Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Βινκέλμαν, Ο Πρώτος Αρχαιολόγος



      Ο θεμελιωτής της Αρχαιολογίας 

 Απομάκρυνε την Αρχαιολογία από τον ερασιτεχνικό-αρχαιοδιφικό προσανατολισμό της και την τοποθέτησε στη σωστή της βάση, της έδωσε για πρώτη φορά επιστημονικό χαρακτήρα που της έπρεπε.  
Κάθε χρόνο, τις πρώτες εβδομάδες του Δεκεμβρίου, το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο στο Βερολίνο, στη Ρώμη και στην Αθήνα, όπως και πολλά πανεπιστήμια της Γερμανίας, γιορτάζουν την ενάτη Δεκεμβρίου του χίλια επτακόσια δέκα επτά 9.12.1717... Είναι η ημέρα που γεννιέται ο ιδρυτής της επιστήμης της Κλασικής Αρχαιολογίας, ο Ιωάννης-Ιωακείμ Βίνκελμαν.  

Η ανικανοποίητη δίψα του για μάθηση και η ακαταμάχητη επιθυμία να γνωρίσει και να προσεγγίσει όσο το δυνατόν πλησιέστερα την κλασική αρχαιότητα, τον οδηγούν να εγκαταλείψει τα περιορισμένης δυνατότητας σχολεία της ιδιαίτερης πατρίδας του στο Stendal του Magdeburg. Γράφεται σε γυμνάσιο του Βερολίνου. Γρήγορα όμως οικονομικές δυσκολίες τον αναγκάζουν (ο πατέρας του είναι τσαγκάρης) ­ να επιστρέψει στην πατρίδα του και να αποφοιτήσει από το γυμνάσιο του γειτονικού Salzwedel.
Οι οικονομικές δυσκολίες τον κυνηγούν και είναι η αιτία που τον κάνουν να σταματήσει και την ενασχόλησή του με την τόσο αγαπημένη του Ελληνορωμαϊκή Αρχαιότητα και να στραφεί σε θεολογικές σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Halle (1738). 

Τελικά, έχοντας παρακολουθήσει και κάποια μαθήματα ιατρικής στο Πανεπιστήμιο της Iena, ασκεί το επάγγελμα του παιδαγωγού και στη συνέχεια του δασκάλου, για να γίνει το 1748 βιβλιοθηκάριος στην περίφημη βιβλιοθήκη του κόμητα Bunau στο Nothnitz, κοντά στη Δρέσδη. 
Αυτός είναι ο Πρώτος σταθμός, από εδώ ξεκινάει ένα υπέροχο ταξίδι στον αγαπημένο του κόσμο, αυτόν της Κλασικής Αρχαιότητας. Μέσα από τα βιβλία αυτής της βιβλιοθήκης θα αντλήσει πλήθος νέων πληροφοριών σχετικών με  αυτόν,  ενώ συγχρόνως η αξιόλογη αρχαιολογική συλλογή της γειτονικής Δρέσδης τού δίνει τη δυνατότητα να αποκτήσει και άμεση αντίληψη Αρχαίων Έργων.

Επόμενος σταθμός είναι η μοιραία συνάντηση με τον καρδινάλιο Αρχίντο,
έναν διπλωμάτη της αυλής του Βατικανού. Ο διορατικός ισχυρός άνδρας εντυπωσιάζεται από τις γνώσεις του Βίνκελμαν. Συγκινείται βαθύτατα από το όνειρο του νεαρού Ιωάννη-Ιωακείμ να επισκεφθεί τη Ρώμη και προσφέρεται να τον βοηθήσει, με αντάλλαγμα να απαρνηθεί τον Λούθηρο και να γίνει καθολικός ! Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα και ο Winckelmann το 1754 ασπάζεται τον καθολικισμό. Με βασιλική υποτροφία και με λαμπρές συστατικές επιστολές φθάνει το 1755 στην αιώνια πόλη και αμέσως γίνεται δεκτός στον κύκλο των μορφωμένων και των ανώτερων κληρικών.
Λίγο πριν αναχωρήσει για τη Ρώμη εκδίδει και το πρώτο του βιβλίο «Σκέψεις για τη μίμηση των ελληνικών έργων στη ζωγραφική και στη γλυπτική». Σ’ αυτό ασχολείται βασικά με θέματα της σύγχρονης τέχνης, υποδεικνύοντας στους καλλιτέχνες να αναζητούν τα πρότυπά τους σε δημιουργίες της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας. 

Τώρα, στη Ρώμη, ο προστάτης του καρδινάλιος Αρχίντο, γραμματέας τον καιρό αυτό του παπικού κράτους, τον προσλαμβάνει ως βιβλιοθηκάριο στη μεγάλη Βιβλιοθήκη του Βατικανού.

Τώρα πλέον, έχει όλες τις δυνατότητες να στραφεί απερίσκεπτα στη μελέτη της αρχαίας τέχνης, την οποία τώρα γνωρίζει εκ του σύνεγγυς, εξαιτίας του πλήθους των αρχαιοτήτων που διαθέτει η Ρώμη. Θέλοντας να γνωρίσει όσο το δυνατόν περισσότερα αρχαία μνημεία, δεν αρκείται μόνο σε αυτά της Ρώμης αλλά επισκέπτεται και μελετά τις αρχαιότητες και άλλων πόλεων, όπως της Φλωρεντίας και της Νεάπολης. Στην πόλη των Μεδίκων αναλαμβάνει μάλιστα την επιστημονική καταγραφή μιας σπουδαίας συλλογής σφραγιδολίθων, αυτής του βαρόνου Stosch, την οποία και εξέδωσε σε βιβλίο το 1760.

Ο θάνατος του καρδιναλίου Αρχίντο έχει ως αποτέλεσμα να εγκαταλείψει την παπική Βιβλιοθήκη αλλά αμέσως προσλαμβάνεται (το 1758) ως έμπιστος σύμβουλος από τον καρδινάλιο Αλμπάνι, του οποίου η σημαντικότατη συλλογή, κυρίως αρχαίων γλυπτών, του δίνει τη δυνατότητα να εμβαθύνει και να εμπλουτίσει ακόμη περισσότερο τις γνώσεις του στην ελληνορωμαϊκή τέχνη. 

Ώριμος πλέον περατώνει το 1761 τη σπουδαία και πρωτοποριακή για την εποχή του εργασία με τον τίτλο «Ιστορία της Τέχνης της Αρχαιότητας», που είδε το φως της δημοσιότητας το 1764, ενώ δύο χρόνια αργότερα, το 1766, εκδίδει και ένα συμπληρωματικό φυλλάδιο «Σημειώσεις στην Ιστορία της Τέχνης της Αρχαιότητας». Πρόκειται για ένα έργο στο οποίο με σαφήνεια διαγράφονται οι διάφορες φάσεις εξέλιξης της αρχαίας ελληνικής τέχνης, την οποία, ας σημειωθεί, ο Winckelmann τη γνώριζε όχι από πρωτότυπα έργα αλλά μέσω ρωμαϊκών αντιγράφων. Αλλωστε δεν πρόλαβε να επισκεφθεί την υπόδουλη τότε Ελλάδα και να ικανοποιήσει τον διακαή πόθο του για μια αρχαιολογική εξερεύνηση της Αρχαίας Ολυμπίας.

Για να προσδιορίσει την εξελικτική πορεία της αρχαίας ελληνικής τέχνης εισάγει τον όρο Στυλ, που τον δανείστηκε από τη φιλολογία, ενώ για την καλύτερη κατανόησή της προστρέχει στην Ιστορία, κάνει κριτικές και αισθητικές παρατηρήσεις στα μνημεία και προτείνει ερμηνείες τους ως επί το πλείστον σωστές, αντλώντας κάθε σχετική πληροφορία που είχε από τα αρχαία γραπτά κείμενα. 

Αν και πολλές από τις απόψεις του παρουσιάζουν ατέλειες και σφάλματα, και το πεδίο έρευνας της Κλασικής Αρχαιολογίας στο έργο του παρουσιάζεται εξαιρετικά περιορισμένο, είναι η πρώτη φορά που η Αρχαία Ελληνική Τέχνη αντιμετωπίζεται με Επιστημονική Μέθοδο.

Ο Winckelmann γίνεται γνωστός σε όλους τους κύκλους της διανόησης και αναλαμβάνει τη διεύθυνση του Τμήματος των Ρωμαϊκών Αρχαιοτήτων του Βατικανού ως ο επίσημος αρχαιολόγος του Πάπα. 

Πριν από το 1764 είχε εκδώσει τις εργασίες «Σημειώσεις για την αρχιτεκτονική των αρχαίων ναών του Ακράγαντα της Σικελίας» (1759) και 
«Σημειώσεις για την αρχιτεκτονική των αρχαίων» (1761) έχοντας μελετήσει αυτοπροσώπως τους πολύ καλά σωζόμενους αρχαίους ναούς της Ποσειδωνίας, στην Κάτω Ιταλία. 
Το 1762 και το 1764, έχοντας επισκεφθεί και πάλι τη Νεάπολη και την περιοχή του Βεζουβίου, εκδίδει δύο μελέτες με τις οποίες πληροφορεί το κοινό, με τρόπο υπεύθυνο, για τα συναρπαστικά ευρήματα που είχαν αποκαλυφθεί τότε στο Herculaneum και για τη σημασία τους. 
Η έξοχη εργασία του «Ανέκδοτα μνημεία», που εξεδόθη το 1768, έμελλε να είναι η τελευταία. Σε αυτήν πραγματεύεται κυρίως αρχαιότητες της συλλογής Albani και οι χαλκογραφίες που τη συνοδεύουν έγιναν από τον αδελφό του Καζανόβα (του πασίγνωστου καρδιοκατακτητή). Για τη σωστή ερμηνεία των μνημείων αυτών ο Winckelmann καταφεύγει και στη βοήθεια της ελληνικής μυθολογίας, ενώ ως τότε η αποκλειστική πηγή για σχετικές πληροφορίες ήταν η Ρωμαϊκή Μυθολογία.

Το 1768 νοσταλγώντας την πατρίδα του αποφασίζει να την επισκεφθεί. Φθάνοντας στη Βιέννη, γίνεται δεκτός με τιμές από τη βασίλισσα Μαρία-Θηρεσία. Ωστόσο για ανεξήγητους λόγους αποφασίζει να διακόψει το ταξίδι του προς τη Γερμανία και προγραμματίζει την επιστροφή του στη Ρώμη. Αυτή η αλλαγή του ταξιδιού του στάθηκε μοιραία.
Ο άκρατος
ενθουσιασμός του του κόστισε τελικά τη ζωή του. 
Καθώς επέστρεφε από τη Νάπολη, σε ένα πανδοχείο της Τεργέστης έπιασε κουβέντα με έναν ταξιδιώτη. Ο Βίνκελμαν του μιλάει για τα θαυμάσια ευρήματα των ανασκαφών... 
Του δείχνει και μερικά χρυσά νομίσματα που είχε αποκτήσει στη Βιέννη. 
Δεν ξέρει βέβαια ότι έχει μπροστά του έναν παράνομο που είχε στο ενεργητικό του αρκετές ληστείες και μόλις έχει βγει από τη φυλακή... 
Λίγο αργότερα εκείνη τη μέρα του 1768, ο ληστής, οπλισμένος με μαχαίρι και κρατώντας ένα σκοινί, αιφνιδίασε τον Βίνκελμαν που έγραφε στο δωμάτιό του. Προσπάθησε να τον πνίξει, αλλά ο αρχαιολόγος ήταν δυνατός και τον απώθησε. Τότε ο ληστής μαχαιρώνει τον Πρώτο Αρχαιολόγο στην ιστορία. Η είδηση του βίαιου και αιφνίδιου θανάτου του διαδίδεται γρήγορα σε ολόκληρη την Ευρώπη, συγκλονίζοντας τους φιλολογικούς, επιστημονικούς και καλλιτεχνικούς κύκλους, καθώς εκείνη την εποχή ο Βίνκελμαν είχε αποκτήσει μεγάλη φήμη στη Γηραιά Ήπειρο.

Κατά τον Winckelmann η τέχνη της Κλασικής Εποχής είναι a priori ιδανική, τέλεια. 

Μια τέτοια όμως αντιμετώπιση της τέχνης της εποχής του Περικλή προϋποθέτει και την ύπαρξη ενός ιδανικού και αψεγάδιαστου κόσμου. Και ένας τέτοιος κόσμος ποτέ δεν υπήρξε. Η τελειοθηρική αντιμετώπιση της τέχνης, όπως και τα δόγματα, δεν έχουν θέση σε οποιαδήποτε επιστημονική συζήτηση. Ακόμη η κατάχρηση κατά την έρευνα της Αρχαίας Ελληνικής Τέχνης αισθητικών αξιολογήσεων και αναλύσεων εγκυμονεί τον κίνδυνο να απομακρύνει την Κλασική Αρχαιολογία από αυτό που λέγεται επιστήμη. Ωστόσο δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι ο Winckelmann ήταν ο πρώτος που έκανε την Κλασική Αρχαιολογία επιστήμη και στο κάτω κάτω της γραφής θεοποίησε την τέχνη ενός πολιτισμού οι αξίες του οποίου, ακόμη και σήμερα, θεωρούνται, από ένα μεγάλο κομμάτι του πλανήτη μας, τα Ιδανικά του Ελεύθερου και Πολιτισμένου Ανθρώπου.
______________________________________________

* Γιόχαν Γιόαχιμ Βίνκελμαν, Ο πρώτος αρχαιολόγος, ο πατέρας της κλασικής αρχαιολογίας.
Ο πρώτος «αρχαιολόγος», με την έννοια που δίνουμε σήμερα στον επιστημονικό κλάδο της αρχαιολογίας, υπήρξε ο Γιόχαν Γιόαχιμ Βίνκελμαν (Johann Joachim Winkelmann), ο οποίος γεννήθηκε το 1717 στην Πρωσία. Από μικρό τον γοήτευαν οι παλαιοί σκελετοί των Ούννων του 4ου αι. μ.Χ., που είχαν κατακλύσει την Ευρώπη. Μεγαλώνοντας, απέκτησε έντονο ενδιαφέρον για την αρχαία τέχνη και επισκέφθηκε πολλά ιδιωτικά μουσεία και συλλογές των πλούσιων αστών.
Το σημαντικότερο από τα βιβλία που έγραψε είναι η "Ιστορία της Τέχνης της Αρχαιότητας" που τον έκανε ευρύτατα γνωστό. Ήταν ο πρώτος ερευνητής της αρχαιότητας που υποστήριξε πως η μελέτη της τέχνης και της μυθολογίας μπορεί να αποκαλύψει πολλά για έναν αρχαίο πολιτισμό. Ο Βίνκελμαν παρακολούθησε τις ανασκαφές στην Ηράκλεια (Herculaneum) και την Πομπηία.

________________

 
* Φωτό: Ο σχεδιασμός των ερειπίων ενός ναού της Ποσειδωνίας από τον ζωγράφο Ρομπέρ Υμπέρ 1760.
 

  Scholeio.com 

''Πως Κερδίζεις τις Μάχες'', Συμβουλές από τον Θουκυδίδη




      Ο καλός σχεδιασμός

-. Ο πόλεμος δεν διεξάγεται τόσο με τα όπλα όσο με τα χρήματα
(1.83 – Ομιλία του Αρχίδαμου)

-. Με τον πιο ασφαλή τρόπο ζει εκείνος που έχει μεταμεληθεί τις λιγότερες φορές επειδή χαρίστηκε στους εχθρούς του. (1.34 – Ομιλία των Κερκυραίων)


-. Ισχυρότερος είναι εκείνος που αντιμετωπίζει τον εχθρό του με σωφροσύνη από εκείνον που ασυλλόγιστα του επιτίθεται βίαια (3.48 – Ομιλία Διόδοτου)

-. Ο πόλεμος συμβαίνει όταν οι μεν θεωρούν το κέρδος από αυτόν μεγαλύτερο από τα δεινά που θα φέρει, οι δε προτιμούν να υποστούν τους κινδύνους του πολέμου από μία άμεση ζημιά. Αν όμως αυτές οι επιδιώξεις εμφανιστούν σε ακατάλληλη εποχή, τότε είναι ωφέλιμες οι συμβουλές για διαπραγματεύσεις.

-. Είναι στην ανθρώπινη φύση να θέλει κάποιος να εξουσιάζει εκείνον που μένει απαθής και να αμύνεται όταν δέχεται επίθεση (4.59,61 – Ερμοκράτης από τις Συρακούσες)

-. Κανείς δεν αντιμετωπίζει με τον ίδιο τρόπο τον σχεδιασμό και την εκτέλεση ενός έργου, αλλά όταν σχεδιάζουμε νιώθουμε ασφαλείς, ενώ κατά την εφαρμογή του σχεδίου εξ αιτίας του φόβου υστερούμε. (1.120 – Ομιλία των Κορινθίων)

-. Είναι ανοησία να εκστρατεύει κανείς εναντίον τέτοιων εχθρών που ακόμα και αν τους κατακτήσει δεν θα κατορθώσει να τους εξουσιάσει, ενώ αν δεν τους κατακτήσει δεν θα είναι πια στην ίδια θέση που ήταν πριν την επιχείρηση.

-. Εκείνα που προκαλούν περισσότερο τον θαυμασμό είναι όσα παραμένουν σε απόσταση και η φήμη τους δεν έχει επαληθευτεί. (6.11 – Ο Νικίας στην Εκκλησία του Δήμου)


      Ο ψυχολογικός παράγοντας

-. Πολλοί, ενώ ήταν ακόμα σε θέση να προβλέψουν σε τι κινδύνους πάνε να μπλέξουν, τους παρέσυρε η ισχύς μιας γοητευτικής λέξης, της λεγόμενης ντροπής, και αφού νικήθηκαν από αυτήν, με τη θέλησή τους έπαθαν συμφορές ανήκεστες και επέφεραν στον εαυτό τους ατίμωση, η οποία επειδή ήταν αποτέλεσμα της μωρίας τους, αποδείχθηκε πιο ταπεινωτική από εκείνη που θα προκαλούσε η κακοτυχία. (5.111 – Οι Αθηναίοι στους Μηλίους)

-. Δεν αληθεύει πως θυσιάζει ευκολότερα τη ζωή του εκείνος που είναι δυστυχής και δεν ελπίζει σε καλύτερη τύχη. Την θυσιάζουν εκείνοι που κινδυνεύουν να εξευτελιστούν περισσότερο, αν προσπαθώντας να σώσουν τη ζωή τους νικηθούν. Για τον άνδρα με γενναίο φρόνημα χειρότερος είναι ο εξευτελισμός της δειλίας από τον γενναίο και απρόσμενο θάνατο. (2.43– Ομιλία Περικλή)

-. Συνήθως, οι πολιτείες που αποκτούν αιφνιδίως ευημερία, γίνονται αλαζονικές. Πιο ασφαλές είναι να έρχεται η ευημερία με μέτρο και όχι ξαφνικά στους ανθρώπους, και θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι ευκολότερη η αντίσταση στις δυσχέρειες από τη διαφύλαξη της ευτυχίας (3.39 – Ομιλία Κλέωνα)

-. Εκείνοι που φοβούνται εξαιτίας της καχυποψίας τους, παρασύρονται προσωρινώς από ευχάριστα λόγια, αλλά όταν φτάσει η ώρα της δράσης, ενεργούν σύμφωνα με το συμφέρον τους (6.83 – Εύφημος ο Αθηναίος στους Συρακούσιους)

-. Φαίνεται πως οι άνθρωποι όταν αδικούνται οργίζονται περισσότερο απ’ όταν δέχονται βία. Διότι στην πρώτη περίπτωση θεωρούν πως εξαπατήθηκαν από ισάξιό τους, ενώ στη δεύτερη υποτάσσονται σε ανώτερό τους. (1.77 – Ομιλία Αθηναίων)

- Από τη φύση τους οι άνθρωποι υποχωρούν ευκολότερα σε έναν μετριοπαθή εχθρό και να αγωνίζονται πεισματικά εναντίον εκείνου που είναι ανένδοτος, ακόμα κι αν αυτό είναι παράλογο. (4.19 – πρέσβεις των Σπαρτιατών)


      Η λήψη αποφάσεων

-. Στη λήψη ορθών αποφάσεων δύο είναι πιο βλαπτικά στοιχεία: η βιασύνη και η οργή. Η πρώτη συντροφεύεται από την ανοησία και η δεύτερη από την αμορφωσιά και την στενομυαλιά. (3.42 – Ομιλία Διοδότου)

-. Ο καλός πολίτης δεν πρέπει να εκφοβίζει εκείνους που έχουν αντίθετη γνώμη, αλλά να τους κερδίζει με επιχειρήματα. (3.42 – Ομιλία Διόδοτου)

-. Εκεί όπου προβλέπονται σπουδαία βραβεία για την ανδρεία, εκεί βρίσκονται οι άριστοι πολίτες. (2.46 – Επιτάφιος λόγος Περικλή)

-. «Εκείνος που γνωρίζει τι πρέπει να κάνει, αλλά δεν είναι ικανός να το εξηγήσει σαφώς στους άλλους, είναι σαν να μην έχει σκεφτεί τίποτα.

-. Εκείνος που έχει και τα δύο, αλλά δεν αγαπά την πατρίδα του, επίσης δεν μπορεί να συμβουλέψει ορθά.

-. Αν αγαπά και την πατρίδα του, αλλά δεν μπορεί ν’ αντισταθεί στο χρήμα, για να το κερδίσει, μπορεί να πουλήσει τα πάντα.» (2.60 – Ομιλία Περικλή)

-. Η νεότητα και το γήρας, χωριστά το ένα απ’ το άλλο δεν κατορθώνουν τίποτα. Η δύναμη προέρχεται από την ανάμειξη της κρίσης του ανώριμου, του μέσου και του ακριβούς. (6.18 – Αλκιβιάδης στην Εκκλησία του Δήμου)



Ο Θουκυδίδης γεννήθηκε στον Άλιμο της Αθήνας, αλλά καταγόταν από τη Θράκη, όπου διέθετε μεγάλη πατρική περιουσία (κτήματα και χρυσωρυχεία). Ήταν συγγενής του ήρωα του Μαραθώνα, Μιλτιάδη και του Κίμωνα. Όταν ήταν 30 περίπου ετών, στα πρώτα χρόνια του πολέμου που περιγράφει, προσβλήθηκε και από τον μεγάλο λοιμό που οδήγησε στον θάνατο το 25% του πληθυσμού της Αθήνας. Επέζησε από τύχη. 
Το 424 π.Κ.Χ, όταν, ως στρατηγός, απέτυχε να σώσει την Αμφίπολη από τους Σπαρτιάτες οι Αθηναίοι τον εξόρισαν. Μεγάλη τύχη για εμάς, διότι στα είκοσι χρόνια της εξορίας του είχε όλο τον χρόνο να ταξιδέψει και να γράψει την πολύτιμη ιστορία του. Πέθανε από άγνωστη αιτία, το 399 π.Κ.Χ, τον ίδιο χρόνο που πέθανε ο Σωκράτης και ο βασιλιάς της Μακεδονίας Αρχέλαος. Μια άλλη εκδοχή θέλει το θάνατο του τέσσερα χρόνια αργότερα, ενώ δούλευε ακόμα το βιβλίο του. 
Η τελευταία φράση που έγραψε ήταν «Όταν τελειώσει ο χειμώνας, μετά από αυτό το καλοκαίρι, ολοκληρώνεται το 21ο έτος του πολέμου». Δεν πρόλαβε να περιγράψει εκείνον τον χειμώνα, τον οποίο μαζί με τα υπόλοιπα έξι χρόνια του πολέμου περιγράφει στην ιστορία του ο Ξενοφών.

Ο Πελοποννησιακός Πόλεμος ήταν η μεγαλύτερη συμφορά που χτύπησε όλες τις πόλεις-κράτη της αρχαίας Ελλάδας. Η Αθήνα ηττήθηκε και κυριεύτηκε από τους Πελοποννήσιους, αλλά και η Σπάρτη δεν ωφελήθηκε από την νίκη της. Τόσο πολύ είχε εξαντληθεί από τον πολύχρονο πόλεμο που αναγκάστηκε να αποδεχτεί τη διαιτησία του μεγαλύτερου εχθρού των Ελλήνων, του Πέρση βασιλιά. Μέσα από τα γεγονότα αυτού του φρικτού εμφυλίου πολέμου, ο Θουκυδίδης καταγράφει τη συμπεριφορά των αντιπάλων και αντλεί πολύτιμα συμπεράσματα, χρήσιμα όχι μόνο στον πόλεμο, αλλά και στις καθημερινές μάχες της ζωής.

Ο Θουκυδίδης στην εξορία,

Ο Θουκυδίδης  ανήκε στη μερίδα των ολιγαρχικών αφού ο πατέρας, 
ιδιοκτήτης των ορυχείων χρυσού στην Σκαπτή Ύλη του Παγγαίου, ήταν πολύ πλούσιος. Χορηγός γενναιόδωρος του Δήμου και εξαιρετικού κύρουςο Όλορος έχει στενές σχέσεις με Αθηναίους ηγέτες.

Παρά την ολιχαρχικήν και συντηρητικήν καταγωγήν του ο Θ. είναι διαποτισμένος από τις δημοκρατικές παραδόσεις. Γράφει την "Ιστορία" του σύμφωνα με μια αρχή, τον διαχωρισμό της Ηθικής από την Πολιτική. Εξιστορώντας κατ'ουσίαν πολεμικά γεγονότα, κατά βάθος αποδίδει τη Πολιτικήν Ιστορία της τότε Ελλάδος με τη μεγαλύτερη δυνατή 
ακρίβεια γλαφυρότητα και ουδετερότητα.
Η μόρφωσή του βασίζεται στη διδασκαλία του μεγάλου υλιστή φιλόσοφου Αναξαγόρα και στις αρχές του σοφιστή Αντιφώντα. Οι επικρατούσες αρχές του διαφωτισμού κόντρα στις συντηρητικές και ολιγαρχικές απόψεις της σχολής του Σωκράτη που μεσουρανεί τότε.

Το 424 π.Χ. εξελέγη στρατηγός, αυτό το αναφέρει ο ίδιος στην ιστορία του, όπου και τον έστειλαν στην Αμφίπολη της Θράκης, επειδή γνώριζε την περιοχή. Ο στρατηγός των Σπαρτιατών Βρασίδας, εμφανίστηκε ξαφνικά στην Αμφίπολη και σε διαπραγματεύσεις με τους ντόπιους και δίχως να δώσει μάχη, ειρηνικά κατέλαβε την πόλη.


Ο Θουκυδίδης βρισκόταν στην Θάσο όταν συνέβη αυτό, τον ειδοποίησε ο Φρούραρχος της Αμφίπολης Ευκλέας, έτρεξε αμέσως στην Αμφίπολη, αλλά η παράδοση είχε γίνει. Πολέμησε εναντίον περισσοτέρων Σπαρτιατών και κατόρθωσε να κρατήσει ελεύθερο το επίνειο της Αμφίπολης, Ηνιόνα.
Στην Αθήνα του απάγγειλαν κατηγορία, ότι δήθεν αυτός παρέδωσε την Αμφίπολη στον Βρασίδα, ο Θουκυδίδης καταλαβαίνει ότι η κατηγορία είχε γίνει από τους πολιτικούς του αντιπάλους, δεν παρουσιάστηκε στο δικαστήριο και προτίμησε να αυτοεξοριστεί, διότι η ποινή θα ήταν θάνατος. Στη Σκαπτή Ύλη της Θράκης μένει 20 χρόνια. 

Κατά διαστήματα επισκέπτεται τη Πελοπόννησο, τη Μακεδονία και τη Σικελία, δηλαδή τόπους του πολέμου, αυτού, που θα αργότερα περιγράψει, μετά την πτώση των Τριάκοντα Τυράννων. Το έργο ζωής του θουκυδίδη φτάνει μέχρι το 21ο έτος του Πελοποννησιακού πολέμου δηλαδή μέχρι το 411 π.Χ. Οι ιστορικοί την ονομάζουν Θουκιδίδου Ξυγγραφή ή Θουκυδίδου Ιστορίαι και την χωρίζουν σε 8 βιβλία-ενότητες.

Σε αντίθεση με τον Ηρόδοτο Ο Θ. δεν δέχεται στην ιστορία του την παρέμβαση των θεών στα ανθρώπινα δρώμενα...
"Οι ηθικοί κανόνες δι' αυτόν είναι άμοιροι της ιστορίας και των εξελίξεών της πολλά μάλα δε εις την πολιτικήν όπου η Ηθική και η Δικαιοσύνη δίδουν την θέσιν των εις το "δέον" δηλαδή εις το πρέπον γενέσθαι. Αυτός είναι ο Ορθολογισμός του Θ. δια την ερμηνείαν των ιστορικών γεγονότων και η παρέμβασις του τυχαίου εις την φύσιν των ανθρωπίνων πραγμάτων άτινα άλλοτε ακμάζουν και άλλοτε καταστρέφονται, εξ αιτίας ενός τυχαίου περιστατικού. Απέναντι εις το θείον και εις το μεταφυσικόν ο Θ. ίσταται αδιάφορος αλλ' ουχί πολέμιος της θρησκείας και των κανόνων της."


Εις δε το φιλολογικόν μέρος της συγγραφής του αλλά και εις το ύφος της παρουσιάζει σπανίαν εκφραστικήν δύναμιν εντυπωσιάζων με το δραματικόν στοιχείον κατά την αφήγησιν. Είναι λοιπόν πρότυπον πεζογραφίας και ποιητικής δράσεως σύγγραμμα ιδία εις την περίφημον περιγραφήν του λοιμού των Αθηνών. Ομιλών περί του πολέμου αποδίδει με εντέλεια το δράμα των ανθρώπων και της Ιστορίας. Η "ρητορική" δεινότης της γραφής του είναι το ίδιον τούτο όργανον της τέχνης του Γοργίου. Ούτω παρά το μονότονον εις την παρουσίασιν των πολεμικών γεγονότων, αι αναλυτικόταται παρατηρήσεις του δίδουν την πραγματικήν ερμηνείαν του ιστορικού περιβάλλοντος.   ________ Αρκυών 26/6/2002


  Scholeio.com  

Φιλισταίοι, ''Ουχί λοιπόν Σημίται, αλλά Αιγαίοι και δη Κρήτες...''



''Ουχί λοιπόν Σημίται, αλλά Αιγαίοι και δη Κρήτες, τουλάχιστον μοίρά τις αυτών, οι λεγόμενοι Χερεθθί, ήσαν την καταγωγήν οι Φιλισταίοι...''  Π. Ι. Μπρατσιώτης, καθηγητής βιβλικής ιστορίας 

Nότιο Ισραήλ, Τελ ελ- Σάφι

Ανατροπή, μικρή ή μεγάλη είναι στην εκτίμηση του αναγνώστη. 

Οι Φιλισταίοι ήταν Έλληνες...  

Μιλούσαν ελληνικά, έγραφαν ελληνικά (το 1.200 π.Χ. !), σε συλλαβική γραφή, ίδια με την συλλαβική γραφή Α και Β της Κρήτης και της Πύλου, έκτισαν όμορφες πόλεις στην Παλαιστίνη, με ωραίους δρόμους, όμορφα οικοδομήματα και ναούς, καλλιεργούσαν σιτηρά, λαχανικά, αμπέλια και ζούσαν μία πολιτισμένη ελληνική ζωή, πριν... τα χάσουν, πριν τους τα αρπάξουν με δόλο οι εισβολείς από την Αίγυπτο. 

«Καὶ ἐξῆλθεν ἀνὴρ δυνατὸς ἐκ τῆς παρατάξεως τῶν ἀλλοφύλων Γολιὰθ ὄνομα αὐτῶν ἐκ Γέθ, ὕψος αὐτοῦ τεσσάρων πήχεων καὶ σπιθαμῆς· καὶ περικεφαλαία ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ, καὶ θώρακα ἁλυσιδωτὸν αὐτὸς ἐνδεδυκώς, καὶ ὁ σταθμὸς τοῦ θώρακος αὐτοῦ πέντε χιλιάδες σίκλων χαλκοῦ καὶ σιδήρου· καὶ κνημῖδες χαλκαῖ ἐπὶ τῶν σκελῶν αὐτοῦ, καὶ ἀσπὶς χαλκῆ ἀνὰ μέσον τῶν ὤμων αὐτοῦ· καὶ ὁ κοντὸς τοῦ δόρατος αὐτοῦ ὡσεὶ μέσακλον ὑφαινόντων, καὶ ἡ λόγχη αὐτοῦ ἑξακοσίων σίκλων σιδήρου· καὶ ὁ αἴρων τὰ ὅπλα αὐτοῦ προεπορεύετο αὐτοῦ». - Διαβάζοντας τον στίχο 17,4 – 17,7, από το βιβλίο των εβραίων «Βασιλειών Α’» που περιγράφει την αρματωσιά του Γολιάθ (ελλ. Καλεάδης), νομίζει κανείς ότι διαβάζει ΙΛΙΑΔΑ.


Αυτοί ήταν οι Φιλισταίοι που ζούσαν ειρηνικά στην χώρα τους, στην γη των Φιλιστιείμ = παλαιστιείμ = Παλαιστίνη. 
Αλλά ίσως το να υπερασπισθεί την γη του, τα χωράφια του και το βιός του, από τον εισβολέα «περιούσιο λαό του Θεού» να ήταν ένα μοιραίο λάθος που το πλήρωσε ακριβά. 

Στα ερείπια μιας αρχαίας μητρόπολης στο νότιο Ισραήλ, εθελοντές και αρχαιολόγοι που εργάζονται στις ανασκαφές στο Τελ ελ- Σάφι, στο νότιο Ισραήλ, συνθέτουν την ιστορία ενός λαού που θυμόμαστε κυρίως ως τους «κακούς» της εβραϊκής Βίβλου.

Γολιάθ-Καλεάδης 3.000 χρόνια πριν

Η πόλη της Γαθ, όπου οι ετήσιες ανασκαφές ξεκίνησαν αυτή την εβδομάδα, βοηθά τους μελετητές να δώσουν ένα πιο διαφοροποιημένο πορτρέτο των Φιλισταίων, οι οποίοι εμφανίζονται στην βιβλική ιστορία ως οι ΑΙΩΝΙΟΙ εχθροί των Ισραηλιτών.
Η Γαθ ήταν στα σύνορα μεταξύ των Φιλισταίων -π
ερίπου τρεις χιλιάδες χρόνια πριν-, οι οποίοι κατέλαβαν τη Μεσογειακή παράκτια πεδιάδα και των Ισραηλιτών, που έλεγχαν τους λόφους της ενδοχώρας . 
Ο Γολιάθ, ίσως ο πιο διάσημος κάτοικος της πόλης, είναι ο γίγαντας πολεμιστής που έπεσε απρόσμενα από το νεαρό βοσκό Δαβίδ και σφεντόνα του, σύμφωνα βέβαια με το βιβλίο του Σαμουήλ.  (Σημείωση: ΓΟΛΙΑΘ, εβραϊκός τύπος του Ελληνικού ονόματος ΚΑΛΕΑΔΗΣ).

Οι θεοί των Φιλισταίων έχουν Ελληνικά ονόματα

Η Γαθ, η περιοχή που εγκαταστάθηκαν οι Φιλισταίοι, κατοικείτο από τους προϊστορικούς χρόνους. Ανασκαφές όπως αυτή έχουν δείξει ότι αν και υιοθέτησαν απόψεις της τοπικής κουλτούρας, δεν ξέχασαν τις ρίζες τους. Ακόμα και πέντε αιώνες μετά την άφιξή τους στη Γαθ λάτρευαν ακόμα θεούς με Ελληνικά ονόματα ! 

Οι Φιλισταίοι «είναι οι απόλυτο άλλοι» στη βιβλική ιστορία, είπε ο Aren Maeir του Πανεπιστημίου Bar-Ilan, ο υπεύθυνος αρχαιολόγος για την ανασκαφή.

Η τελευταία ανασκαφική περίοδος του καλοκαιριού ξεκίνησε την περασμένη εβδομάδα, με εκατό αρχαιολόγους από τον Καναδά, τη Νότια Κορέα, τις Ηνωμένες Πολιτείες και αλλού, (εκτός από Έλληνες) προσθέτοντας νέα ευρήματα στον πλούτο των ευρημάτων που βρέθηκαν στον χώρο από το έργο του Maier που ξεκίνησε το 1996.

Σε μια τετράγωνη τρύπα, αρκετές κανάτες των Φιλισταίων, σχεδόν 3.000 ετών, ήταν ήδη ορατές όπως έβγαιναν από το έδαφος. Ένα ζωγραφισμένο θραύσμα που μόλις ανακάλυψαν είχε σαν πλαίσιο κόκκινο της σκουριάς και μια μαύρη σπείρα: μια κοινή διακόσμηση στην αρχαία ελληνική τέχνη (ΜΑΙΑΝΔΡΟΣ – ΓΑΜΜΑΔΙΟΝ) και μια υπόδειξη για να προέλευση των Φιλισταίων από το Αιγαίο.

Οι Φιλισταίοι έφθασαν δια θαλάσσης από τον χώρο της σύγχρονης Ελλάδας γύρω στο 1200 π.Χ. Πήγαν να εγκατασταθούν στα μεγάλα λιμάνια: 

Ashkelon, (αρχαία ελληνική πόλη = ΑΣΚΑΛΩΝ ή ΑΣΚΕΛΩΝ = χωρίς σκέλη) 

Ashdod, (αρχαία ελληνική πόλη = ΑΖΩΤΟΣ = χωρίς ζωή) τώρα πόλεις στο Ισραήλ, 

Γάζα, τώρα μέρος του παλαιστινιακού εδάφους, γνωστής ως η Λωρίδα της Γάζας (και η ΑΚΚΑΡΩΝ 

ΓΑΘ (=ΓΥΘ, ΓΥΘΕΙΟΝ;) (ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΝΤΑΠΟΛΗ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΗΣ = ΓΗΣ ΧΑΝΑΑΝ κατά τους εβραίους, ΧΝΑ κατά τους αρχαίους έλληνες συγγραφείς).

Ο εβραίος Νεεμίας (το 500 π.Χ. περίπου) επέκρινε αυστηρά τους Ιουδαίους που είχαν πάρει Αζώτιες συζύγους, και μάλιστα οι γιοι τους οποίους είχαν αποκτήσει «μιλούσαν την αζωτική γλώσσα, και κανείς τους δεν ήξερε να μιλάει ιουδαϊκά».
(Νεεμίας 13:23, 24)

Οι αρχαιολόγοι αναφέρουν ευρήματα που δείχνουν ότι η διατροφή των Φιλισταίων βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό σε φακές, μπιζέλια, χορταρικά, βασική διατροφή του Αιγαίου. Αρχαία οστά που ήταν πεταμένα στο χώρο δείχνουν ότι έτρωγαν τους χοίρους και τα σκυλιά, σε αντίθεση με τα γείτονες Ισραηλίτες, οι οποίοι θεωρούν τα ζώα αυτά ακάθαρτα – περιορισμοί που εξακολουθούν να υπάρχουν στο εβραϊκό διατροφικό νόμο.


Οι ανασκαφές στη Γαθ έχουν αποκαλύψει επίσης ίχνη μιας καταστροφής της πόλης κατά τον 9ο αιώνα π.Χ., όπως και μια τάφρο και ένα ανάχωμα που χτίστηκε γύρω από την πόλη από πολιορκητικό στρατό – ακόμα ορατά ως μια σκοτεινή γραμμή που διασχίζει το γύρω λόφους.
Η ισοπέδωση της Γαθ εκείνη την εποχή φαίνεται να είναι το έργο του Aραμαίου βασιλιά Hazael στο 830 π.Χ., ένα περιστατικό που αναφέρεται στο βιβλίο των Βασιλέων.

Η σημασία της Γαθ έγκειται στο ότι η «ΥΠΕΡΟΧΗ ΑΝΑΣΥΝΘΕΣΗ ΤΟΥ ΥΛΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ»  ρίχνει φως στο πώς οι Φιλισταίοι ζούσαν εκεί τον 10 ο και 9ο αιώνα π.Χ. , είπε ο Seymour Gitin, διευθυντής του WF Ινστιτούτου Αρχαιολογικών Ερευνών Ολμπράιτ στην Ιερουσαλήμ και ειδικός σε θέματα Φιλισταίων. (σημείωση: Την υπέροχη ανασύνθεση την κάνουν εβραίοι αρχαιολόγοι, πουθενά έλληνες.)

Σ' αυτή την ''υπέροχη ανασύνθεση του υλικού'' περιλαμβάνεται και η εποχή της βασιλείας της Ιερουσαλήμ από τον Δαβίδ και τον Σολομώντα, αν υπήρχε ένα τέτοιο βασίλειο πράγματι... όπως περιγράφεται στη Βίβλο.
(Σημείωση: ΟΛΟΙ οι εβραίοι αρχαιολόγοι αμφιβάλλουν αν υπήρξε βασίλειο της Ιερουσαλήμ με Δαυίδ και Σολομώντα – δεν υπάρχουν πουθενά ευρήματα ΥΛΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ για κάτι τέτοιο, σε αντίθεση με τις Ελληνικές – φιλισταϊκές πόλεις της Παλαιστίνης).

Άλλες τοποθεσίες των Φιλισταίων παρείχαν σημαντικές πληροφορίες στους αρχαιολόγους σχετικά με προηγούμενες και μεταγενέστερες χρονικές περιόδους, αλλά όχι πολλές γι’αυτή την περίοδο-κλειδί.

Σταυροφόροι χτίζουν φρούριο πάνω στα ερείπια της Γαθ

Η «Γαθ καλύπτει ένα πολύ σημαντικό κενό στην κατανόηση της ιστορίας των Φιλισταίων,» λέει ο Gitin.
Το 604 π.Χ, ο Ναβουχοδονόσορ της Βαβυλώνας εισβάλλει και καταστρέφει εντελώς τις πόλεις των Φιλισταίων. Δεν υπάρχει κανένα απομεινάρι από αυτές έκτοτε.

Israel. Tel Tzafit National Park.
Ruins of a Crusader Castle Blanch Garde 
Σταυροφόροι που φθάνουν από την Ευρώπη το 1099 χτίζουν ένα φρούριο πάνω στα ερείπια της Γαθ, και αργότερα η περιοχή φιλοξένησε ένα αραβικό χωριό, το Tel el-Σάφι, το οποίο εκκενώθηκε κατά τη διάρκεια του πολέμου γύρω από τη δημιουργία του Ισραήλ το 1948. Η Γαθ σήμερα είναι εθνικό εβραϊκό (!) πάρκο.

Μια ισραηλινή πόλη που ιδρύθηκε το 1955 αρκετά μίλια προς το νότο, η Kiryat Gat, πήρε το όνομά Γαθ βασιζόμενη σε μια εσφαλμένη ταυτοποίηση διαφορετικών ερειπίων από την πραγματική πόλη των Φιλισταίων .
Η μνήμη των Φιλισταίων – μια μονόπλευρη (= πάντα κατά τους εβραίους αρχαιολόγους) εκδοχή της – διασώθηκε στην εβραϊκή Βίβλο.
Είναι γνωστή η ιστορία του Σαμψών, ο οποίος παντρεύτηκε μια Φιλισταία, συγκρούστηκε μαζί τους κατ' επανάληψη μέχρι που σύρθηκε μετά από προδοσία τυφλός και δέσμιος στο ναό τους στη Γάζα. Εκεί, όπως λέει η ιστορία, έσπασε τα δεσμά του και γκρέμισε τους δύο πυλώνες στήριξης, φέρνοντας το ναό κάτω και σκοτώνοντας μέσα σε αυτό όλους, συμπεριλαμβανομένου του ιδίου.
Ένα ενδιαφέρον εύρημα στην Γαθ είναι τα ερείπια ενός μεγάλου οικοδομήματος, πιθανόν κάποιου ναού, με δύο πυλώνες. Ο Maeir πρότεινε ότι αυτό μπορεί να ήταν ένα γνωστό σχεδιαστικό στοιχείο στην αρχιτεκτονική του ναού των Φιλισταίων όταν γράφτηκε στην ιστορία του Σαμψών.

Gath Inscription “Goliath Ostracon” (970 BCE)
Ανασκαφείς στη Γαθ έχουν επίσης βρει θραύσματα με ονόματα παρόμοια με αυτό του Γολιάθ – ένα Ινδο-ευρωπαϊκό όνομα, όχι σημιτικό, από τα είδη που θα μπορούσαν να έχουν χρησιμοποιηθεί από τις τοπικούς Χαναναίους ή Ισραηλίτες. Αυτά τα ευρήματα δείχνουν οι Φιλισταίοι πράγματι χρησιμοποιούσαν παρόμοια ονόματα , μια λεπτομέρεια από την οποία επίσης μπορεί να εξαχθεί μια ακριβής εικόνα της κοινωνίας τους.
Όπως είπε ο Maier, τα ευρήματα στην περιοχή υποστηρίζουν την ιδέα ότι η ιστορία του Γολιάθ αντικατοπτρίζει πιστά κάτι από την γεωπολιτική πραγματικότητα της περιόδου, δηλ. τη συχνά βίαιη αλληλεπίδραση των ισχυρών Φιλισταίων της Γαθ με τους βασιλείς της Ιερουσαλήμ στην παραμεθόρια ζώνη μεταξύ τους.
«Αυτό δεν σημαίνει ότι θα βρούμε μια μέρα ένα κρανίο με τρύπα στο κεφάλι του από την πέτρα που ο Δαυίδ εκσφενδόνισε, αλλά το γεγονός αυτό αντανακλά ένα πολιτιστικό περιβάλλον που ήταν πραγματικό εκείνη την εποχή.»


ΟΙ ΦΙΛΙΣΤΑΙΟΙ ΚΑΙ Ο ΑΙΓΑΙΟΚΡΗΤΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΕΝ ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΗ*



ΥΠΟ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Ι. ΜΠΡΑΤΣΙΩΤΟΥ 

ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ ΤΗΣ ΒΙΒΛΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ 
Αρχόμενος των καθηγητικών μου εν τω ανωτάτω εθνικώ ημών πανδιδακτηρίω παραδόσεων, εκφράζω και εντεύθεν, κατ’ έθος τε ακαδημεικόν και κατά καθήκον, την βαθείαν μου ευγνωμοσύνην πρώτιστα μεν πάντων προς τον πατέρα των φώτων και παντός αγαθού δοτήρα, έπειτα δε προς τους εκθρέψαντάς με γονείς και διδασκάλους, προς την περίσεμνον των θεολόγων Σχολήν, την τιμήσασάν με ομοθύμως διά της ψήφου αυτής και προς την σεβ. Κυβέρνησιν, την εγκρίνασαν και κυρώσασαν την εκλογήν μου.
Επ’ ίσης αισθάνομαι την υποχρέωσιν, όπως και κατά την επίσημον ταύτην στιγμήν μακαρίσω την μνήμην του προώρως το πανεπιστήμιον απορφανίσαντος σοφού και λίαν προσφιλούς μοι διδασκάλου Εμμανουήλ Ζολώτα, όστις ού μόνον πρώτος εδίδαξε το μάθημα της Βιβλικής Ιστορίας εν τη ημετέρα Σχολή, αλλά και εις εμέ αυτόν, μετά τον σεβ. Μοι καθηγητήν κ. Ν. Παπαγιαννόπουλον, εγένετο ο έτερος των δύο πρώτον άμα και πολυτίμων εις τον λαβύρινθον της βιβλικής επιστήμης χειραγωγών.
Εκ των σπουδαιοτάτων επιτευγμάτων της καθ’ όλου επιστήμης κατά την τελευταίαν ενενηκονταετίαν τυγχάνουσιν αναμφιλέκτως και αι εν τη παμμερεί εξερευνήσει της παλαιάς Εγγύς Ανατολής επιτελεσθείσαι αξιοθαύμαστοι πρόοδοι, αι οφειλόμεναι προς τοις άλλοις και εις το άφθονον φως, όπερ επί της ιστορίας της αρχαιότητος ακαταπαύστως επιχύνεται από των εν ταις χώραις εκείνη αρχαιολογικών ανασκαφών.
Των δε προόδων τούτων, ως ήτο εύλογον, δεν παρέμεινεν άγευστος ουδέ η περί την Βίβλον επιστήμη. Και δη υπό το φως, όπερ διά της αρχαιολογικής σκαπάνης προέκυψεν, ου μόνον πλείστα όσα σημεία ιστορικά της Βίβλου, της τε παλαιάς και της καινής, διευκρινούνται και κάλλιον κατανοούνται, αλλά και ουκ ολίγα υπ’ εκείνης εκτιθέμενα ή οπωσδήποτε μαρτυρούμενα ιστορικά γεγονότα περιφανή ευρίσκουσιν επιβεβαίωσιν.
Ως εύγλωττον επί του προκειμένου παράδειγμα δύναται να χρησιμεύση κάλλιστα η ιστορία των Φιλισταίων, του εκ της μικράς μαθητικής ηλικίας γνωρίμου και ασυμπαθούς ίσως ημίν, αλλ’ εκλεκτού και πολλαχώς σήμερον περισπουδάστου τούτου λαού, περί ου, ως και περί της δι’ αυτού διαδόσεως και καλλιεργίας του αιγαιοκρητικού πολιτισμού εν Παλαιστίνη, έσται ημίν σήμερον ο λόγος.
Περί των Φιλισταίων και του πολιτισμού αυτών πληροφορούσιν ημάς σήμερον, προς τη Π. Διαθήκη, κυρίως μεν τα αιγυπτιακά μνημεία1 και τα εν Παλαιστίνη και Κρήτη αρχαιολογικά ευρήματα, κατά δεύτερον δε λόγον τα ασσυριακά μνημεία, μάλιστα δε τα από των Ασαρχαδδών και Ασσουρβανιπάλ, ο Ιουδαίος ιστοριογράφος Ιώσηπος και ο ημέτερος Ηρόδοτος μετ’ άλλων τινών μεταγενεστέρων συγγραφέων (Στράβωνος, Διοδώρου του Σικελιώτου, Πτολεμαίου, Λουκιανού κ.ά.). 

Α’) ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΦΙΛΙΣΤΑΙΩΝ 

Εν τη εβραϊκή Π.Δ. οι Φιλισταίοι λέγονται Pelischtim και σπανιώτερον Pelistijim, όπερ οι Ο’ που μεν μεταγράφουσι Φυλιστιείμ2 (ή Φιλιστιείμ), που δε αποδίδουσι διά του αλλόφυλοι, δι’ ού υποδηλούται η μεταξύ του λαού τούτου και του Ισραήλ ιστορική αντίθεσις, άπαξ δε χαρακτηριστικώς διά του Έλληνες3.
Ο δε Ιώσηπος λέγει αυτούς Φυλιστίνους και Παλαιστίνους4. Άλλη δε ουχί ασυνήθης εν τη Π.Δ. ονομασία αυτών είναι το απερίτμητοι5 (arelim), ήτις ιδιότης των Φιλισταίων επανειλημμένως αναδεικνύεται ενταύθα.
Η δε χώρα αυτών, ήτις εν τη Π.Δ. εμφανίζεται κατέχουσα την προς την Μεσόγειον νότιον παραλίαν της Παλαιστίνης από Ιόππης προς βορράν μέχρι Γάζης και Ραφίας προς νότον, ελέγετο υπό των Εβραίων είτε Erets Pelischtim1 τ.ε. γη (των) Φιλισταίων (γη αλλοφύλων κατά τους Ο’) είτε Pelescheth, όπερ ο Ιώσηπος αποδίδει διά του ηροδοτείου Παλαιστίνη3.
Άξιον δε προσοχής και σημειώσεως είναι ότι το εξηλληνισμένον όνομα τούτο, δι’ ού ωνομάσθη το πρώτον η χώρα των Φιλισταίων, μετεδόθη ήδη υπό του Ηροδότου4, έπειτα δε και υπό των μεταγενεστέρων Ελλήνων και Ρωμαίων συγγραφέων (Πτολεμαίου, Πλινίου, Κασσίου, Δίωνος κ.λπ.) εις όλην την γην Χαναάν, ήτις και άχρι του νυν φέρει συνήθως το όνομα Παλαιστίνη. Επί δε των ασσυριακών μνημείων η Φιλισταία λέγεται Palastu και Pilistu και Pilista.
Περί του λαού τούτου γινώσκει η Π. Διαθήκη, ότι δεν είναι ούτε σημιτικής καταγωγής ούτε αυτόχθων εν Παλαιστίνη, αλλ’ έπηλυς λαός προελθών εκ του Caphtor5 και καταγόμενος από των Χασλουχείμ ή Χασμωνιείμ (Ο’)6, ή, κατ’ άλλην πιθανωτέραν ανάγνωσιν του σχετικού χωρίου εν τω καταλόγω των λαών της Γενέσεως, από τον Χαφθοριείμ ή Γαφθοριείμ. Η δε βραχυλογία και αοριστία των μαρτυριών τούτων εγένετο αφορμή ποικίλων εκδοχών περί τε της σημασίας των μνημονευθεισών ονομασιών και περί της καταγωγής των Φιλισταίων, και ταύτα μάλιστα προ της νεωτέρας αρχαιολογικής εξερευνήσεως της Εγγύς Ανατολής.
Ούτως, ήδη παλαιότατοι ερμηνευταί της Π.Δ., εν οις και οι Ο’ και η Vulgata, εξέλαβον ως Caphtor την μικρασιατικήν Καππαδοκίαν7. Εκ δε των ιστοριοδιφών, παλαιοτέρων τε και νεωτέρων, τινές μεν, ως ο Heeren και νεωστί ο Schwally, εξέλαβον τους Φιλισταίους ως σημιτικής καταγωγής• άλλοι δε, ως ο περίφημος εβραιολόγος Gesenius, τελευταίως δε μόλις και ο καθολικός Schopfer8, σχετίσαντες το θέμα το όνομα Φιλισταίος προς το αιθιοπικόν falasa = μεταναστεύειν και παραχθέντες εκ της υπό των Ο’ συνήθους αποδόσεως της λέξεως διά του αλλόφυλος, εξέλαβον αυτό γενικώς εν τη εννοία του μετανάστης, ως κατ’ αυτούς θ’ απεκάλεσαν τους εις την χώραν αυτών επήλυδας τούτους οι Χαναναίοι ή οι Εβραίοι.
Άλλοι δε, ως παλαιότερον ο Hitzig, νεωστί δ’ ο Husing1 και ο έγκριτος Γερμανός αρχαιολόγος βαρώνος v. Lichtenberg2, ταυτίζουσι το Φιλισταίος προς το Πελασγός, ών λέξεων οι πλείστοι των φθόγγων συμφωνούσιν.
Άλλοι πάλιν εξέλαβον ως Caphtor την νήσον Κύπρον (Michaelis, Schultess κ.λπ.)• άλλοι τόπον τινά παρά το Δέλτα του Νείλου (Ebers, Halevy κ.λπ.) και άλλοι την Κιλικίαν, εν οις και ο W. Max Muller παλαιότερον, εγκαταλιπών βραδύτερον την γνώμην ταύτην.
Άλλοι τέλος, εν οις εκ των παλαιοτέρων ήδη ο Calmet, ο Rosenmuller και ο Hitzig3, προ της επισταμένης εξερευνήσεως των αιγυπτιακών μνημείων και προ της επιχειρήσεως των εν Κρήτη και Παλαιστίνη ανασκαφών και δη επί τη βάσει μόνον ολίγων ενδείξεων των φιλολογικών μνημείων και οιονεί διά της επιστημονικής αυτών διαισθήσεως, ήκασαν ότι το Caphtor ήτο η Κρήτη, άρα δι’ ότι και οι εξ αυτού προερχόμενοι Φιλισταίοι ήσαν κρητικής καταγωγής.
Είναι δε αι λόγω ενδείξεις αι εξής:

α’) Παρά τω Ιερεμία (μζ’ 4, κατά δε τους Ο’ κδ’ 4) το Caphtor χαρακτηρίζεται ως νήσος•
β’) εν τοις βίβλοις των Βασιλειών γίνεται πολλάκις λόγος περί στρατιωτικής τινος δυνάμεως, υπό τας διαταγάς του Βαναία (Benaja) διατελούσης και αποτελούσης την σωματοφυλακήν του βασιλέως Δαυίδ, ονόματι Hakkerethi και Happelethi, (οι Χερεθθί και Φελεθί κατά τους Ο’), περί ων επ’ ίσης πολλαί εξηνέχθησαν εικασίαι και οίτινες κατά την επικρατούσαν σήμερον εκδοχήν ουδέν άλλο είναι ειμή Κρήτες και Φιλισταίοι, της δευτέρας λέξεως προσαρμοσθείσης προς την πρώτην κατά την παρήχησιν, άρα δε και ενταύθα δεν πρόκειται ή περί δύο συγγενικών φυλών ή, όπερ πιθανώτερον περί ταυτισμού αυτών•
γ’) όπερ και το σπουδαιότατον, η εν τη Α’ Βασιλειών, κεφαλαίω λ’ και στίχω 4 χώρα των Χερεθθί λέγεται αμέσως εν τω στίχω 16 γη των Φιλισταίων•
δ’) παρ’ Ιεζεκιήλ (κε’ 15,16) και Σοφονία (β’ 5) Φιλισταίοι και Χερεθθεί είναι σχεδόν συνώνυμα•
ε’) οι Ο’ μεταφράζουσιν ενιαχού το Χερεθθεί διά του Κρήτες3. Χαρακτηριστικόν δ’ επ’ ίσης είναι, ότι εν Ησαΐου θ’ 12 οι μεταφράσται ούτοι ονομάζουσι τους Φιλισταίους Έλληνας.
Εκ πάντων δε τούτων συνήχθη, ότι εν τη συνειδήσει των τε συγγραφέων της Π.Δ. και των Ο’ μεταφραστών, οι Φιλισταίοι ή τουλάχιστον μοιρά τις αυτών, οι Χερεθθί, ήσαν κρητικής προελεύσεως.
Και ιδού έρχονται αι νεώτεραι αρχαιολογικαί και ιστορικαί έρευναι να επιχύσωσιν ικανόν φως επί του ζητήματος τούτου και να δικαιώσωσι πλήρως την τελευταίαν ταύτην εκδοχήν, ήν ασπάζονται σήμερον πάντες σχεδόν οι ερευνηταί της παλαιάς Ανατολής.
Εν πρώτοις, ως προς το Caphtor, όπερ εν τη Π.Δ. εμφανίζεται ως η πατρίς των Φιλισταίων. Νεώτεραι έρευναι επί των αιγυπτιακών μνημείων, ων τα μεν είναι φιλολογικής ούτως ειπείν φύσεως (επιγραφαί διαφόρων Φαραώ, ύμνοι κ.τ.τ.), τα δε καλλιτεχνικής (τοιχογραφίαι τάφων, ναών, γλυπτικά έργα κ.τ.τ.) απεκάλυψαν τα εξής: α’) Εν επιγραφαίς της ΙΗ’ αιγυπτιακής δυναστείας ευρέθη το όνομα τόπου τινός ονόματι Kftiu, Kfto, Kfte, όπερ διά το ομοιόηχον εύλογον ήτο να συγκριθή προς το βιβλικόν Caphtor. Έν τινι ύμνω προς τον Άμμωνα ακούομεν, εξυμνούμενα τα μεγάλα κατορθώματα του Φαραώ Τουτμώσεως Ι’ (περί το 1500 π.Χ.), προς τοις άλλοις πατάξαντος την Δύσιν και εμπνεύσαντος ούτω τρόμον εν τοις τόποις των Keftiu και Asi.
Και εν τη χρονογραφική δ’ επιγραφή των τοίχων του εν Karnak ναού γίνεται λόγος περί πλοίων του Cefto, όπερ αυτόθι φαίνεται ως τόπος παράλιος, καθώς και το Caphtor παρ’ Ιερεμία. Προς τούτοις β’) όπερ και το σπουδαιότερον, ευρέθησαν εν τάφοις Αιγυπτίων αξιωματούχων, μάλιστα δε του Reh-mere, του βεζύρου Τουτμώσεως Γ’, καλώς διατηρούμεναι τοιχογραφίαι μετά σχετικών επιγραφών, παριστάσαι απεσταλμένου του Cefto και άλλων τόπων, κομίζοντας δώρα τω Φαραώ, εν οις καλλιτεχνικά αγγεία εκ μετάλλων πολυτίμων, προερχόμενα κατά πάσαν πιθανότητα, ή μάλλον κατά βεβαιότητα, εκ τόπων της ακτίνος του μινωικού πολιτισμού, ού το κέντρον ήτο, ως γνωστόν, η Κρήτη.


Τούτο δ’ αποδεικνύεται εκ της συγκρίσεως των αιγυπτιακών τούτων καλλιτεχνημάτων προς τε άλλα και δη προς τα καλλιτεχνικά ευρήματα του Αιγαίου πολιτισμού, μάλιστα δε τα εν Κρήτη ευρεθέντα.

Κατά την σύγκρισιν δε ταύτην ου μόνον παρατηρείται, ότι τα χαρακτηριστικά των προσώπων των Keftiu υπομιμνήσκουσι την γνωστήν ΕΛΛΗΝΙΚΗΝ κατατομήν (profil), αλλά και διαπιστούται καταπλήσσουσα ομοιότης κατά τε το αγένειον του προσώπου, κατά τε την κόμην, την τε ενδυμασίαν των προσώπων (μακρόν διάζωμα των ισχίων τεχνικόν επί γυμνού σώματος) και κατά τα υπ’ αυτών βασταζόμενα αγγεία.

Ταύτα δ’ εν συνδυασμώ και προς τας μνημονευθείσας ενδείξεις της Π.Δ. είναι, νομίζομεν, ικανά όπως στηρίξωσι την εκδοχήν την ταυτίζουσαν το Kefto προς το Caphtor και προς την Κρήτην1.
Και η μεν μεταξύ των φωνηέντων e και a διαφορά απεδείχθη ασήμαντος, ευρεθείσης έν τινι ιατρικώ παπύρω του Λονδίνου της λέξεως Ka-f-tiu αντί Kefto. Ουχί δε μάλλον σπουδαία είναι η από του Kefto απουσία του εν τω Caphtor υπάρχοντος τελικού r, όπερ κατά τον δόκιμον αιγυπτιολόγον Spiegelberg υπάρχον εν τω πρωτογόνω τύπω εξηλείφθη έπειτα, των Αιγυπτίων φιλούντων να μετατρέπωσι το τελικόν r εις y. Άλλως δε εν πολύ μεταγενεστέρω αιγυπτιακώ μνημείω απαντά το όνομα Kptar.
Αλλά συγκριτική μελέτη των αιγυπτιακών μνημείων και των εν Κρήτη και Παλαιστίνη αρχαιολογικών καλλιτεχνικών ευρημάτων διαφωτίζει ημάς πληρέστερον περί τε της εκ του Αιγαίου και δη και της κρητικής καταγωγής των Φιλισταίων, περί τε του τρόπου και του χρόνου της εν Παλαιστίνη εγκαταστάσεως αυτών.
Εκ των αιγυπτιακών δηλ. μνημείων και εξ άλλων ιστορικών τεκμηρίων πληροφορούμεθα, ότι το από της ΙΔ’ – ΙΒ’ εκατονταετηρίδος διάστημα υπήρξε περίοδος σφοδράς εν τη ανατολική Μεσογείω ανησυχίας, προκαλουμένης εκ ζωηροτάτης κινήσεως μικρών φυλών, ων αι πλείσται φέρουσιν ονόματα υπομιμνήσκοντα ημάς ονομασίας τόπων και λαών της Μ. Ασίας1.
Αι δε φυλαί αύται, αίτινες πολλά πράγματα παρέσχον τω αιγυπτιακώ κράτει αποκαλούνται επί των αιγυπτιακών μνημείων ουχί πλέον Keftiu αλλά «λαοί της θαλάσσης» και «βόρειοι», ως εκ της προελεύσεως αυτών. Ήδη επί του φαραώ Ραμεσή Β’ (1242-1226) συγκαταλέγονται εν τοις πολεμίοις αυτού, ως «σύμμαχοι των Χετταίων», εν τη μάχη της παρά τον Ορόνταν Qades μισθοφόροι εκ μερών της Μεσογείου, ονομαζόμενοι Lukki ή Lukka (Λύκιοι), Dardeny (Δάρδανοι), Musa (πιθανώς Μυσοί) και Yewanna (Ίωνες). Αι φυλαί δε αύται ομού μετά των Akaiwascha (οίτινες είναι πιθανώτατα οι ΑχαιFοί) παρέχουσιν ολίγον βραδύτερον πράγματα εις τον φαραώ Mernephtah (1225-1215).
Και ιδού μετ’ ολίγον, κατά το 8ον έτος της βασιλείας Ραμεσή Γ’ (περί το 1198-1167), συγχρόνου περίπου τω Ιησού τω Ναυή, σημειούται η φοβερωτάτη επιδρομή πολυαρίθμων τοιούτων φυλών, μεταξύ των οποίων διακρίνονται οι Dano ή Danona (πιθανώτατα Δαναοί), οι Vaschascha και μάλιστα οι Zakkara ή Zakkari ή Zakkala ή Takkara (πιθανώτατοι οι τευκροί της ελλην. παραδόσεως), και οι Purasata ή Purasti ή κατ’ άλλην ανάγνωσιν Pulasata ή Pulasti, των Αιγυπτίων αντί του ξένου αυτοίς φθόγγου l μεταχειριζόμενων το r.
Η τελευταία δ’ αύτη φυλή, ήτις, ως μνημονευομένη πάντοτε πρώτη, φαίνεται ότι ήτο και η πρωταγωνιστούσα εν τη περί ής ο λόγος κινήσει κατά την, διά της ερεύνης του W. Max Muller, ορθήν αποδειχθείσαν παρατήρησιν του πολλού αιγυπτιολόγου Champollion (+1832), ουδέν άλλο είναι, ειμή οι ημέτεροι Φιλισταίοι.
Αι μνημονευθείσαι δε φυλαί, μικρασιατικής και δη και πιθανώς Καρίας κατά το πλείστον καταγωγής3, πιεζόμεναι ίσως εν Μ. Ασία, ένθα μετά των Zakkari είχον και οι Pulasata εκ Κρήτης ου προ πολλού καταφύγει, εισώρμησαν νυν εις την χώραν των Χετταίων και εκείθεν προελαύνοντες εισέβαλον εις την Συρίαν και εξεχύθησαν προς την Παλαιστίνην, διά της παραλίας της οποίας έφθασαν μέχρι των ορίων της Αιγύπτου προς αναζήτησιν κρείσσονος τύχης, συμφώνως προς το περιπλανητικόν πνεύμα της αρίας φυλής.
Τω όντι δε περί αναζητήσεως κρείσσονος τύχης προύκειτο, ως τεκμαιρόμεθα εκ του γεγονότος, ότι οι επιδρομείς συνωδεύοντο υπό γυναικών και τέκνων και υπό των υπαρχόντων αυτών, μεταφερομένων επί διτρόχων οχημάτων υπό βοών συρομένων, και ουχί περί επιχειρήσεων πειρατικών, καθώς ήκασάν τινες παραχθέντες υπό της φρασιολογίας των αιγυπτιακών επιγραφών1.
Κατά τον αυτόν δε που χρόνον, όστις συμπίπτει περίπου προς τον χρόνον του τρωικού πολέμου, κατά την παραδεδομένην χρονολογίαν (1194-1184), και παραλλήλως προς την χερσαίαν ταύτην εκστρατείαν, κραταιός στόλος των «βορείων» τούτων, ως λέγονται εν ταις αιγυπτιακαίς επιγραφαίς, υπερβάς την Κύπρον, κατηυθύνετο προς την πλουσίαν της Αιγύπτου λείαν και εισελθών εις τα στόμια του Νείλου, ελυμαίνετο την περιοχήν του Δέλτα. Το αιγυπτιακόν κράτος από της επιδρομής των Ύξως δεν είχε διατρέξει φοβερώτερον κίνδυνον. Αλλά Ραμεσής ο Γ’ έσωσεν αυτό΄, αντεπεξελθών και αποκρούσας τους επιδρομείς κατά γην τε και θάλασσαν διά κραταιών επιχειρήσεων, ας απηθανάτισεν έπειτα το μεν δι’ επιγραφικών περιγραφών των γεγονότων επί των τοίχων του εις ανάμνησιν της νίκης εκείνης ιδρυθέντος υπ’ αυτού εν Medinet Habu ναού, το δε διά καλλιτεχνικής ενταύθα τε και αλλαχού αναπαραστάσεως της τε εισβολής των επιδρομέων και της κατ’ αυτών ναυμαχίας, του παλαιοτάτου τοιούτου είδους γεγονότος εν τη παγκοσμίω ιστορία, ού σώζεται ζωγραφική μαρτυρία. Ακριβώς δ’ ειπείν, η καλλιτεχνική αύτη αναπαράστασις των γεγονότων εκείνων έρχεται εις ενίσχυσιν σοβαράν της περί αιγαίας και δη και κρητικής καταγωγής των Φιλισταίων εκδοχής.
Διότι αι εν τοις αιγυπτιακοίς τούτοις καλλιτεχνήμασιν εικόνες των Φιλισταίων εμφανίζουσιν έντονον και πολλαπλήν ομοιότητα κατά τε το πρόσωπον, την τε ενδυμασίαν και την κόμην, προς τε τας μνημονευθείσας εικόνας των Keftiu και προς τα εν τοις κρητικοίς ευρήμασι του Arthur Evans και μάλιστα εν τω περιφήμω κατά το έτος 1907 ανευρεθέντι και ακατανόητον εισέτι ιερογλυφικήν γραφήν φέροντι δίσκω της Φαιστού.
Το άνευ γενείου πρόσωπον, το περίζωμα των ισχύων, το επίμηκες των ιδιοτρόπων πλοίων μεθ’ υψηλών πηδαλίων και πρό παντός το πανομοιότυπον πτερωτόν εν είδει περικεφαλαίας κάλυμμα της κεφαλής είναι τα κοινά γνωρίσματα των επί του δίσκου τούτου και επί των τοίχων του Medinet Habu εικονιζομένων1. Σύγκρισις δε των αιγυπτιακής ούτως ειπείν εκδόσεως εικόνων των Φιλισταίων προς εικόνας μυκηναϊκών καλλιτεχνημάτων αποδεικνύει, ότι και το είδος του υπό των Pulasata φορουμένου θώρακος και η μικρά στρογγύλη ασπίς αυτών είναι των συγχρόνων τη επιδρομή εκείνη μεταγενεστέρων Αιγαίων συνήθεια.
Ουχί λοιπόν Σημίται, αλλά Αιγαίοι και δη Κρήτες, τουλάχιστον μοίρά τις αυτών, οι λεγόμενοι Χερεθθί, ήσαν την καταγωγήν οι Φιλισταίοι, πιθανώς δε και οι Zakkari, οίτινες πιεζόμενοι, κατά την πιθανήν του v. Lichtenberg εικασίαν, υπό της δωρικής εις την πατρίδα αυτών εισβολής, κατέφυγον εις την οπωσδήποτε οικείαν αυτοίς νοτιοδυτικήν Μ. Ασίαν, ένθα πάλιν μη ευρόντες ησυχίαν, συμμαχήσαντες δε και μετ’ άλλων φυλών συγγενικών, καρικής ίσως καταγωγής, επεχείρησαν τας μνημονευθείσας επιδρομάς.
Των επιδρομών δε τούτων αποτέλεσμα προς τοις άλλοις ήτο και η έκτοτε, και δη είτε μικρόν μετά είτε μικρόν προ των μετά Ραμεσή του Γ’ συμπλοκών, παρά την ακτήν της Παλαιστίνης μόνιμος εγκατάστασις των τε Zakkari και των Pulasata, ήν δεν επέτυχε ν’ αποσοβήση ο των μερών εκείνων κυρίαρχος τότε μνημονευθείς Φαραώ και πολύ ολιγώτερον οι ανίσχυροι διάδοχοι αυτού.
Και τους μεν Zakkari ευρίσκομεν ήδη περί 1100 π.Χ. εγκατεστημένους και ικανώς εν τω πολιτισμώ προηγμένους εν τη πόλει Dor (ελληνιστί Δώρα) προς νότον του Καρμήλου, υπό ηγεμόνα τινα Bidir ονόματι, ως πληροφοροφούμεθα από του παπύρου Golenisc eff4, τους δε Φιλισταίους νοτιώτερον εν τη παρά την Μεσόγειον ευφόρω πεδιάδι Schefela, ένθα άλλοτε κατά την Π. Διαθ. Κατώκουν οι Ευαίοι5. Ούτω δε, άπαξ έτι η Παλαιστίνη αποβαίνει ό,τι πολλάκις υπήρξεν εν τη ιστορία τ.έ. τόπος συναντήσεως Δύσεως και Ανατολής.
Και υπήρξε μεν η προκειμένη εν Παλαιστίνη εγκατάστασις των Φιλισταίων εκείνη, αφ’ ης άρχεται ο πολιτικός και ο ιστορικός καθ’ όλου εκείνων, ως λαού πλέον, βίος, ούτως όμως δεν αποκλείεται το παράπαν και παλαιότερα εν τη χώρα ταύτη εγκατάστασις μικράς μοίρας των Φιλισταίων ή άλλης στενώς συγγενικής αυτοίς πολεμοχαρούς φυλής, ήν προϋποθέτουσι και τινες πληροφορίαι της Π. Διαθήκης, καθιστώσι δε πιθανήν το μεν η διά των εν Παλαιστίνη νεωτάτων ανασκαφών διαπιστουμένη πρωϊμωτάτη (ήδη από των αρχών της β’ χιλιετηρίδος) πυκνή προς την χώραν ταύτην επικοινωνία αντιπροσώπων του αιγαίου πολιτισμού, το δε το γεγονός, ότι εκ τοσούτων άλλων επιδραμουσών τότε αιγαϊκής προελεύσεως φυλών μόνον ο των Φιλισταίων λαός μετά των συγγενών αυτοίς Zakkari προτιμά την Παλαιστίνην και ολόκληρος εγκαθίσταται εν αυτή, ελκόμενος πιθανώς υπό των συγγενικών προς την παλαιοτέραν εκείνην μοίραν δεσμών.
Οπωσδήποτε δεν πρόκειται περί μεγάλου ποσοτικώς λαού, αλλά περί λαού σπουδαίου ποιοτικώς, γενναίου, εμπειροπολέμου και δη και φορέως πολιτισμού υψηλού, ον εφ’ ικανόν χρόνον ου μόνον διετήρησεν, αλλά και φιλοτίμως προήγαγε, καίπερ πρωίμως την γλώσσαν εν μέρει δε και την θρησκείαν εκχαναανισθείς και επί πλείστον εν πολεμικαίς περιπετείαις εμπεπλεγμένος.
Και ο λαός ούτος, ΛΑΟΣ ΤΟΙΟΥΤΩΝ ΠΡΟΣΟΝΤΩΝ, καίπερ ολιγαριθμότερος των Ισραηλιτών, θέσας στερεόν τον πόδα επί της κληρονομίας εκείνων έμελλε να παρεμβάλη την κραταιοτάτην αντίδρασιν εις την εν τη γη της επαγγελίας εγκατάστασιν αυτών και να διαδραματίση σπουδαιότατον εν τη ιστορία αυτών μέρος.-  Π.Ζ
_________________________________________
Δημοσιεύθηκε στηνΑρχαιολογίαΕπιστημονικές έρευνες


  Scholeio.com  

Όταν η Πυθία δεν μπορούσε να διαψεύσει...




    Μια βολική απάτη

Εκεί στους Δελφούς, στο κέντρο του κόσμου, εκεί που αναζητούσαν οι άνθρωποι τους χρησμούς των θεών... Εκεί σήμανε και το τέλος του αρχαίου κόσμου με τον τελευταίο χρησμό της Πυθίας, όπως καταγράφεται στις ''ιστορικές πηγές'', προς τον Ιουλιανό...

«Είπατε τώ βασιλεί, χαμαί πέσε δαίδαλος αυλά, ουκέτι Φοίβος έχει καλύβην, ου μάντιδα δάφνην, ουδέ παγάν λαλέουσαν. Απέσβετο και το λάλον ύδωρ», 

«Πείτε στον βασιλιά, ότι στο χώμα κείτεται ο έντεχνος αυλός, ο Φοίβος δεν έχει πια κατοικία, ούτε δάφνη μαντική, ούτε πηγή ομιλούσα. Χάθηκε και το νερό που μιλούσε» 


Η ιστορική αλήθεια για τον «χρησμό» είναι, δυστυχώς για κάποιους, πολύ διαφορετική. 

Η ιστορία των αρχαίων χρόνων μας βεβαιώνει ότι το περίφημο Μαντείο των Δελφών έπαιξε έναν πολύ σημαντικό ρόλο (ίσως τον σπουδαιότερο), και στην ηθική εκπαίδευση του ελληνικού γένους με βάση τα πρότυπα του Λόγου (Σοφίας ή Αυτογνωσίας), του Μέτρου και του Ρυθμού, με άλλα λόγια του Κάλλους της Απολλώνειας διδασκαλίας, η οποία συνοψίζεται σε τρία μέγιστα αποφθέγματα-παραγγέλματα: 

- ΕΝ ΔΕΛΦΟΙΣ ΕΙ  - ΓΝΩΘΙ ΣΑΥΤΟΝ  - ΜΗΔΕΝ ΑΓΑΝ. 

Τα υπόλοιπα Δελφικά παραγγέλματα ίσως να μην γνωρίζουν την ίδια δημοσιότητα και αναγνώριση στη σύγχρονη εποχή, όμως η ηθική εκπαίδευση και καθοδήγηση των πολιτών ξεκινούσε μεν από τους παιδαγωγούς και παιδοτρίβες της νεαρής ηλικίας, αλλά συνεχιζόταν αργότερα στα μαντεία, τα οποία, εκτός από τις χρησμοδοτήσεις τους για τα μελλούμενα και τις θελήσεις των θεών, έδιναν και ένα πλήθος ηθικών παραγγελμάτων και προτροπών συμβουλευτικού χαρακτήρα για τα προβλήματα της καθημερινής ζωής. 

Τα ηθικά παραγγέλματα των Δελφών είχαν καταγραφεί στους τοίχους του προνάου του Ναού του Απόλλωνος, στο υπέρθυρο ή ακόμα σε διάφορες στήλες που είχαν τοποθετηθεί περιμετρικά στις πλευρές του ναού. Στο αέτωμα του ναού δέσποζαν τα τρία σπουδαιότερα Δελφικά Παραγγέλματα, τα οποία εύκολα μπορούσε να διακρίνει ο πλησιάζων επισκέπτης:

Και ο Παυσανίας μας βεβαιώνει στο "Ελλάδος Περιήγησις", βιβλ. 10 ("Φωκικά"), κεφ. 24, §1, 1-13:
''Εν δε τω προνάω τω εν Δελφοίς γεγραμμένα εστίν ωφελήματα ανθρώποις ες βίον, εγράφη δε υπό ανδρών ους γενέσθαι σοφούς λέγουσιν Έλληνες. Ούτοι δε ήσαν εκ μεν Ιωνίας Θαλής τε Μιλήσιος και Πριηνεύς Βίας, Αιολέων δε των εν Λέσβωι Πιττακός Μυτιληναίος, εκ δε Δωριέων των εν τη Ασία Κλεόβουλος Λίνδιος, και Αθηναίος τε Σόλων και Σπαρτιάτης Χίλων· τον δε έβδομον Πλάτων ο Αρίστωνος αντί Περιάνδρου του Κυψέλου Μύσωνα κατείλοχε τον Χηνέα· κώμη δε εν τη Οίτη τω όρει ωκούντο αι Χήναι. Ούτοι ουν οι άνδρες αφικόμενοι ες Δελφούς ανέθεσαν τω Απόλλωνι τα αδόμενα Γνώθι σαυτόν και Μηδέν άγαν''.

Να τα πάρουμε όμως από την αρχή... 

«Ο Δίας θέλοντας να βρει το κέντρο του κόσμου, έστειλε δυο αετούς να διασχίσουν τη γη απ' άκρη σ' άκρη.... 
Το σημείο όπου συναντήθηκαν ήταν το κέντρο, ο ''ομφαλός της γης'', ένας τόπος μοναδικός, όπου ο Απόλλωνας έχτισε το ναό του και η μάνα των Θεών, η Γη, στάθηκε ''Πρωτομάντισσα'', πριν από τη Θέτιδα, τη Φοίβη και την Πυθία... 

* Προειδοποίηση του αναγνώστη: Στη συνέχεια της ιστορικής καταγραφής διαπιστώνεται μια ''μικρή ανακρίβεια'' !

Εκεί στους Δελφούς, στο κέντρο του κόσμου, εκεί που αναζητούσαν οι άνθρωποι τους χρησμούς των θεών... Εκεί σήμανε το τέλος του αρχαίου κόσμου με τον τελευταίο χρησμό της Πυθίας, όπως καταγράφεται στις ''ιστορικές πηγές'', προς τον Ιουλιανό...

«Είπατε τώ βασιλεί, χαμαί πέσε δαίδαλος αυλά, ουκέτι Φοίβος έχει καλύβην, ου μάντιδα δάφνην, ουδέ παγάν λαλέουσαν. Απέσβετο και το λάλον ύδωρ», 

«Πείτε στον βασιλιά, ότι στο χώμα κείτεται ο έντεχνος αυλός, ο Φοίβος δεν έχει πια κατοικία, ούτε δάφνη μαντική, ούτε πηγή ομιλούσα. Χάθηκε και το νερό που μιλούσε» 


Αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας για τον «χρησμό»

Η ιστορική αλήθεια για τον «χρησμό» είναι, δυστυχώς για κάποιους, πολύ διαφορετική. 
Ο «χρησμός» εφευρέθηκε και καταγράφηκε από τον Βυζαντινό χρονογράφο Γεώργιο Κεδρηνό τον 11ο αιώνα, δηλαδή 700 χρόνια αργότερα!!! 

Γενιές και γενιές Ελλήνων μεγάλωσαν μαθαίνοντας από τα σχολικά εγχειρίδια της υποτιθεμένης «Ιστορίας», ότι η Πυθία με «χρησμό» προς τον αυτοκράτορα Ιουλιανό πιστοποίησε τάχα το τέλος του Αρχαίου Κόσμου. 

Όπως αναφέρεται λοιπόν στα βιβλία «Ιστορίας» της Ελληνικής Εκπαίδευσης, κατά το έτος 361 εστάλη από τον Ιουλιανό στους Δελφούς ο φίλος του Ορειβάσιος, ιατρός από την Πέργαμο, για να προσπαθήσει να ανορθώσει το Μαντείο των Δελφών που βρισκόταν «σε πολύ άσχημη κατάσταση». 
Η Πυθία, για να του δείξει πόσο μάταιη ήταν η προσπάθεια ανόρθωσης του Μαντείου και κατ' επέκταση της Εθνικής Ελληνικής Θρησκείας, έδωσε υποτίθεται τον προαναφερθέντα «χρησμό».

Τι κρίμα ! Ο εν λόγω «χρησμός» να μην μοιάζει με κανέναν από τους καταγεγραμμένους από την απώτατη αρχαιότητα χρησμούς του Μαντείου. 

Αποτελεί μάλλον αποτύπωση μίας πιθανής ή φανταστικής «κακής» κατάστασης στους Δελφούς του 4ου αιώνος. Θα μπορούσε κάποιος καλόπιστος ερευνητής να υποθέσει ότι πιθανώς να είναι μία υπαρκτή κραυγή αγωνίας της Πυθίας, που έβλεπε τα Ιερά να καταστρέφονται και να βεβηλώνονται, αν και ο ιστορικός μάλλον θα γελάσει με αυτή την εκδοχή, αφού την εποχή εκείνη το συγκεκριμένο Μαντείο, μολυσμένο από χριστιανικές ταφές εγγύς του Ναού του Απόλλωνος, ΔΕΝ χρησμοδοτούσε.
Ένα ακόμα ενισχυτικό δεδομένο που δεν θα πρέπει να διαφεύγει από κανέναν λογικό άνθρωπο είναι επίσης το εξής: 
Οι χριστιανοί πρέσβευαν με πάθος πως τάχα η Μαντική Τέχνη των προγόνων μας ήταν μία «πλάνη». Παρόλα ταύτα, εκτός από τους απηνείς διωγμούς που οργάνωσαν επί αιώνες για να ξηλώσουν από προσώπου γης αυτή την «πλάνη», προσέδωσαν μέσω του Κεδρηνού σε αυτά τα υποτιθέμενα «τελευταία» «λόγια» της Πυθίας μεγάλη εγκυρότητα και βαρύτητα και τα χρησιμοποίησαν ως τρανταχτό τάχα επιχείρημα κατά των Εθνικών, επί αιώνες.

Επειδή λοιπόν και εμείς, ως Έλληνες κανονικοί, μάθαμε να αναλύουμε τον Κόσμο λογικά, θα ήθελα κάπου εδώ να θέσω σε πάντα ενδιαφερόμενο τον παρακάτω προβληματισμό:
Έστω ότι ο Χριστιανισμός δέχεται ειλικρινά την αλήθεια και βαρύτητα του εν λόγω «χρησμού». Τότε οφείλει να δέχεται και την σοβαρότητα και βαρύτητα ΟΛΩΝ των χρησμών που έδινε η Πυθία, γιατί είναι μάλλον παράλογο να χρησμοδότησε αυτή σε διάρκεια τριών περίπου χιλιετιών μία μόνο φορά σωστά, και αυτήν στον Ιουλιανό.

Έστω ότι ο Χριστιανισμός δεν δέχεται την αλήθεια και βαρύτητα κάθε χρησμού της Πυθίας. Άρα και ο «χρησμός» που υποτίθεται ότι αυτή έδωσε στον Ιουλιανό, είναι λανθασμένος.  Άρα και ο Φοίβος έχει καλύβην και μάντιδα δάφνην!



Στη Λογική Επιστήμη έρχεται τώρα να προστεθεί η Ιστορική Επιστήμη και με τη σειρά της να προσθέσει, και αυτή, ένα στοιχείο... 

Ότι ούτε το Μαντείο χρησμοδοτούσε επί Ιουλιανού, ούτε κανείς ήξερε για τέτοιον «χρησμό» έως τον 11ο αιώνα !!! 

Και όμως, όπως προείπαμε, γενιές και γενιές Ελλήνων μεγάλωσαν μαθαίνοντας από τα σχολικά εγχειρίδια της υποτιθεμένης «Ιστορίας», ότι η Πυθία με «χρησμό» προς τον αυτοκράτορα Ιουλιανό πιστοποίησε τάχα το τέλος του Αρχαίου Κόσμου...
___________________________________________________________________________

* οι πληροφορίες μας αντλήθηκαν από το ΥΠΑΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΛΛΗΝΩΝ ΕΘΝΙΚΩΝ


  Scholeio.com