τις ημέρες μας κατά 20 μέτρα. Όλοι οι προϊστορικοί παραλιακοί οικισμοί και τα τεκμήρια του πολιτισμού τους, βρίσκονται σήμερα στα βάθη της θάλασσας. Αλλά η αδυναμία μας να τους εντοπίσουμε δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν.

* Διότι χρονολογικά χάσματα παρατηρούνται και στις νεώτερες εποχές, από τις οποίες μάλιστα διαθέτουμε και τεράστιο πλήθος ευρημάτων. Ετσι για 350 περίπου χρόνια, από το τέλος της μυκηναϊκής εποχής μέχρι τα υστερογεωμετρικά χρόνια (1100 – 750 π.Χ.) δεν έχουμε την παραμικρή ένδειξη γραφής στην Ελλάδα. Αλλά η αδυναμία μας αυτή δεν αποδεικνύει ότι οι αρχαίοι Ελληνες έμειναν ξαφνικά αγράμματοι για 350 χρόνια, όπως έγκυρα από το 1970 έχει αναλύσει σε μελέτες του ο αείμνηστος Μανώλης Ανδρόνικος.


Ο Μύθος:  Σύμφωνα με κάποιους Ευρωπαίους γλωσσολόγους του 18/19ου αι. μ.Χ. 
(F. Sasseti = Ιταλός, F. Bopp = Γερμανός, W. Jones = Άγγλος κ.α.), οι λαοί από Ινδίες μέχρι Γερμανία πριν από 3000 χρόνια είχαν μια κοινή γλώσσα. 

Τη γλώσσα αυτή την ονομάζουν «μητέρα ινδογερμανική ή ινδοευρωπαϊκή γλώσσα» και απ’ αυτή, λένε, αποσπάστηκαν η αρχαία ελληνική, η λατινική και άλλες γλώσσες.
Η ομοιότητα βασικών λέξεων στη σανσκριτική, αρχαία ελληνική, λατινική, γερμανική, αγγλική κ.ά. όπως πατέρας (σανσκ. pita, αρχ. ελλ. πατήρ, λατ. pater, γερμ. Vater, αγγλ. father), μητέρα (σανσκ. mata, αρχ. ελλ. μήτηρ, λατ. mater, γερμ. Mutter, αγγλ. mother), σπίτι (σανσκ. dáma-, αρχ. ελλ. δόμος, λατ. domus) άλογο (σανσκ. áśva-, αρχ. ελλ. ἵππος, λατ. equus) κλπ. οδήγησε τους γλωσσολόγους στην υπόθεση ότι οι λέξεις αυτές έχουν κοινή ρίζα. 

Η ύπαρξη κοινών ριζών οδήγησε με τη σειρά της στην υπόθεση ότι οι γλώσσες αυτές προέρχονται από μια κοινή πρωτογλώσσα, η οποία ονομάζεται συμβατικά πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (ΠΙΕ).

Δεν υπάγονται στην ινδοευρωπαϊκή ομογλωσσία: η φιλανδική, η εσθονική, η ουγγρική, η τουρκική, η βασκική, η αραβική και η εβραϊκή.

Η μορφή της ελληνικής γλώσσας μετά τη διαφοροποίησή της από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή και πριν τη διαίρεσή της στις μετέπειτα ελληνικές διαλέκτους (Μυκηναϊκή, Δωρική, Αττική-Ιωνική, Αρκαδοκυπριακή κλπ.), ονομάστηκε πρωτοελληνική.   

Η πιθανότητα κοινής καταγωγής κάποιων από αυτές τις γλώσσες προτάθηκε για πρώτη φορά από τον Μάρκους Τσίριους φαν Μπόξχορν το 1647, που θεωρούσε ότι εξελίχτηκαν από τη σκυθική, μια ιρανική γλώσσα. Η θεωρία του φαν Μπόξχορν δεν έγινε ευρύτερα γνωστή και δεν είχε συνέχεια. 

Η υπόθεση της κοινής καταγωγής προτάθηκε και πάλι από τον Σερ Γουίλιαμ Τζόουνς που αντιλήφτηκε και επισήμανε το 1796 ομοιότητες ανάμεσα στις τέσσερις από τις παλιότερες γλώσσες που ήταν γνωστές στην εποχή του, τη λατινική, την ελληνική, τη σανσκριτική και την περσική γλώσσα. Η συστηματική σύγκριση αυτών και άλλων αρχαίων γλωσσών από τον Φραντς Μποπ υποστήριξε αυτή τη θεωρία και η “Συγκριτική Γραμματική” του, που δημοσιεύτηκε μεταξύ του 1833 και του 1852, θεωρείται η αρχή των ινδοευρωπαϊκών σπουδών ως ακαδημαϊκού κλάδου.

Η κοινή προγονική (αποκατεστημένη) γλώσσα ονομάζεται όπως είπαμε, πρωτοϊνδοευρωπαϊκή  (ΠΙΕ). Υπάρχει διαφωνία για την αρχική γεωγραφική θέση (η αποκαλούμενη «Urheimat» ή «κοιτίδα») που εντοπίζεται. Υπάρχουν σήμερα κυρίως δύο προτάσεις:
1. οι στέπες βόρεια της Μαύρης Θάλασσας και της Κασπίας (βλ. Κουργκάν)
2. η Ανατολία (βλ. Κόλιν Ρένφριου)

Οι υποστηρικτές της υπόθεσης Κουργκάν τείνουν να χρονολογούν την πρωτογλώσσα περίπου στο 4.000 π.Χ., ενώ οι υποστηρικτές της καταγωγής από την Ανατολία συνήθως τη χρονολογούν αρκετές χιλιετίες νωρίτερα, συνδέοντας τη διάδοση των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών με τη νεολιθική διάδοση της γεωργίας (βλ. Ινδοχεττιτική), τέλος οι υποστηρικτές της παλαιολιθικής συνέχειας την χρονολογούν ακόμα παλαιότερα κάπου στην ανώτερη παλαιολιθική.

Η υπόθεση Κουργκάν προτάθηκε αρχικά από τη Μαρίγια Γκιμπούτας στη δεκαετία του 1950. Σύμφωνα με την υπόθεση Κουργκάν, η πρώιμη ΠΙΕ από τους χαλκολιθικούς πολιτισμούς της στέπας της 5ης χιλιετίας π.Χ. ανάμεσα στη Μαύρη Θάλασσα και το Βόλγα.






Χρονολογικά η θεωρία της εξέλιξης 
του ινδοευρωπαϊκού «πολιτισμού» έχει ως εξής:


4500 π.Χ. – 4000 π.Χ.: Πρώιμη ΠΙΕ. Πολιτισμός Στρέντνυ Στογκ, Δνείπερου – Δον και Σαμάρα, εξημέρωση του αλόγου.

4000 π.Χ. – 3500 π.Χ.: Ο πολιτισμός Γιάμνα, οι πρωτοτυπικοί οικοδόμοι κουργκάν, εμφανίζονται στη στέπα και ο πολιτισμός Μαϊκόπ στο βόρειο Καύκασο. Οι ινδοχεττιτικές θεωρίες τοποθετούν το διάσπαση της πρωτοανατολικής γλώσσας πριν από αυτήν την περίοδο.

3500 π.Χ. – 3000 π.Χ.: Μέση ΠΙΕ. Ο πολιτισμός Γιάμνα βρίσκεται στην ακμή του, αντιπροσωπεύοντας την κλασική ανασυγκροτημένη Πρωτοϊνδοευρωπαϊκή κοινωνία, με λίθινα είδωλα, πρώιμα δίτροχα πρωτοάρματα, ασκώντας κυρίως την κτηνοτροφία αλλά επίσης με μόνιμους οικισμούς και φρούρια πάνω σε λόφους (hillforts), συντηρούμενη από τη γεωργία και το ψάρεμα κατά μήκος των ποταμών. Η επαφή του πολιτισμού Γιάμνα με τους πολιτισμούς της ύστερης Νεολιθικής Ευρώπης είχε ως αποτέλεσμα την “κουργκανοποίηση” των πολιτισμών των Σφαιρικών αμφορέων και Μπάντεν. 

Ο πολιτισμός Μάικοπ μας δίνει τις πρωιμότερες μαρτυρίες της έναρξης της Εποχής του Χαλκού και χάλκινα όπλα και αντικείμενα (artefacts) κάνουν την εμφάνισή τους στην περιοχή Γιάμνα. Πιθανώς πρώιμη σατεμοποιήση.

3000 π.Χ. – 2500 π.Χ.: Ύστερη ΠΙΕ. Ο πολιτισμός Γιάμνα εκτείνεται σε όλη τη στέπα της Μαύρης Θάλασσας. Ο πολιτισμός των Σχοινοειδών Προϊόντων (Corded Ware culture) εκτείνεται από το Ρήνο ως το Βόλγα και αντιστοιχεί στην ύστερη φάση της ινδοευρωπαϊκής ενότητας με την αχανή “κουργκανοποιημένη” περιοχή να αποσυντίθεται σε διάφορες ανεξάρτητες γλώσσες και κουλτούρες, ακόμα σε χαλαρή επαφή που επιτρέπει τη διάδοση της τεχνολογίας και των πρώιμων δανείων ανάμεσα στις ομάδες, εκτός από τον κλάδο των γλωσσών της Ανατολίας και τον Τοχαρικό, που είναι ήδη απομονωμένοι από αυτές τις διαδικασίες. 
Η διάσπαση σε κέντουμ και σάτεμ είναι πιθανώς ολοκληρωμένη αλλά οι φωνητικές τάσεις της σατεμοποίησης παραμένουν ενεργές.

2500 π.Χ. – 2000 π.Χ.: Η διάσπαση των αποδεδειγμένων διαλέκτων σε πρωτογλώσσες έχει ολοκληρωθεί. Η πρωτοελληνική μιλιέται στα Βαλκάνια, η πρωτοϊνδοιρανική βόρια τις Κασπίας στον πολιτισμό Σντάσα – Πέτροβκα. Η Κεντρική Ευρώπη φτάνει στην Εποχή του Χαλκού με τον πολιτισμού του Λάγυνου, που αποτελείται πιθανόν από διάφορες κέντουμ διαλέκτους. 
Η πρωτοσλαβική (ή εναλλακτικά η πρωτοσλαβική και η πρωτοβαλτική κονότητα με στενή επαφή μεταξύ τους) αναπτύσσονται στην βορειοανατολική Ευρώπη. Οι μούμιες Ταρίμ πιθανόν αντιστοιχούν στους πρωτοΤοχάρους.

2000 π.Χ. – 1500 π.Χ.: Εφευρίσκεται το άρμα οδηγώντας στη διάσπαση και τη γρήγορη διάδοση των Ιρανικών και των Ινδικών γλωσσών από τον πολιτσμό Αντρόνοβο και το Αρχαιολογικό Σύμπλεγμα Βακτριανής-Μαργκιάνα (Vactria-Margiana) σε μεγάλο μέρος της Κεντρικής Ασίας, της βόρειας Ινδίας, του Ιράν και της ανατολικής Ανατολίας. 

Η πρωτοανατολική διασπάται σε Χεττιτική και Λουβική. Ο προ-πρωτοκελτικός πολιτισμός Ουνέτισε (Unetice) έχει μια δραστήρια μεταλλουργική βιομηχανία (ουράνιος δίσκος Νέμπρα) (Nebra skydisk).

1500 π.Χ. – 1000 π.Χ.: Η σκανδιναβική Εποχή του Χαλκού αναπτύσσει την (προ)πρωτογερμανική και οι (προ)πρωτοκελτικοί πολιτισμοί Ούρφιλντ και Χάλστατ εμφανίζονται στην Κεντρική Ευρώπη εγκαινιάζοντας την Εποχή του Σιδήρου.  

Πρωτοϊταλική μετανάστευση στην Ιταλική χερσόνησο. Παρακμή της Ρίγκβεδα και άνοδος του βεδικού πολιτισμού στο Πουντζάμπ.  Άνθηση και πτώση της Χεττιτικής Αυτοκρατορίας. Ο Μυκηναϊκός πολιτισμός δίνει τη θέση του στους Ελληνικούς Σκοτεινούς Αιώνες.

1000 π.Χ. – 500 π.Χ.: Οι κελτικές γλώσσες διαδίδονται στην Κεντρική και Δυτική Ευρώπη. Η Βόρεια Ευρώπη μπαίνει στην προ-ρωμαϊκή Εποχή του Σιδήρου, τη φάση διαμόρφωσης της πρωτογερμανικής. Ο Όμηρος εγκαινιάζει την ελληνική λογοτεχνία και την πρώιμη Κλασική Αρχαιότητα. 

Ο βεδικός πολιτισμός δίνει τη θέση του στις Μαχανατζαναπάντας (Mahajanapadas). 
Ο Ζωροάστρης (Ζαρατούστρα) συνθέτει τις Γκάθα (“ύμνοι”), άνοδος της αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών παίρνοντας τη θέση των Ελαμιτών και της Βαβυλωνάς. 

Οι Κιμμέριοι (πολιτισμός Σρούμπνα) αντικαθίστανται από τους Σκύθες στη στέπα της Μαύρης Θάλασσσας. 
Οι Αρμένιοι διαδέχονται τον πολιτισμό Ουράρτου. Διαχωρισμός των πρωτοϊταλικών σε οσκοουμβρική και λατινοφαλισκική και ίδρυση της Ρώμης. Δημιουργία του ελληνικού και του αρχαίου ιταλικού αλφαβήτου. Μια ποικιλία παλαιοβαλκανικών γλωσσών μιλιέται στη Νότια Ευρώπη. Οι γλώσσες της Ανατολίας έχουν εκλείψει.






Η κάθοδος των Δωριέων


Η πραγματικότητα:  Οριστική απάντηση στη διαχρονική παρουσία των Μακεδόνων στο βορειοελλαδικό χώρο δίνουν τα αρχαιολογικά ευρήματα στην Αιανή Κοζάνης.
Καταρρίπτουν την παλαιά θεωρία περί κατακλυσμικής εισβολής των Δωριέων στα τέλη της 2ης χιλιετίας, η οποία είναι αστήρικτη ούτως ή άλλως. Ενισχύει ταυτόχρονα την άποψη για την άμεση καταγωγή των Δωριέων από Μακεδονικά φύλα και την ειρηνική διείσδυσή τους στη νότια Ελλάδα.

Σε ομιλία της η προϊσταμένη της Λ’ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, Γεωργία Καραμήτρου-Μεντεσίδη, που οργάνωσε η Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών (ΕΜΣ), επισήμανε ότι τα ευρήματα της Αιανής δίνουν οριστική απάντηση στο ότι δεν υπήρξε «κάθοδος των Δωριέων», δηλαδή Μακεδόνες, οι οποίοι ως «βάρβαροι» και «αλλόφυλοι» κατέστρεψαν τους Μυκηναίους, Αχαιούς και Έλληνες. 

Δεν υπάρχουν πλέον περιθώρια αμφιβολίας για τη νότια προέλευση της μακεδονικής αμαυρόχρωμης κεραμικής από φορείς, οι οποίοι επανέρχονται βόρεια-βορειοδυτικά (το 15ο αι. π.Χ. στην Αιανή) έπειτα από πολύ προγενέστερη (γύρω στο 2000 π.Χ.) κάθοδό τους ή από συνεχείς καθόδους και ανόδους λόγω του κτηνοτροφικού χαρακτήρα της οικονομίας και του νομαδικού τρόπου ζωής. Αυτοί δεν είναι άλλοι από τους Μακεδόνες των ιστορικών χρόνων, τους οποίους η φιλολογική παράδοση συνδέει άμεσα με τους Δωριείς.

Συνεπώς, υπογραμμίζει η Γ. Καραμήτρου-Μεντεσίδη, με το εύρημα της Αιανής αποκτάται το πλέον ισχυρό επιχείρημα για την απόρριψη της παλαιάς θεωρίας περί κατακλυσμικής εισβολής των Δωριέων στα τέλη της 2ης χιλιετίας. 
Το μεγάλο πλήθος και τα είδη των μυκηναϊκών ευρημάτων, τονίζει, υποχρεώνουν την επιστημονική κοινότητα να αναθεωρήσει τις απόψεις της για τα όρια του μυκηναϊκού κόσμου και τις σχέσεις του με τα μακεδονικά και δωρικά φύλα, ενώ η άποψη για μόνιμη εγκατάσταση Μυκηναίων στην περιοχή τεκμηριώνεται ολοένα και περισσότερο.Όσον αφορά την χρήση του σιδήρου, αυτή τοποθετείται χρονολογικά τουλάχιστον μερικούς αιώνες πριν την υποτιθέμενη κάθοδό τους.


Ο Μύθος:  Σε πρώτη φάση οι Δωριείς (από τους οποίους προέρχονται και οι Μακεδόνες, μεταξύ άλλων) κατέβηκαν στον βόρειο ελλαδικό χώρο «κάπου από βόρεια (από Γερμανία μεριά) και κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες» την δεύτερη χιλιετηρίδα π.Χ. 

Σε δεύτερη φάση εξαπλώνονται στην νοτιότερη Ελλάδα. Οι Δωριείς ήταν μαζί με τους Ίωνες, τους Αιολείς και τους Αχαιούς, τα τέσσερα μεγάλα ελληνικά φύλα, τα οποία εξαπλώθηκαν στην Ελλάδα σε διαφορετικές περιόδους κατά τη διάρκεια της 2ης χιλιετίας π.Χ. και διαμόρφωσαν το ελληνικό έθνος. Οι Δωριείς περιγράφονται ως πρωτόγονο και πολεμοχαρές φύλο, ενώ μαζί τους εμφανίζεται και η χρήση του σιδήρου.

Γενικά, η εποχή της «Καθόδου των Δωριέων», που επέφερε μεγάλες αλλοιώσεις στον πολιτικό χάρτη της Ελλάδας και επέδρασε καθοριστικά στην ιστορική της πορεία, ονομάζεται «Ελληνικός Μεσαίωνας», επειδή ελάχιστα γνωρίζουμε γι’ αυτόν και παλαιότερα πιστευόταν ότι αποτελούσε μια εποχή βίαιης διακοπής της πολιτιστικής δημιουργίας.





Η φοινικική προέλευση του ελληνικού αλφαβήτου



Η πραγματικότητα:  Η θεωρία ότι το Αλφάβητο είναι εφεύρεση των Φοινίκων συντηρήθηκε εκτός των άλλων με το επιχείρημα ότι ορισμένα σύμβολα της φοινικικής γραφής μοιάζουν με τα αλφαβητικά γράμματα, π.χ. το φοινικικό Α (άλεφ) είναι αντεστραμμένο ή πλαγιαστό το ελληνικό Α κλπ. Το επιχείρημα αυτό φαινόταν ισχυρό μέχρι προ 100 ετών περίπου, όταν οι γλωσσολόγοι και οι ιστορικοί ισχυρίζονταν ακόμη ότι οι Ελληνες δεν γνώριζαν γραφή προ του 800 π.Χ.!.!!!!! 
Γύρω στο 1900 όμως ο Αρθούρος Εβανς ανέσκαψε την ελληνική Μινωική Κρήτη και ανεκάλυψε τις ελληνικές Γραμμικές Γραφές, των οποίων σύμβολα ήταν ως σχήματα πανομοιότυπα προς τα 17 τουλάχιστον εκ των 24 γραμμάτων του ελληνικού Αλφαβήτου. 

Με δεδομένα 
α) ότι τα αρχαιότερα δείγματα των ελληνικών αυτών γραφών (Γραμμική Α και Β), που στη συνέχεια ανακαλύφθηκαν και στην Πύλο, στις Μυκήνες, στο Μενίδι, στη Θήβα, αλλά και βορειότερα, μέχρι τη γραμμή του Δούναβη και χρονολογήθηκαν τότε πριν από το 1500 π.Χ. και 
β) ότι οι Φοίνικες και η γραφή τους εμφανίζονται στην ιστορία όχι πριν το 1300 π.Χ. 
Ο Έβανς στο έργο του Scripta Minoa διετύπωσε, πρώτος αυτός, αμφιβολίες για την αλήθεια της θεωρίας ότι οι Ελληνες έλαβαν τη γραφή από τους Φοίνικες, εκφράζοντας ταυτόχρονα την επιστημονική υποψία ότι μάλλον συνέβη το αντίθετο:
 Οι Φοίνικες παρέλαβαν τη γραφή από τους Κρήτες αποίκους κατά τον 13ο αιώνα π.Χ. όταν αποίκησαν τις ακτές της Παλαιστίνης, ως Φιλισταίοι.

Περίπου την ίδια εποχή ο Ρενέ Ντυσσώ  διατύπωσε μια ανάλογη άποψη:  «Οι Φοίνικες είχον παραλάβει πρωϊμότατα το αλφαβητον παρά των Ελλήνων, οίτινες είχον διαμορφώσει εκ της Κρητομυκηναϊκής  γραφής».

Για να το καταλάβουμε λοιπόν καλύτερα: η διαφορά είναι ότι το φοινικικό σύστημα παρέμεινε συλλαβάριο, όπως ακριβώς ΤΟ ΠΑΡΕΛΑΒΑΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ, ενώ η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ κατέληξε στο σημερινό γνωστό αλφαβητικό σύστημα γραφής, ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΔΗΛΑΔΗ ΑΛΦΑΒΗΤΑΡΙΟ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ!

Οι αμφιβολίες για την μη προτεραιότητα των Φοινίκων έναντι των Ελλήνων στην ανακάλυψη της γραφής έγιναν βεβαιότητα, όταν ο καθηγητής Πωλ Φωρ, διεθνής αυθεντία της Προϊστορικής Αρχαιολογίας, δημοσίευσε στο αμερικάνικο αρχαιολογικό περιοδικό, εκδόσεως του Πανεπιστημίου της Ινδιάνας, Nestor (έτος 16ον, 1989, σελ.2288) ανακοίνωση, στην οποία παραθέτει και αποκρυπτογραφεί πινακίδες ελληνικής Γραμμικής Γραφής, που βρέθηκαν σε ανασκαφές στο κυκλώπειο τείχος των Πιλικάτων της Ιθάκης και χρονολογήθηκαν με σύγχρονες μεθόδους στο 2700 π.Χ. 

Γλώσσα των πινακίδων είναι η Ελληνική και η αποκρυπτογράφηση του Φωρ απέδωσε φωνητικά το συλλαβικό κείμενο ως εξής:  Α]RE-DA-TI. DA-MI-U-A-. A-TE-NA-KA-NA-RE(ija)-TE.  

Η φωνητική αυτή απόδοση μεταφράζεται, κατά τον Γάλλο καθηγητή πάντοτε :«Ιδού τι εγώ η Αρεδάτις δίδω εις την άνασσαν, την θεάν Ρέαν: 100 αίγας, 10 πρόβατα, 3 χοίρους». 

Έτσι ο Φωρ απέδειξε, ότι οι Ελληνες έγραφαν και μιλούσαν ελληνικά τουλάχιστον 1400 χρόνια πριν από την εμφάνιση των Φοινίκων και της γραφής τους στην ιστορία.
Αλλά οι αρχαιολογικές ανασκαφές στον ελληνικό χώρο τα τελευταία χρόνια απέδωσαν και άλλες πολλές και μεγάλες εκπλήξεις: Οι Έλληνες έγραφαν όχι μόνο τις συλλαβικές Γραμμική Α και Β Γραφές τους αλλά και ένα είδος γραφής πανομοιότυπης με εκείνη του Αλφαβήτου τουλάχιστον από το 6000 π.Χ. 
Πράγματι στο Δισπηλιό, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, μέσα στα νερά της λίμνης της Καστοριάς, ο καθηγητής Γ. Χουρμουζιάδης ανεκάλυψε ενεπίγραφη πινακίδα με γραφή σχεδόν όμοια με την αλφαβητική, η οποία χρονολογήθηκε με τις σύγχρονες μεθόδους του ραδιενεργού άνθρακα (C14) και της οπτικής θερμοφωταύγειας στο 5250 π.Χ.

Όλοι οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς που αναφέρονται στο Αλφάβητο (»Γράμματα», όπως το έλεγαν), το θεωρούν πανάρχαια ελληνική εφεύρεση (του Προμηθέα, του Παλαμήδη, του Λίνου κλπ.). 

Η θεωρία του «Φοινικικού» Αλφαβήτου πάντοτε στηριζόταν και στηρίζεται ακόμη από τους υποστηρικτές της σε μία εξαίρεση του κανόνα αυτού. Την εξαίρεση αυτή αποτελεί ένα απόσπασμα του Ηροδότου, που ο ίδιος παρουσιάζει ως προσωπική γνώμη του («ως εμοί δοκέει» = όπως μου φαίνεται…), την οποία σχημάτισε, όπως αναφέρει σε προηγούμενη παράγραφο, «αναπυνθανόμενος» (=παίρνοντας πληροφορίες από άλλους). 


Ο Μύθος:  Οι Φοίνικες που κατοικούσαν στην περιοχή του σημερινού Ισραήλ, πήραν από τους Αιγύπτιους ορισμένα γραφικά σύμβολα και με την εξέλιξή τους σχημάτισαν το πρώτο αλφάβητο (γνωστό κι ως σημιτικό αλφάβητο). 
Περιλάμβανε 22 γράμματα, σύμφωνα και ημίφωνα, χωρίς να έχει φωνήεντα. Από τα πρώτα αυτά γράμματα σχηματίστηκαν τα νεότερα αλφάβητα. Οι Έλληνες καθώς ταξίδευαν στα τέλη του 9ου π.Χ. αιώνα στην ανατολική Μεσόγειο, πήραν το αλφάβητο των Φοινίκων, το πλούτισαν με φωνήεντα και το προσάρμοσαν στην ελληνική γλώσσα.




Απτές Αποδείξεις για την Αυτοχθονία των προγόνων μας:  
Ο Αρχάνθρωπος των Πετραλώνων και τα ευρήματα της Τρίλλιας, που έφερε στο φως ο Άρης Πουλιανός,  όπου και ανεκάλυψε κνήμη όρθιου ανθρώπου ηλικίας 11 εκατομ. ετών!

         Το πρώτο, που πρέπει να αναφερθεί είναι, ότι η Ινδοευρωπαϊκή θεωρία είναι μια καθαρά γλωσσολογική θεωρία, σύμφωνα με την οποία η Σανσκριτική ήταν η κοινή μητέρα όλων των Ευρωπαϊκών γλωσσών ακόμη και την Ελληνικής!

   Ο άνθρωπος, που την πρωτοδιετύπωσε, ήταν ένας Βρετανός δικαστής, ο Ουίλλιαμ Τζόουνς, ο οποίος υπηρετούσε στις Βρετανικές κτήσεις στην Ινδία στα τέλη του 18ου αιώνος. Στο συμπέρασμα αυτό κατέληξε, λόγω της γλωσσικής συνάφειας ορισμένων λέξεων της Σανσκριτικής με τις Ευρωπαϊκές γλώσσες. Αλλά ο Τζόουνς δεν ήταν παρά ένας ερασιτέχνης γλωσσολόγος...

   Ο πραγματικός θεμελιωτής της Ινδοευρωπαϊκής θεωρίας ήταν ο Γερμανός Φραντς Μποπ (1791-1867). Ο Μποπ ήταν αυτός, ο οποίος μελετώντας το έργο του Τζόουνς το συνέθεσε και το μετεξέλιξε στην λεγόμενη «Ινδογερμανική θεωρία», βάση της οποίας όλοι οι Ευρωπαϊκοί λαοί, πέραν της υποτιθέμενης κοινής γλώσσης, είχαν και κοινή πολιτισμική κοιτίδα αλλά και κοινή καταγωγή!

   Σ’ αυτό το σημείο, αξίζει νομίζω να αναφερθεί, ότι για να εξάγει κανείς σωστά συμπεράσματα απ’ την αλληλουχία των γεγονότων, θα πρέπει η κριτική σκέψη να συμπλέει αρμονικά με την εποχή και το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτά διεξάγονται. Το ιστορικό πλαίσιο, στο οποίο έζησε ο Μπομπ περιελάμβανε αρχικά τις ταπεινώσεις της Πρωσσίας στις μάχες της Ιένα και του Άουερστάντ από τον Ναπολέοντα. Οι παραπάνω ήττες και η κατάληψη της Πρωσσίας από τα Γαλλικά στρατεύματα μοιραία οδήγησαν στην αφύπνιση του κοιμώμενου Γερμανικού γίγαντα και του Γερμανικού εθνικισμού.

   Με την συντριπτική νίκη εναντίον του Ναπολέοντα στο Βατερλώ το 1815, η Γερμανική υπερηφάνεια κορυφώθηκε και μέσα σ’ αυτό το κλίμα της εθνικής ευφορίας, ο Μπομπ διετύπωσε το 1816 την Ινδογερμανική του θεωρία, η οποία προσέθετε αιώνες ζωής στο Γερμανικό Έθνος. 

   Η δημοσίευση της μελέτης του Μποπ περί «κλιτικού συστήματος της Σανσκριτικής 
σε σύγκριση με εκείνο της Ελληνικής, Λατινικής, Περσικής και Γερμανικής γλώσσης» απετέλεσε τον θεμέλιο λίθο της Ινδοευρωπαϊκής θεωρίας.

   Μιας θεωρίας, που δυστυχώς εξακολουθεί να ζει και να ταλανίζει εμάς τους Έλληνες, οι οποίοι έχουμε να επιδείξουμε λαμπρό πολιτισμό από τους Νεολιθικούς ήδη χρόνους, χωρίς να χρειαζόμαστε τα «φώτα» των όποιων «Ινδοευρωπαίων». Το τραγικό όμως είναι, ότι η Ινδοευρωπαϊκή θεωρία, η οποία θα έπρεπε να είχε ήδη ανατραπεί και να έχει...καταλήξει, βάση των αρχαιολογικών τεκμηρίων, εν τούτοις εξακολουθεί να διατηρείται εν ζωή, «διασωληνωμένη» εις την...εντατική των σχολείων και των Πανεπιστημιακών ιδρυμάτων κυρίως της χώρας μας!



Σε τί όμως συνίσταται η περίφημη αυτή Ινδοευρωπαϊκή θεωρία
σε ότι αφορά την Ελλάδα τουλάχιστον; 

          Οι  Ινδοευρωπαϊστές υποστηρίζουν, ότι οι Έλληνες δεν ήσαν αυτόχθονες και γηγενείς αλλά επήλυδες (μετανάστες), οι οποίοι αφίχθησαν στον Ελλαδικό χώρο απ’ τα Βορρειοανατολικά.  Οι παλαιότεροι κάτοικοι της Ελλάδος, τους οποίους ονόμασαν Προέλληνες, είτε αφομοιώθησαν από τους...μετανάστες είτε βρήκαν τον θάνατο από τις ατρόμητες ορδές τους και το εξαίρετο ιππικό τους! Μάλιστα. Εξαιρετικό σενάριο για μια επική παραγωγή του Hollywood ή μάλλον του...Bollywood μιας και αναφερόμαστε εις τας...Ινδίας!  



Φυσικά δεν θα μας αρνηθεί κανείς να εξετάσουμε 
την σχέση του με την πραγματικότητα...


          Κατ’ αρχάς, ο πολιτισμός δεν θα μπορούσε να είχε γεννηθεί πουθενά αλλού παρά σε έναν τόπο ευνοημένο απ’ τις κλιματολογικές συνθήκες. Παντού στον κόσμο, μεγάλοι πολιτισμοί ανεδείχθησαν εκεί, όπου οι περιβαλλοντικές συνθήκες ευνόησαν την συγκέντρωση πληθυσμών μετά την εποχή των παγετώνων.  Αυτή είναι τεκμηριωμένη άποψη ενός περιβαλλοντολόγου. 

   Οι περίοδοι πήξεως και τήξεως των πάγων μεταξύ των οποίων έχουμε τους διαφόρους κατακλυσμούς – τρεις εκ των οποίων έχουν καταγραφεί στην Ελληνική παράδοση – έχουν άμεση σχέση με τη γέννηση και την ανάπτυξη του πολιτισμού, λαμβάνοντας υπ’ όψιν και το γεγονός, ότι η τελευταία εποχή παγετώνων τελείωσε χοντρικά γύρω στο 10.000 π.Χ.

   Από τη στιγμή λοιπόν, που έως την ύστερη παλαιολιθική εποχή, οι περιοχές βορείως του όρους Αίμος ήσαν καλυμμένες από πάγους, κανενός είδους πολιτισμός δεν ήταν δυνατόν να ευδοκιμήσει σε αυτές. 

   Οι παγετώνες εξετείνονταν σε όλη την περιοχή, 
η οποία είχε το ίδιο γεωγραφικό πλάτος. 

   Κατά συνέπεια, η υποτιθέμενη κοιτίδα των ΙνδοΕυρωπαίων (οι στέπες του Καυκάσου και της Σιβηρίας) ήταν έως την παλαιολιθική εποχή γεμάτη...παγάκια.  Γεννάται λοιπόν το ερώτημα: Τί έκαναν οι Έλληνες εκεί πάνω; 





        Μοιραία λοιπόν, ο πολιτισμός εγεννήθη στις εύκρατες περιοχές της Μεσογείου. Ακόμη και μετά την τήξη των πάγων, είναι λογικό συνειρμικά να συμπεράνουμε, ότι ο πολιτισμός της Μεσογείου, έχοντας προηγηθεί αρκετά έναντι των πολιτισμών, που ανεπτύχθησαν στις βόρειες περιοχές, διατήρησε αυτό το αρχικό πολιτιστικό του προβάδισμα.  Στο σημείο όμως αυτό ανακύπτει το επόμενο ερώτημα: 


Πότε ήρθαν αυτοί οι Ινδοευρωπαίοι στην Ελλάδα;

   Οι Ινδοευρωπαϊστές ποτέ δεν είχαν να δώσουν μια σοβαρή απάντηση στο συγκεκριμένο ερώτημα και για να αποφύγουν το σκόπελο υποστηρίζουν, ότι οι Ινδοευρωπαίοι αφίχθησαν κατά κύματα στον Ελλαδικό χώρο μεταξύ της 5ης και της 2ης χιλιετίας π.Χ. 

   Κατ’ αρχάς, δεν υπάρχει κανένα απολύτως αρχαιολογικό τεκμήριο, το οποίο να αποδεικνύει την ύπαρξη ενός προηγμένου πολιτισμού στις περιοχές του Καυκάσου. Κάνω...έκκληση προς όλους σας, να μου δείξετε το οτιδήποτε, ένα ΙνδοΕυρωπαϊκό άγαλμα π.χ. ή κάτι τέλος πάντων, δηλωτικό της ύπαρξης αυτών των...οντοτήτων. Ο ευρών αμοιφθήσεται!

   Με δεδομένο το ότι η Νεολιθική Ελλάς είχε προχωρήσει σε τέτοιο βαθμό πολιτιστικά (ο καθηγητής Θεοχάρης αναφέρει, ότι μόνο στη Θεσσαλία είχαν εντοπισθεί, έως τη δεκαετία του 80, περισσότεροι από 170 νεολιθικοί οικισμοί, όπου μάλιστα σε έναν απ’ αυτούς, στη Θεόπετρα Τρικάλων, το ευρισκόμενο σπήλαιο κατοικείτο σύμφωνα με τους ανασκαφείς απ’ το 50.000 π.Χ. και ευρέθησαν σπόροι οσπρίων και σιτηρών ενώ η κεραμική που ανακαλύφθηκε στο ίδιο σπήλαιο ανάγεται στη μεσολιθική περίοδο – 9η π.Χ. χιλιετία-) ώστε να εντοπίζουμε ακόμη και λείψανα οδών, άριστα πολεοδομικά σχέδια, μέγαρα και ακροπόλεις, όπως στο Σέσκλο και στο Δισπηλιό καθώς και οχυρωματικά έργα, τα οποία θα ζήλευαν ακόμη και Μεσαιωνικά κάστρα, αναρωτιέμαι πόσο είχαν πραγματικά προχωρήσει πολιτισμικά οι νομάδες μετανάστες απ’ τις στέπες; 



     Κακά τα ψέματα. Η ανάπτυξη του πολιτισμού υπήρξε απόρροια της μόνιμης εγκατάστασης, η οποία και αποτελεί την απαραίτητη προϋπόθεση για την ανάπτυξη της γεωργίας και της κτηνοτροφίας. 

   Η γέννηση της πόλεως συνεπάγονταν βεβαίως την ανάγκη συγκροτήσεως στρατών για την προστασία του συνόλου των πολιτών, οι οποίοι ως καλλιεργητές, αποτελούν το σημαντικότερο παραγωγικό κεφάλαιο για τη νεοσύστατη πόλη. 

   Αυτοί ακριβώς είναι οι Άρειοι, οι ευγενείς πολεμιστές. Οι ΕΛΛΗΝΕΣ πολεμιστές. Η τάξη αυτή των επαγγελματιών του πολέμου συνέχισε να υφίσταται στην Ελλάδα, ως τους αρχαϊκούς χρόνους. Οι Άρειοι, σε καμία περίπτωση δεν περιόρισαν το ρόλο του πολίτου-οπλίτου ενώ αργότερα ο ρόλος τους αναβαθμίζεται, όπως τα αρχαιολογικά ευρήματα αλλά και τα Ομηρικά έπη καταδεικνύουν.

   Είναι αναγκαίο κατά συνέπεια, να κατανοήσουμε, ότι δεν φυτρώνουν πολεμιστές απ’ το πουθενά, σαν τα μανιτάρια! Η συγκροτήση στρατών εξυπηρετεί όπως είδαμε την ασφάλεια των κατοίκων καθώς και τη διαφύλαξη της παραγωγικής ζωής των οικισμών. 

   Και τα ερωτήματα καλά...κρατούν ή μάλλον τίθενται αμείλικτα το ένα μετά το άλλο. 

   Πώς ήρθαν αλήθεια οι περίφημοι ΙνδοΕυρωπαίοι στην Ελλάδα; 

   Μήπως από ξηράς, με όλο τους τον πληθυσμό, μαζί και τα γυναικόπαιδα και κατόρθωσαν να κατακτήσουν τις χιλιάδες, έστω και πρώιμες, των Ελληνικών πόλεων; 

   Με τί...προσόντα;

Μα, είχαν εξημερώσει τον ίππο λένε οι ΙνδοΕυρωπαϊστές. 

Μπούρδες, είναι το μόνο...σοβαρό σχόλιο! 

   Στην Ελλάδα υπήρχαν ίπποι εδώ και εκατομμύρια έτη, όπως αποδεικνύουν οι έρευνες του Άρη Πουλιανού (έχει βρεθεί αποτύπωμα γνάθου ίππου στη Χαλκιδική, 
το οποίο χρονολογείται 11 εκατομ. έτη παρακαλώ) χώρια τις βραχογραφίες του 4.500 π.Χ. στο όρος Παγγαίο, όπου εικονίζονται έφιπποι άντρες. 

   Ναι αλλά, συνεχίζουν οι ΙνδοΕυρωπαϊστές, οι ΙνδοΕυρωπαίοι έφεραν τη γνώση της κατεργασίας των μετάλλων και συγκεκριμένα του χαλκού. Μπούρδες εις το τετράγωνο φίλοι μου! Η κατεργασία μετάλλων στον Ελλαδικό χώρο είχε τεκμηριωμένα αρχίσει από τα τέλη της 6ης χιλιετίας.

   Στο παραπάνω συμπέρασμα έχει μοιραία οδηγηθεί η αρχαιολογική σκαπάνη από πληθώρα χρυσών κοσμημάτων, που ευρέθησαν σε όλη τη σημερινή Ελληνική επικράτεια αλλά και σε περιοχές της Μικράς Ασίας. 

   Η μετάβαση από την επεξεργασία του χρυσού σε αυτή του χαλκού και του ορείχαλκου αργότερα, έγινε ομαλά, όπως μαρτυρούν και τα ευρήματα. 

   Αντίθετα, οι πολιτισμοί της στέπας, λόγω του νομαδικού τους βίου δεν έχουν την τεχνογνωσία να κατεργαστούν τα μέταλλα, η οποία προϋποθέτει σταθερή εγκατάσταση ή τουλάχιστον πρόσβαση σε μια περιοχή με τις απαραίτητες πρώτες ύλες.



Πώς λοιπόν ήρθαν οι Ινδοευρωπαίοι; 

Για να ανταπεξέλθουν όλες αυτές τις...ενοχλητικές αναζητήσεις, οι ΙνδοΕυρωπαϊστές ομολογούν, ότι η εισβολή των ΙνδοΕυρωπαίων έγινε εκ της θαλάσσης! 

   Ε, αυτό είναι το πιο γελοίο επιχείρημα της εν γένει γελοίας αυτής θεωρίας!  Πού βρήκαν οι ΙνδοΕυρωπαίοι τα πλοία; Και που έμαθαν να ναυμαχούν; Μήπως στις...στέπες; Και επί προσθέτως, γιατί οι κάτοικοι του Αιγαίου, οι οποίοι τεκμηριωμένα ναυσιπλοούσαν τουλάχιστον από την 8η χιλιετία, όπως απ’ τα ευρύματα είτε στο Φράχθι της Ερμιονίδος (είτε από ναυάγια, όπως αυτό της Λήμνου είτε από βραχογραφίες) δεν επεχείρησαν να τους σταματήσουν; 

   Αλλά ξέχασα. Σύμφωνα με την...φοβερή (και θολερή) αυτή θεωρία, τόσο οι Κυκλαδίτες όσο και οι Μινωίτες δεν ήσαν Έλληνες αλλά κάποια άγνωστα... Προελληνικά φύλα! 
Να γελάσεις ή να κλάψεις ;  Όχι, πείτε μου...

   Οι Ινδοευρωπαϊστές στηρίζουν τους ισχυρισμούς τους, από τα λείψανα και τις επιβεβαιωμένες καταστροφές πολλών θεωρουμένων ως Προελληνικών, νεολιθικών οικισμών, όπως της Λέρνης και του Σέσκλου, το οποίο αποτελεί και τον παλαιότερο νεολιθικό οικισμό της Ευρώπης. 

   Γιατί θα πρέπει όμως απαραίτητα αυτές να αποδοθούν σε ξενική εισβολή και όχι σε έναν εμφύλιο πόλεμο, αιτία εκρήξεως του οποίου θα μπορούσε να είναι ο έλεγχος της πλούσιας Θεσσαλικής πεδιάδος; 

   Το γεγονός άλλωστε ότι το Σέσκλο δεν κατεστράφη από ΙνδοΕυρωπαϊκή εισβολή, αποδεικνύεται από το γεγονός, ότι η διάδοχος ισχυρή πόλη της Θεσσαλικής πεδιάδος, το Διμήνι, ακολουθεί το ίδιο με το Σέσκλο πολεοδομικό σχέδιο, με ακρόπολη προστατευμένη από οχυρωματικούς περιβόλους και μέγαρο.
Είναι προφανές, ότι η ακρόπολη του Διμηνίου αποτελεί μετεξέλιξη της ακροπόλεως του Σέσκλου.




           Στην 5η χιλιετία όμως, δεν είχαμε πολιτισμική ανάπτυξη μόνο στη Θεσσαλία. 
Η Αττική έχει να παρουσιάσει δεκάδες νεολιθικές θέσεις. Στη Νέα Μάκρη βρέθηκαν λείψανα πλακόστρωτης οδού, παρακαλώ! 

   Έργα οδοποιίας χρειάζονταν προφανώς ένας πολιτισμός, που είχε εξελίξει το εμπόριο και τις μεταφορές και ο οποίος το πιθανότερο είναι να χρησιμοποιούσε και άρματα ή άμαξες. Στη Νέα Μάκρη επίσης, δεν παρατηρείται καμιά διαταραχή κατά τη διάρκεια της μεταβάσεως από την αρχαιοτέρα στη μέση νεολιθική περίοδο. Άρα, δεν μπορούμε να ομιλούμε για γενικευμένη εισβολή στην Ελλάδα κάποιων ξένων φυλών.







   Κατά συνέπεια, η περίπτωση των καταστροφών στη Θεσσαλία είναι μεμονωμένη και δεν επαναλαμβάνεται ούτε στην Αττική ούτε και στην Εύβοια, όπου στον οικισμό Λευκαντί η κατοίκηση συνεχίζεται αδιάκοπα από τους νεολιθικούς έως τους Βυζαντινούς χρόνους. 

   Ομοίως, πολύ αργότερα, κατά την καταστροφή των Μυκηναϊκών βασιλείων, (1200-1100π.Χ) πάλι είναι αστείο να μιλάμε για ξενική εισβολή αφού πρόκειται σαφώς για εμφύλιες διαμάχες με πρωτεργάτες του απογόνους του Ηρακλέους, οι οποίοι ως εξόριστοι απ’ την Πελοπόννησο (αλήθεια, ο Ηρακλής δεν πήγε στη Θήβα;) επέστρεψαν στα πάτρια εδάφη και διεκδικούσαν πίσω τον θρόνο τους. Απλά πραγματάκια. Αυτή είναι η περιβόητη (ή μάλλον η...διαβόητη) κάθοδος των Δωριέων, για την οποίαν έχει γίνει τόσος...ντόρος τα τελευταία χρόνια! Δεν πρόκειται για τίποτε άλλο παρά για την επιστροφή των Ηρακλειδών.

   Βεβαίως, ένας άλλος λόγος, ο οποίος συνετέλεσε στην καταστροφή των Μυκηναϊκών βασιλείων ήταν, εκτός από τις φυσικές καταστροφές (σεισμοί αλλά και πρόσκρουση μετεωρίτου, όπως καταδεικνύουν τα νεότερα επιστημονικά δεδομένα των ερευνών του καθηγητή Μαρινάτου) και οι επιδρομές των λαών της θαλάσσης (όχι δεν πρόκειται για....ΙνδοΕυρωπαίους, είπαμε πού να τα βρουν τα πλοία στις στέππες). Αρκετοί απ’ αυτούς ήσαν ομοίως Έλληνες, όπως για παράδειγμα οι Τυρρηνοί πειρατές (λέγε μας Ετρούσκους)

   Στοιχεία, τα οποία αποτελούν απτές αποδείξεις για την αυτοχθονία των προγόνων μας, βρίθουν σε κάθε σημείο της ιερής Ελληνικής γης. Ενδεικτικά αναφέρω τον Αρχάνθρωπο των Πετραλώνων και τα ευρύματα της Τρίλλιας, που έφερε στο φως ο Άρης Πουλιανός, όπου και ανεκάλυψε κνήμη όρθιου ανθρώπου ηλικίας 11 εκατομ. ετών! Οι εν λόγω ανακαλύψεις αποτελούν αδιάψευστα τεκμήρια για την παλαιότητα της Ελληνικής φυλής. Bάση χρονολόγησης που δίνουν ξένα Πανεπιστήμια ο άνθρωπος των Πετραλώνων χρονολογείται μεταξύ 1.000.000 και 500.000 π.Χ. και ανήκει βεβαίως στον Άνθρωπο τον Όρθιο (Homo Erectus).

   Τμήμα συνοικίας με καλά διατηρημένα οικοδομήματα, η οποία ανήκε σε μεγάλη πόλη της Άνδρου, που ήκμασε κατά τη Μέση Εποχή του Χαλκού (2000-1900 π.Χ. περίπου), ήλθε στο φως στη διάρκεια σωστικής ανασκαφής από την ΚΑ' ΕΠΚΑ σε ακίνητο στο ακρωτήριο Πλάκας Ανδρου.

   Συγκεκριμένα, η ανασκαφή αποκάλυψε τουλάχιστον τέσσερα καλά διατηρημένα οικοδομήματα και δρόμο με βαθμίδες που φαίνεται να οδηγεί σε μικρή πλατεία. Από τα τέσσερα κτίρια, το ένα διατηρείται μέχρι το επίπεδο του πρώτου ορόφου και έχει διαστάσεις 8χ 9μ.

   Από τα άλλα τρία αποκαλύφθηκε μόνο τμήμα τους, ενώ ένα από αυτά είναι κτισμένο πάνω σε άλλο παλαιότερο. 

   Στα κτίρια των δύο φάσεων υπάρχουν πολλά ευρήματα -κυρίως κεραμικά- και σε καλή κατάσταση. 

   Ξεχωρίζουν μεγάλα αποθηκευτικά πιθάρια, πρόχοι, πιθοειδή αγγεία, λίθινα εργαλεία (τριβεία, τριπτήρες), κ.λπ.

   Σύμφωνα με τα ως τώρα στοιχεία φαίνεται ότι η πόλη είχε υποστεί μεγάλες αλλεπάλληλες καταστροφές, πιθανότατα από σεισμούς, από το τέλος της Πρωτοκυκλαδικής μέχρι και το μέσο της Μεσοκυκλαδικής Εποχής

   Η τελευταία καταστροφή τοποθετείται στην πρώιμη Μεσοκυκλαδική περίοδο (2000-1900 π.Χ. περίπου) και η αμέσως προηγούμενη στο τέλος της Πρωτοκυκλαδικής ΙΙΙΒ και στις αρχές της πρώιμης Μεσοκυκλαδικής περιόδου.

   Η ίδρυση της πόλης πιθανότατα να ανάγεται πολύ παλαιότερα και σε αυτό συνηγορούν δύο σημαντικά ευρήματα. Το πρώτο είναι ένα στρώμα καταστροφής, που βρέθηκε ανάμεσα σε δύο από τα κτίρια, με πλήθος κεραμικών, η οποία καλύπτει τουλάχιστον την Πρωτοκυκλαδική ΙΙΙΒ περίοδο.

   Το δεύτερο είναι η εύρεση στην άκρη της πόλης βραχογραφιών εξαιρετικής σπουδαιότητας, οι οποίες παρουσιάζουν κοινά στοιχεία ως προς την τεχνική, την κλίμακα και τη θεματογραφία με τις βραχογραφίες του νεολιθικού οικισμού του Στρόφιλα στην Άνδρο.

   Οι βραχογραφίες αυτές ενισχύουν το ενδεχόμενο οι κάτοικοι του μεγάλου οικισμού του Στρόφιλα να μετακινήθηκαν στο πλησιέστερο στη θάλασσα ακρωτήριο της Πλάκας προς το τέλος της Τελικής Νεολιθικής περιόδου (3300π.Χ. περίπου). Αναμφίβολα αποτελούν ισχυρότατο κρίκο σύνδεσης της Τελικής Νεολιθικής περιόδου με την εποχή του Χαλκού, καταδεικνύοντας την πολιτιστική συνέχεια κατά την προϊστορική εποχή στις Κυκλάδες.

   Τον οικισμό της Πελάνας του αρχαιολόγου Θεόδωρου Σπυρόπουλου, ο οποίος ανεκάλυψε, πως κάτω από τη Σπάρτη υπάρχουν τα ερείπια της αρχαίας Λακεδαίμονος, πόλη πολύ προγενέστερη, που χάνεται στην αχλύ των χιλιετηρίδων δεν τον έχουν ακουστά οι κύριοι Ινδοευρωπαϊστές; Ή μήπως δεν έχουν ακούσει για τις Ελληνικές πυραμίδες, όπως για παράδειγμα είναι αυτή του Ελληνικού στο Άργος, οι οποίες έχουν χρονολογηθεί ως αρχαιότερες των Αιγυπτιακών; Θα πρέπει να έχουν αυξημένα ποσοστά...βαρυκοϊας, δεν εξηγείται αλλιώς, διότι όποια πέτρα κι αν σηκώσεις, η Ελληνική γη φωνάζει από μόνη της!


   Η Ινδοευρωπαϊκή θεωρία δεν είναι καν μια θεωρία, που μπάζει από χίλιες δυο μεριές αλλά είναι μια γλωσσολογική μελέτη και μόνο, βασισμένη σε κάποιες ομοιότητες λέξεων, η οποία όμως ακόμα και αμιγώς γλωσσολογικά, καταρρίπτεται. Θέλετε να σας την καταρρίψω εδώ, μέσα σε δυο γραμμές; 

   Προσέξτε: Η ινδοευρωπαϊκή ρίζα mar- σε όλες τις άλλες γλώσσες αποδίδει τη θάλασσα (λατ: mar, γαλ: mer, ιταλ: mare, γερμ: meer). Αντίθετα, εις την Ελληνικήν υπάρχει η ρίζα αλς με όλα τα παράγωγά της, τα οποία ισχύουν έως και σήμερα (π.χ. ναυσιπλοΐα).  Γιατί να συμβαίνει αυτό;

   Γιατί οι Έλληνες, εφ’ όσον είναι ΙνδοΕυρωπαϊκής καταγωγής δεν εκφράζουν την έννοια της θάλασσας με μια ομόρριζη των Ευρωπαϊκών λέξη; 



   Μήπως διότι οι Έλληνες ήσαν τελικά ο πρώτος λαός, ο οποίος συνεδέθη τόσο στενά με το υγρό στοιχείο από τις απαρχές της ιστορίας τους, με αποτέλεσμα η θάλασσα να απετέλεσε και να αποτελεί τον κατ’ εξοχήν παράγοντα που διεμόρφωσε το χαρακτήρα του Ελληνικού πολιτισμού; 

   Ε ναι λοιπόν! Οι αέναοι ταξιδευτές Έλληνες, είτε ως Πελασγοί, είτε ως Μινωίτες, είτε ως Μυκηναίοι αργότερα, διέσχισαν απ’ τους παλαιότατους χρόνους τη Γηραιά Ήπειρο, εμπορευόμενοι με τους άγριους τότε Ευρωπαίους, στους οποίους και έδωσαν τα φώτα τους. 

   Και αυτά δεν τα λέω εγώ ή ο οποιοσδήποτε αλλά τα έχουν καταγράψει οι αρχαίες παραδόσεις, επιβεβαιωμένες απ’ τις αρχαιολογικές ανασκαφές. 
Χιλιάδες Ελληνικά τοπωνύμια στη Βρετανία, όπου οι Έλληνες την επισκέπτονταν τακτικά για να εισάγουν κασσίτερο για τα όπλα τους, ευρήματα μυκηναϊκών ξιφών στα δάση της Γερμανίας, ερείπια από μυκηναϊκά ανάκτορα στην Βορειοανατολική Ευρώπη και πάει λέγοντας...
   Πρόσφατα μάλιστα, ο αρχαιολόγος Βίκτωρ Σαρηγιαννίδης ανακάλυψε ανάκτορο της Κνωσσού στο Τουρκμενιστάν, (Αφγανιστάν) είδηση, η οποία έκανε τον γύρο του κόσμου αλλά που στην Ελλάδα σχεδόν απεσιωπήθη, με εξαίρεση κάποια ελάχιστα media, τα οποία την προέβαλαν. Έως και την ακριβή πορεία, τον ακριβή πλού, που ακολούθησαν οι Έλληνες θαλασσοπόροι για να προσεγγίσουν τις ακτές της ...Βόρειας Αμερικής μας αναφέρει με κάθε λεπτομέρεια ο Πλούταρχος.




        Η αρχαιότερη ίσως στον κόσμο βυθισμένη πόλη βρίσκεται στο Παυλοπέτρι της νότιας Λακωνίας, σε βάθος μόλις τριών έως τεσσάρων μέτρων και πολύ κοντά σε μια αμμουδερή ακτή ιδιαίτερα δημοφιλή στους τουρίστες και τους κατασκηνωτές. 

   Τώρα μια ομάδα επιστημόνων από το Ερευνητικό Κέντρο Υποβρύχιας Αρχαιολογίας του βρετανικού Πανεπιστημίου του Νότιγχαμ, σε συνεργασία με Έλληνες συναδέλφους τους, φιλοδοξούν να αποκαλύψουν τα μυστικά της, με τη βοήθεια εξελιγμένου ηλεκτρονικού εξοπλισμού που μπορεί να φέρει επανάσταση στο χώρο της ενάλιας αρχαιολογίας. 

   Τα απομεινάρια της βυθισμένης προϊστορικής πόλης, που χρονολογείται από τουλάχιστον το 2800 πΧ., περιλαμβάνουν ανέπαφα κτίρια, αυλές, δρόμους, καθώς και μεταγενέστερους τάφους που πιστεύεται ότι ανήκουν στη Μυκηναϊκή περίοδο.


Μινωίτες ταξίδεψαν μέχρι την βόρεια θάλασσα.
Σύμφωνα με τα τελευταία ευρήματα γερμανών αρχαιολόγων.

Ευρήματα στο Λύκαιον όρος

Του John Νoble Wilford Επιμέλεια: Μαίρη Αδαμοπούλου

Ο Δίας «έκρυβε» 900 χρόνια

   Ο βωμός του Διός στο Λύκαιον Όρος «μιλά» και οι αρχαιολόγοι ισχυρίζονται πως ο Δίας λατρευόταν στην Αρκαδία ήδη από το 3000 π.Χ.

   Κατά 900 χρόνια γηραιότερος από ό,τι πιστευόταν αποδεικνύεται ο Δίας σύμφωνα με νέα αρχαιολογική έρευνα στο Λύκαιον Όρος, στην Αρκαδία.

   Πλήρη ανατροπή στη ζωή του πατέρα θεών και ανθρώπων - του πανίσχυρου Δία- φέρνει η αρχαιολογική σκαπάνη, που έρχεται να «αποδείξει» πως ο ισχυρός θεός «γεννήθηκε» το 3000 π.Χ., δηλαδή 900 χρόνια παλαιότερα από ό,τι πιστευόταν μέχρι τώρα. Πριν στήσει τον θρόνο του στον Όλυμπο, είχε εγκατασταθεί στην Αρκαδία, στο Λύκαιον Όρος.




          Σκεφθείτε λοιπόν μόνοι σας, με βάση την ψυχρή Αριστοτέλεια λογική. 
Τι σας φαίνεται πιθανότερο και πιο φυσιολογικό; Ο πολιτισμός να ξεκίνησε από εδώ, όπου υπήρχαν όλες εκείνες οι συνθήκες, οι οποίες ευνοούσαν την ανάπτυξή του και εν συνεχεία οι Έλληνες σαν λαός ναυτικός να τον μετελαμπάδευσαν σε όλον τον υπόλοιπο κόσμο ή να γεννήθηκε, άγνωστο πως, στις στέππες του Βορρά; 

   Η απάντηση είναι μέσα σας. Είναι καιρός όμως να την βγάλετε και έξω, να την ...εξακοντίσετε, ούτως ώστε να σταματήσει επιτέλους να διαιωνίζεται αυτή η πλάνη, το μύθευμα των ανύπαρκτων Ινδοευρωπαίων, το οποίο χρησιμοποιούν σήμερα κάποιοι κύκλοι, έχοντας συγκεκριμένα συμφέροντα να κουτσουρέψουν την Ελληνική Ιστορία και να πλήξουν την Ελλάδα και τον Ελληνισμό.

   Είναι στο χέρι μας. Το χρωστάμε. Στην ιστορική αλήθεια, την οποίαν επιβάλλεται να υπηρετούμε. Το χρωστάμε στην έννοια της δικαιοσύνης. Το χρωστάμε στους προγονούς μας αλλά και σε εμάς τους ίδιους. Διότι ένας λαός, που δεν γνωρίζει το παρελθόν του τότε δεν μπορεί να έχει και μέλλον.
______________________





«ΤΑΥΤΗΝ ΓΑΡ ΟΙΚΟΥΜΕΝ ΟΥΧ ΕΤΕΡΟΥΣ ΕΚΒΑΛΟΝΤΕΣ
ΟΥΔ' ΕΡΗΜΗΝ ΚΑΤΑΛΑΒΟΝΤΕΣ ΟΥΔ' ΕΚ ΠΟΛΛΩΝ ΕΘΝΩΝ
ΜΙΓΑΔΕΣ ΣΥΛΛΕΓΕΝΤΕΣ, ΑΛΛ' ΟΥΤΩ ΚΑΛΩΣ ΚΑΙ
ΓΝΗΣΙΩΣ ΓΕΓΟΝΑΜΕΝ ΩΣΤ' ΕΞ ΗΣΠΕΡ ΕΦΥΜΕΝ, ΤΑΥΤΗΝ ΕΧΟΝΤΕΣ ΑΠΑΝΤΑ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟΝ ΔΙΑΤΕΛΟΥΜΕΝ, ΑΥΤΟΧΘΟΝΕΣ ΟΝΤΕΣ...»      Ισοκράτους Πανηγυρικός», (24 - 25):





Αλλά ας δούμε το κείμενο του Ηροδότου (»Ιστορία, Ε 58″):

«58. Οι δε Φοίνικες ούτοι οι συν Κάδμω απικόμενοι τών ήσαν Γεφυραίοι άλλα τε πολλά οικήσαντες ταύτην την χώρην εισήγαγον διδασκάλια ες τους Έλληνας και δη και γράμματα, ουκ εόντα πριν Έλλησι ως εμοί δοκέει, πρώτα μεν τοίσι και άπαντες χρέωνται Φοίνικες· μετά δε χρόνου προβαίνοντος άμα τη φωνή μετέβαλλον και τον ρυθμόν των γραμμάτων».

[58. Οι δε Φοίνικες αυτοί, που μαζί με τον Κάδμο αφίχθησαν, εκ των οποίων και οι Γεφυραίοι, και σε πολλά άλλα μέρη κατοικήσαντες την χώραν αυτήν εισήγαγαν και τέχνες (νέες ή άγνωστες) στους Έλληνες και μάλιστα και (κάποια) γραφή, η οποία δεν ήταν γνωστή πριν στους Έλληνες, καθώς εγώ νομίζω, πρώτα αυτήν την γραφή την οποίαν και όλοι οι Φοίνικες μεταχειρίζονται· μετά όμως με την πάροδο του χρόνου (οι Φοίνικες) μετέβαλλαν μαζί με τη γλώσσα (τους) και το είδος αυτό της γραφής.]

   Στο απόσπασμα αυτό το σημαντικότερο είναι, ότι στην κρίσιμη φράση («άμα τη φωνή μετέβαλλον και τον ρυθμόν των γραμμάτων») αποκαλύπτεται, ότι οι Φοίνικες-Γεφυραίοι, που πήγαν στην Βοιωτία με τον Κάδμο, έφεραν από την Φοινίκη κάποια γραφή τους, αλλά καθώς οι Φοίνικες άλλαξαν τη γλώσσα τους (έμαθαν πιά δηλαδή τα Ελληνικά), άλλαξαν και αυτή τη γραφή τους (έγραφαν πιά δηλαδή με την υπάρχουσα στη Βοιωτία πανάρχαια ελληνική γραφή). 

   Στη δήλωση λοιπόν αυτή του Ηροδότου οι μεταφραστές δίνουν το νόημα, ότι οι ντόπιοι Ελληνες Βοιωτοί και όχι οι Φοίνικες μετανάστες άλλαξαν την δική τους γλώσσα και γραφή και υιοθέτησαν τη φοινικική!

   Στην γενικά ασυνάρτητη αυτή αναφορά στον Αλφάβητο, όπως διασώθηκε, είναι προφανείς και οι παρεμβάσεις-αλλοιώσεις που ακολουθούν στο κείμενο και που διαπράχθηκαν άγνωστο από ποιούς και πότε. Αλλά ας δούμε την ύποπτη συνέχεια του κειμένου, όπως έφθασε σ’ εμάς:

«Περιοίκεον δε σφέας τα πολλά των χώρων τούτον τον χρόνον Ελλήνων Ίωνες οι παραλαβόντες διδαχή παρά των Φοινίκων τα γράμματα, μεταρυθμίσαντες σφέων ολίγα εχρέωντο, χρεώμενοι δε εφάτισαν, ώσπερ και το δίκαιον έφερε εισαγαγόντων Φοινίκων ες την Ελλάδα, Φοινίκηια κεκλήσθαι».

[Κατοικούσαν δε πέριξ αυτών (των Φοινίκων) στα περισσότερα μέρη κατ' εκείνο τον χρόνο (του Κάδμου) εκ των Ελλήνων Ίωνες, οι οποίοι παραλαβόντες διά της επαφής ή και διδασκαλίας παρά των Φοινίκων τη γραφή τους αλλάξαντες την μορφή της γραφής αυτών oλίγα μετεχειρίζοντο. Μεταχειριζόμενοι δε αυτά είπαν, καθώς ήταν δίκαιο, επειδή τα εισήγαγαν στην Ελλάδα Φοίνικες, να ονομάζωνται Φοινικά.]

   Η αναφορά αυτή, κατά των Η. Τσατσόμοιρο (»Δαυλός», τ.118), ότι δηλαδή εκ των Ελλήνων οι Ιωνες οι κατοικούντες πέριξ των Φοινίκων παρέλαβαν τη Φοινικική γραφή και λίγα γράμματά της μεταχειρίζονταν, αφού τα τροποποίησαν, και χάριν του δικαίου, επειδή οι Φοίνικες τα εισήγαγαν στη Ελλάδα, τα ωνόμασαν Φοινικικά, αποτελεί κραυγαλέα αντίφαση και συνεπώς πρόκειται για πλαστή υποπαράγραφο, δήθεν επεξηγηματική, η οποία σκοπεύει να καταστήση αβαρή την προηγηθείσα πληροφορία «άμα τη φωνή μετέβαλλον και τον ρυθμόν των γραμμάτων». 

   Και όμως η «Φοινικική Θεωρία» θεμελιώθηκε εξ ολοκλήρου και συντηρείται πάνω στο θεμέλιο της προφανούς αυτής πλαστογραφίας.

   Η «Φοινικική Θεωρία» καθιερώθηκε στην Ευρώπη σε μία εποχή που, όπως γράφει ο διαπρεπής σύγχρονος Αγγλος κλασσικός φιλόλογος S.G.Rembroke (»The Legacy of Greece,εκδ. Oxford University Press,1984), 

«στους Φοίνικες γενικά εδίδετο ένας ρόλος ενδιαμέσων, που ξέφευγε από οιαδήποτε πληροφορία της ιστορίας, ένας ρόλος δηλαδή μεταφορέων της σοφίας και του πολιτισμού του περιουσίου λαού του Ισραήλ στους απολίτιστους λαούς και δη στους Ελληνες» 

   Αυτά βέβαια είναι συγχωρητέα, αφού λέγοντας περί τα τέλη του Μεσαίωνα, οπότε ο θρησκευτικός φανατισμός και ο σκοταδισμός είχαν φθάσει σε τέτοιο σημείο, ώστε να θέλουν την κόρη του Αγαμέμνονος Ιφιγένεια ως κόρη του Ιεφθά, τον Δευκαλίωνα ως Νώε, τον Απι ως σύμβουλο του Ιωσήφ, τον Απόλλωνα, τον Πρίαμο, τον Τειρεσία και τον Ορφέα ως διαστροφές του Μωυσή, την ιστορία των Αργοναυτών ως διάβαση των Ισραηλιτών από την Αίγυπτο στην Παλαιστίνη και άλλα πολλά παρόμοια. Αυτές τις επισημάνσεις τις κάνει ο Rembroke.

   Και καταλήγουμε εμείς:  Τότε ο Ελληνισμός, ευρισκόμενος από άποψη εθνικής αυτοσυνειδησίας σε κωματώδη πνευματική κατάσταση και από άποψη ιστορικής αυτογνωσίας σε αφασία, ήταν εντελώς ανίκανος να υπερασπιστεί την ιστορία του και τον πολιτισμό του, και γι’ αυτό δεν αντιδρούσε και δεν μπορούσε να αντιδράσει. 

   Σήμερα με την ανοχή ή και τη συνηγορία μας, μας κάνουν τη γλώσσα μας Ινδοευρωπαϊκή, τη γραφή μας φοινικική, την Αθηνά μας και τον Σωκράτη μας μαύρους και τον πολιτισμό μας αφρικανικό
Τώρα άραγε σε ποια πνευματική κατάσταση βρισκόμαστε;



ΓΡΑΦΗ ΔΙΣΠΗΛΙΟΥ







Η Πινακίδα απ' το Δισπηλιό

   Έξω από την Καστοριά ανακαλύφθηκαν σχετικά πρόσφατα απομεινάρια ενός αρχαίου οικισμού. 
   Ήταν κι αυτός δίπλα στην λίμνη όπως και η σημερινή πόλη που ποιος ξέρει τι άλλο κρύβει στα πανάρχαια θεμέλιά της. 
   Στο οικισμό Δισπηλιό λοιπόν της Καστοριάς ανακαλύφθηκε μεταξύ άλλων και μια μορφή γραφής που περιέχει τα γράμματα του Ιωνικού αλφαβήτου. Χρονολογούνται απ' το 6000 π.Χ. 
   Αυτό ανατρέπει αρκετές θεωρίες για την έλευση των Ελλήνων στον Ελλαδικό χώρο αλλά και την προέλευση της γραφής.
   Η πινακίδα αυτή δεν υπάρχει πια. Εξαερώθηκε (όπως είπαν) κατά την μεταφορά της στην Γερμανία για εξέταση από ειδικούς.




__________________________________________________________________


πηγές:
http://ellas2.wordpress.com
http://kastamonitis.blogspot.gr/2013/08/blog-post_4047.html#more
Επιπρόσθετες πηγές:
krassanakis.gr | el.wikipedia.org | kairatos.com.gr | abnet.agrino.org | esoterica.gr | enet.gr | http://www.hellinon.net/
http://olympia.gr/2

  Scholeio.com