Κοσμογονία 6ο, Γυναίκα



        ΓΥΝΑΙΚΑ   (πράξη 6η)
        Βάνω υδρομέλι και χολή στο ίδιο το αρχαίο χρυσοτάσι,
        Να φκιάσω κράμα λέξεων,   γλυκόπιοτο μιας μέθης καταπότι
        Να βρέξω εικόνες - κρούσταλλα,   με λέξεις - καταρράχτες,
        Να σκαρφαλώσω στ' άπαρτα,  μαύρου γρανίτη κάστρα,
        Νάβρω κεντίδια πλουμιστά,  χρυσοκλωστές του νου μου,
        Νάβρω βελόνες αργυρές,  τα στήθεια να ματώσω,

490. Νάβρω ατσάλινο καμβά,  τελάρο από τις σάρκες...
        Να κάνω αχρεία κουμπαριά,  στου σατανά τον πύργο...
        Ν' απλώσω τις πραμάτειες μου στ' ανθρώπινο αλώνι...
        Να γένω ίσκιος του ίσκιου μου,  σ' ασέληνα νυχτέρια...
        Να γίνω Ρήγας της τρυφής,  σε γήινες Βαλχάλες...
        Να γίνω σκλάβος της τροφής,  η σάρκα μου αλυσίδα....
        Λύρες γυμνές τα δάχτυλα,  κι ο νους πρωτολυράρης.
        Φωνή σπασμένη,  αργόσυρτη,  τραγούδια με κουράγιο,
        Πάλιν η ώρα έφτασε...   Σωπάτε...   Αφουγκραστείτε...
        Πώς αναδύθη κάποτε,    στον έρημο της εξορίας πλανήτη,
500. Το γέννημα το υπέροχο,  στη σκέψη μέσα χιλιαφέντρα.
        Του Άντρα η συντρόφισσα,  υγρή φωτιά,   Γυναίκα...

        Τούτ' η αρχοντοδιακόνισσα,   λαβύρινθου σοκάκι,   Ειμαρμένη...
        Σκληρόκαρδου  Μινώταυρου μονιά,   πρωτανθός του κρίνου...
        Λωτός πανίερος στα ύψη του Παμίρ,   του Άδη βάραθρο σκοταδεινό.
        Πρωτοβλογιά,   Κατάρα κι όλεθρος,  πρώτη πληγή,  και πρωτονασεμός...
        Των Κύριων του Σύμπαντος η πρωτοκαντηλήθρα φλόγα...
        Πρωτόβγαλτη,  πρωτόγευστη,  Συνείδηση,  Ασύνειδη οντότη,
        Μήτρα - Μητέρα  θεϊκιά,  ουράνιων σπασμών σπερματοκούπα,
        Του πλούτου περιδέραιο,  της φτώχειας ψίχουλο ακριβό,
510. Η πόρνη - έχιδνα,  πανώρια λιονταρίνα,  στο ξεροβούνι εκλησιά,
        Εικονοστάσι του Έρωτα,   κι οι εικόνες σου,   δρωτοχυμένα μύρα...
        Κι οι εικόνες σου φουρτούνιασμα,  της θάλασσας η αντάρα.

        Ο Αφέντης - Άντρας κάθουνταν,  ξαπόσταινε θωρώντας τα προικιά του,
        Ζερβά νερό,  δεξιά φωτιά,  πιο 'κει θεριά το μουγκριτό να σμίγουν,
        Σε μια ανάσας ήρεμης,  τη μετρημένη αύρα...
        Ευωδανθοί ολόγυρα,   τα χρώματα του κόσμου να κεντάνε.
        Όμως...  Μισορφανός θαρρείς,  απ' ομορφιά ετούτος ο πλανήτης.
        Όπως αφέντης πλούσιος,   με σπόρους και με ζωντανά πλήθος να εξουσιάζει,
        Λεφούσια οι δουλοπάροικοι,  βαθιά να προσκυνάνε,
520. Με πλήθος τα πετρόχτιστα,  παντέρημα κονάκια,
        Που κάθεται,   σαν κόκκινο,   ξερό κρασί έχει χορτάσει,
        Κι από τα γένια στάζοντας,  το αίμα της μοναξιάς του...
        Τρύπες μετρώντας στο χαλί,   τρύπες και στην καρδιά του,
        Για της γυναίκας η σκιά,  'πο δίπλα του απολείπει...
        Μόνε αργοτρέμουν ψιθύρους,  γέροντες παλαντίνοι,
        Του αφέντη τους τις πεθυμιές,    να τρέξουν,    να εχτελέσουν,
        Κι είναι νεκρές οι αίστησες,   σάβανα οι μαντύες.

        Έτσι χαμένος κείτονταν,  στο βραχοκάστρι του μπροστά ο Άντρας καρφωμένος..
        Εντός του μ' άγριο ουρλιαχτό,  χρησμοδοτούσαν οι αλλόκοτες φιγούρες της
        σιωπής...
530. Κι αν ήταν νερουλάτορας,  κι αν του κορμιού του έσβηνε τη λάβα στο νερό,
        Κι αν τη ματιά του κάρφωνε,  στο ηδονικό πλατάγισμα της γλώσσα τη φωτιάς,
        Κι αν τα θεριά υποταχτικά,  ομπρός στα πόδια κούρνιαζαν,  γρυλίζαν με χαρά,
        Κι οι φυλλωσιές στον ίσκιο τους,  καλωσορίζαν δροσερά τον ξαναμένο Άντρα,
        Ήμερο καταφύγιον από του δίσκου της φωτιάς,  τ' ανήμερο κυνηγητό,
        Αχόρταγες οι αίστησες,   κορφολογάνε τους βλαστούς του σάρκινου αμπελώνα,
        Αχόρταγο το πνέμα του,  της φαντασίας τα παντζούρια μαστιγώνει...
        Και η φαντασιά,  παντάνασσα,  που κλείνει στην αγκάλη της των άνθρωπων
        τα πάθια,
        Ορμά στου Άντρα το μυαλό,   τ' ατείχιστο,  το νιόβγαλτο,  το νιοπελεκημένο,
540. Τον κατακλύζει ολάκερο,  σαν την καλοκαιριάτικη τη μανιοκαταιγίδα
        Και του γεννάει οράματα,  ταξιδευτής του άπαντου,  με φτερούγες τρισδιάστατες.
        Το δώμα περεχύνονταν,  στο φως που σκόρπιζαν μενεξελί γύρωθε μενεξέδες,
        Τριζοκροτούσαν καστανιές,  που το κορμί τους άναβε φωτιά στο παραγώνι,
        Διηγόντουσαν μυστήρια,  και ιστορίες παράξενες φερμένες απ' τους θρύλους,
        Γεννήματα πανάρχαιων καιρών,  τότε που εροβόλαγε ο χρόνος και γεννούσε...
        Τότε που πρωτοχαράξαν,  τις στράτες τις ουράνιες του Σύμπαντος οι Αφέντες.
        Άλλωστε τούτη τη στιγμή,   τη φαντασιά δε στείλανε οι Αφέντες στο μυαλό του,
        Να ζωγραφίσει ζωντανή,  τη γυναικεία φιγούρα,  το μέγιστο τους το προικιό ;
        Γυναίκα κι Άντρας...  Της γης και τ' Ουρανού ταιριάσματα και γέννες,
550. Το αμάλγαμα της Νόησης,   της βούλησης η προσταγή,  να νιώθουν πως
        υπάρχουν.
        Η σάρκωση της ύπαρξης,  αν τούτοι  'δω οι Κύριοι είχανε σάρκα κι αίμα...
        Μα ήσαν Φως...  Και για κορμί,  το Φως της απεραντοσύνης...
        Κι από της μάζας της πλατιάς, του Πνέματος ασύνορη τη χώρα,
        Μια πινελιά χαρίσανε...  Φτωχούς,  αχνούς χρωματισμούς μιας Γνώσης
        ξελογιάστρας,
        Των άλλων των διαστάσεων φρουροί κι Αφέντες δυνατοί,  αϊτοί τους στον
        αιθέρα...
        Διαστάσεις απλησίαστες...    Με πύλες απροσπέραστες από του Άνθρωπου
        το νου.
        Και ξέραν,  την απόχτηση μιας Γνώσης σα δωρίζαν,
        Αντάμα θάρχονταν σ' αυτούς,  έπαρση μάταιης δόξας...
        Και του Καλού οι κυματισμοί,  Ωκεανοί στο Σύμπαν,
560. Θάχαν ν' αντιπαλαίψουνε,  με του Κακού τα γρανιτένια βράχια
        Κι αλλοίμονο στου Άνθρωπου - Σπορέα οι σπορές του...
        Τι το Κακό ριζώνεται,  βαθιά στα σωθικά του,
        Στο σφιχτοσυναγκάλιασμα της έπαρσης,  της ηδονής,  της μάταιης σαΐτας.
        Τι το κακό του αργορουφά το ακριβό της λογικής μεδούλι
        Κι αφήνει τον πεντάρφανο από ανθρωπιάς τη διάφανη ομορφάδα...
        Κουρελιασμένο απ' τις αγνές,  του βιού της μικροκαλωσύνες,
        Που θρέφουν το ανεξέργαστο,  διαμάντι της Αγάπης...
        Το ματωμένο λάβαρο,  στητό στης ύστερης της μάχης το πεδίο...
        Στης φαντασιάς του τ' άγγιγμα,   ο Άντρας βρέθηκε μεμιάς στο μυστικό το δώμα,
570. Κι είχε θαμπούρια στην καρδιά, θολούρα στο Εργαστήρι...
        Γκρίζα καπνιά μιας λησμονιάς, να σέρνει το χορό της...
        Εφτάπεπλη μια μάγισσα, να σβήνει τ' άσπρα εφτακέρια.

        Κι  έτσι ν' απομακρύνονται, να σβιούνε οι φιγούρες ντελικάτες,
        Του Νου τα πεταρίσματα...  Γυναίκειες φευγαλέες οπτασίες...
        Συντρόφισσες, διαβόλισσες...  Κι οι θεϊκές οι δούλες - δεσποσύνες...
        Παράξενες κι ιδιόμορφες,  των Κύριων τα πλουμιστά πλάσματα φαντασίας...
        Εκείνες που απλώνανε τάσια με άκρατο κρασί, να πιεί, να ξεδιψάσει,
        Να αιστανθεί στα σπλάχνα του,  το αίμα,  κοχλασμένο καταρράχτη
        Και να γέμισ'  η σκέψη του,  ως ξέχειλα παλμούς Δημιουργίας..
580. Εκείνες,  που ανοίγανε των κόρφων τους τη σύμμετρη αρμονία,
        Να πνίξουνε με δύναμη,  τη δύναμη του Άντρα την περίσσια,
        Την κεφαλή να γείρει του,  ο Άντρας,  ο χαροκόπος του ντουνιά,
        Το πνέμα ν' ανασκουμπωθεί,  να ζυγιαστεί ισοδύναμα,  με τη φωτιά της σάρκας.

        Κι οι αίστησες γιοφύρα τους,  'πο κάτω η ποτάμια ζωή να σεργιανίζει...
        Εκείνες, που ορθάνοιχτες, υγροσταλάζουνε της Γης τις μήτρες - ρίζες
        Και προσκαλούν χρυσοβροχή,  το γόνο,  τ' Ουρανού το σπέρμα....
        Φιδιών αυγά πιτσιλωτά και λιονταρίσες βρουχητές οι πρωτομάννες
        Γεννήματ' απειρόχρωμα,  πρωτόφαντων κυττάρων πανσπερμίες...
        Εκείνες,  οι απαράμιλλες,  των φαλλικών υφάντρες μυστικών σπασμών,
        Αιδοιφόροι πλαστουργοί,  κι οι κοραλλένιες φυλλωσιές κεντήστρες
        Οπού κεντούνε μες στο Νου μ' ατελείωτες τις βελονιές του πόνου.
        Τα πλάσματα τα θαυμαστά,  τα λαμπερά τ' αστέρια Θείας Γνώμης...
        Μάνες και Βρώμες γνήσιες, στου Σύμπαντος τα ημίθεα πορνοτόπια...
        Είναι Αυτές !
        Κι ο Άντρας ορθοπόδησε, στην έρμη μπρος την τρύπα του πλανήτη
        Κλάμα και γέλιο παντρειά...  Γυμνός,  ψυχή γυμνή,  'πα στου βουνού το φρύδι.
        Η σκέψη γίνεται κραυγή,  της φαντασιάς η ζωγραφιά,   μετάνοια...
        Στο σπήλαιο του στόματος, αρχιτεχνήτρα γλώσσα να χορεύει,
        Φθόγγους να χτίζει αρχινά,  τα χείλια του οι χτιστάδες,
600. Ο Λόγος,  πύργος λαξευτός,  απ' του μυαλού τη σμίλη λαξεμένος,
        Σκίζει,  λεπίδι,  το φραγμό,  και κομματιάζει το μετάξι της σιωπής.
        Ιεροφάντης σκυφτουλός στων Κύριων ομπρός την παντοδυναμία,
        Σ' ετούτη την πρωτολαλιά ο Αφέντης - Άντρας ταπεινά έτσι μιλεί και λέγει:

       "Ω, σεις, οι χιλιοβλόγητοι,  αιθέρινοι του Σύμπαντος οι Αφέντες,
        Σεις,  που πρωτοφυσήξατε στης ύπαρξης το σάλεμα την αύρα σας πνοή,
        Στης Νόησης και του Φωτός τ' ανείπωτα,  τ' απόκρυφα εργαστήρια,
        Το φυσερό σας μου άναψε,  αυτόν εδώ του βίου μου το δυνατό σπινθήρα.
        Τ' αμόνι σφυρηλάτησε,  του Νου μου την ασκούριαστη λεπίδα.
        Σεις,  που τ' απαλοχάδι,  σας ονείρατα γεννά μα κι εφιάλτες...

610. Που ορίζετε ασταμάτητα, των κόσμων τις αέναες πορείες
        Κι αέναα πορεύεστε, στου χάους τους ζωοδότες Γαλαξίες...
        Των τέσσερων διαστάσεων διαφεντευτές,  των άλλων οι Ρηγάδες,
        Ακούστε μου,  του Άνθρωπου,  τον τιποτένιο ψίθυρο,  το μικροπαρακάλιο...
        Σταλμένο ξέμακρο κι αχνό,  από το ύστερ' όριο,  της εξορίας πλανήτη
        Τώρα, που στείλατε νερό,  φωτιά,  τρανά σας δείγματα της άφατης φροντίδας,

        Κατέχω τώρα κι οδηγώ τα δυο της ύπαρξης στοιχιά,  τις δύο υποστάσεις.
        Του πύρινου ο τεχνουργός και του υγρού ο Κύρης,  εδούλωσα,  κατέχω τα...
        Θωρώ φωτιά κι αγάλλομαι,  ρουφώ νερό και στέργω...
        Μα  στον κατρέφτη του νερού  θωρώ με μοναχό μου...
620. Το τρίτο δώρο, τ' ακριβό της ζήσης μαργαρίτη, του Άντρα του απολείπει...
         Ζητώ γυναίκας τη θωριά,  ζητώ σας ταίρι μου άφταστο,  ζητώ τ' άλλο μισό μου...
         Ζητώ σας συντρόφισσα, να γενώ Ένας πάλι..."

         Και φθέγγοντας τα λόγι' αυτά,  του Άντρα η δύναμη θεριεύει...
         Κι αγριρέμα χύνεται,  τα σωθικά το κύματα φουσκώνουν...
         Μες στο μυαλό σωριάζονται,  γκρεμίζουνε το φράγμα...
         Οι αφρισμένοι φθόγγοι του ξεσκίζουν τον αιθέρα:

         "Ζητάω τ' ακατέργαστο,  τ' ασύνετο,  το πάνσοφο πετράδι,
          Μπρος - πίσω η σκέψη μόφερε της φαντασιάς εικόνα...
630.   Σα θάρρεψα πως γένηκα ο μόνος παντογνώστης...
          Και για ποινή μου τώρα,  να !   Μονάχος μου προβαίνω
          Στης εξορίας το μακρινό,   τον άχαρο πλανήτη...
          Χωρίς γυναίκας τη σκιά,   γλυκιάς γυναίκας κατευόδι...
          Χωρίς αυτήν η ζήση μου,  άνυδρος καταρράχτης...
          Πούναι τα βράχια του ξερά, κρανία ξασπρισμένα...
          Χωρίς αυτήν ο βίος μου,  φλόγα που αργοπεθαίνει,
          Πυρσός νεκρός,  κατάμαυρος,  της νύχτας μου τ' αδέρφι...
          Πάρτε το πίσω το νερό !   Πίσω και τη φωτιά σας !
          Αν ίσως,  καρδιοκτόνοι εσείς,  δε δώστε μου γυναίκα...
          Κι αν προσβολή το πάρετε,  το θράσος μου ετούτο,
          Να ξέρετε Γεννήτορες,  του Νου μου και της σάρκας,
          Το θράσος σεις μου δώσατε, μαζί με τ' άλλα πάθια...
          Το Νου μου σεις φορτώσατε, αν τώρα παραλέω..."
          Είπε και ξεκαθάρισε...   Πίσω δεν πήρε λεξη...

          Στον πικροβόγγο της καρδιάς   ο Ουρανός ξανοίγει,
          Τ' αστέρια τρεμουλιάζοντας,   το μέγα μήνυμα γροικούν...
          Των κόσμων  οι Πραματευτές  το βγάνουν στο σεργιάνι
          Μες στα σεντούκια τ' ακριβά,  πραμάτεια στις κυράδες,
          Να την πουλήσουν ακριβά, χωρίς φτηνά παζάρια...
650.   Γιατί στα παζαρέματα θαμπώνει το διαμάντι...
          Σκύφτοντας την περήφανη, την κεφαλή ο Άντρας, του Λόγου τ' ακριβό
          σεντούκι...
          Προσμένει με απαντοχή των Κύριων του Σύμπατος  το κοφτερό πελέκι
          Γιατί μικρός κι αδύναμος κι ο πόθος του ηχεί σαν αμαρτία...
          Είναι αργά τα λόγια του,  πίσω να πάρει τώρα,  μα ούτε και το στέργει...
          Νογάει μέγιστο κακό εκείνα πούπε ν' αναιρέσει...
          Τι  οι Κύριοι του Άπαντου μικρόψυχο το κρίνουν το μπρος - πίσω...
          Κι ασήκωτο λιθάρι στην ψυχή ο κολασμός της ελαφριάς διχογνωμιάς...
          Επήρανε την πρόσκληση Εκείνοι, στ' ασύνορο του Σύμπαντος το λίκνο
          αχνογερτοί,
          Σ' αόρατων βασίλειων τους θρόνους,  στις άσπιλες φωτοκαθίστρες...

660.   Στη λάμψη μιας ψυχαστραπής στο βροντερό το μουγκρητό της Γνώσης,
          Βγάζουνε την απόφαση της μοίρας του Άνθρωπου...
          Μέσα στο φέγγος του αχνού,  που σφίγγει στη αγκάλη του τα όντα,
          Τ' άϋλο χέρι απλώνεται αγγιχτό,  στο χέρι του Άνθρώπου,
          Και μπρος στα πόδια του ακουμπά λουλούδι ασπροφλογάτο...
          Τ' Ανθοπετάλια κάτασπρα κι ο ύπερος θαλασσινή πορφύρα,
          Ο μίσχος,  φιδογυριστός χορός,  μούσκιο καφτό το ακρορίζι...
          Ζαλάδα γλυκορούφηχτη ο ανασεμός,  και θεϊκοί χρωματισμοί την όψη !
          Απόδειπνου ηλιοπερεχυτού τα βλοημένα σήμαντρ' αντηχούνε...
          Μπρος στον ανθό,   Ο Άντρας αυτός εκστατικός  διπλώνει, γονατίζει,
670.   Στο ξέμακρο αντιχτυπούν πνιγμένοι βόγγοι των θεριών...
          Καψώνει του το πρόσωπο η ανάσα της φωτιάς του...
          Και με τραγούδια σβήνουνε ρυάκια στα ρουμάνια...
          Σίμωσ' η ώρα του άπαντου  κι ο χρόνος σταματάει...

          Ο Άντρας μπρουμητιάζεται και των ματιών οι όψεις υγροτόπια,
          Με το ακροδέρμα των χειλιών προσκύνημ' αποθέτει στον ανθό,
          Σφιχτές γροθιές τα χέρια του,   κύμβαλο η καρδιά του,
          Κι είναι βαριά τα στήθα του γρανιτοπλακωμένα...
          Ο πόθος του αργοκυλά,   δρωτάρι αρμύρας στο λαιμό του...
          Κάνει τον τρόμο δύναμη,   το βλέμμα του ορθανοίγει,
680.   Γέρνει τη μαύρη κεφαλή τ' ανθί για ν' αντικρύσει...
          Το λούλουδο εχάθηκε !   Σκιρτάει ο Νους του Άντρα !
          Κι είναι το πρώτο σκίρτημα της σκέψης και της σάρκας !
          Σαν ανταμώνει ο Δαμαστής την Ακριβή Γυναίκα !

          Εκείνη, των ονείρων του την άφταστη, κυματιστή την αυταπάτη !
          Το θροϊσμα το εφτάπεπλο στων πέντε του αιστήσεων τον άκρατο σπασμό !
          Εκείνη,  πούγλυφε απαλά κούπας χρυσής το στόμιο,  με υγραμένη γλώσσα !
          Κι αργά χυνόταν το πιοτί με γιορτινό μουρμουρητό στο ανθεστήρι μέσα...
          Εκείνη, φλόγα κορμοτυλιχτή, σε θρύλων ερωτιάρικους ταχυρρυθμούς !
          Πούκαιγε, ταξιδιάρισσα,  στο παγωμένο το κορμί θεόχτιστου νεφρίτη !
690.   Νερό !  Φωτιά !  Γη !  Ουρανός και Χώμα !  Φως των πεφωτισμένων !

          Φωτιά !   Νερό !   Γη  κι  Ουρανός !  Στο Ένα !  Της φαντασίας φόνισσα
          υφάντρα !
          Εκείνη, που ετσάκισε των νοητών ιδανικών τα κάστρα 'πο γρανίτη !
          Εκείνη, που πορπάτησε στους φοβερούς λαβύρινθούς στους τόπους του
          κρανίου !
          Φάσμα της άπιαστης του Νου,  της θείας λαγνουργίας !
          Πλάσμα της άπιστης του Νου,  της θείας μυσταγωγίας !
          Χερόπιασμα πόθων κρυφών,   του Έρωτα το υπέργειο εργαστήρι !
          Νέε, πρωτόπλαστε λυγμέ,   πρωτόσκαστο αχνογέλι...

          Στηλώνεται ο Κυνηγός...   Του δίνει αντιγυριστά την πρώτη την ματιά της...
          Τα χείλια μισανοίγουνε,  οι γλώσσες παταρίζουν  και  τρεμοσβήνει η φωτιά...
          Πάνω στα  δόντια γράφονται ρυθμοί χαμένων στίχων πεπρωμένων,
          Τα χερι' απλώνονται δειλά ν' αγγίξουνε τους σάρκινους ναού,
          Εκεί, στο φρύδι του βουνού, την πρώτ' η νύχτα λειτουργιά στέλνει ως
          τα Ουράνια...


"Από το βιβλίο "Η Λεζάντα της Ζωής"  μία έμμετρη καταγραφή της φαντασίας για την "Δημιουργία"  του Β. Ι. Βερνάρδου, το έργο δεν έχει εκδοθεί.  



  Scholeio.com 

Κοσμογονία 5ο, Η φωτιά

      

     
   Η ΦΩΤΙΑ   (πράξη 5η)

        Ξεπρόβαλε στων θρύλων, μέσ' απ' τις στροφές κάποιων σοφών γερόντων
370. Στον ψίθυρο τον κλωθογυριστό, βγαλμένη απ' αξημέρωτα νυχτέρια,
        Όξω ο γόος του βοριά, χοντρόκορμα δεντριά να τιθασσεύει
        Μέσα στου σπήλιου τους ρυθμούς, νάναι κλειστός ο κύκλος...
        Του κύκλου ο αφαλός  Εσύ !    Φωτιά λαγνόκορμη, τριζοβολάς παλμούς...
        Μνήμες πρωτοδοκίμαστες γεννάς, τους γιούς σου καταπίνεις,  Κρόνια...
        Στου μακρινού του Σείριου την αντηλιά,  φτύνεις τον Προμηθέα...
        Τ' ανθρώπινου ηφαίστειου,  τρύπα καφτή,  κρατήρα θερμοδότη !
        Μα... Νάταν έτσι ;  Τάχατες ποιος νογά, άνθρωποι, τη αλήθεια ;
        Και τ' είναι ταχ' αληθινό,  τι ψέμα και απάτη,  ποιος θα μπορούσε να ειπεί ;
        Αφουγκραστείτε μου,  λοιπόν,  σιμά μου κουρνιασμένοι,

380. Ρίχτε το άκρατο, το γερικό κρασί, στης χόβολης το ασημένιο τάσι,
        Να ξεπροβάλουν αερικά,   νεραϊδές του πυρός λεπιδοβόλες,
        Να ηχοπυρώσανε τ' αυτιά στο μάγο παραμύθι, σαν τ' αγγίζει η λύρα του
        παραμυθά...
        Βαφτίστηκε μες στα νερά, ο μακρινός της εξορίας πλανήτης,
        Λουστήκανε πρωινοδροσιά, του  Άνθρωπου τα λιοσκαμένα μέλη,
        Το νέκταρ σου κρυστάλλινο,  κρυστάλλινη πηγή τον ξεδιψάει,
        Συντροφικά με τα θεριά, σκυμμένοι στους κατρέφτες...
        Ρουφάνε αξεδίψαστα,  χορταίνουν του κορμιού ιστούς,  με το άσπιλο νερό.
        Λαχανιαστά μουγκρίζοντας, τινάζει πάνω το κεφάλι,
        Κι οσμίζεται τους οργασμούς,   που στέλνουν τα πρωτάνθια,
        Και τα θεριά  'πο δίπλα του,  ανοίγουν τα πλατιά ρουθούνια,
        Παίρνουν το ερωτομήνυμα, των πράσινων κοιλάδων...
        Το δρόμο παίρνει και γυρνά,  'πα στου βουνού το φρύδι,
        Μπροστά στο σπήλαιο στέκεται,  τον κόσμο του αγναντεύει,
        Φουσκώνει και χαμογελά,  αναριγούν οι φλέβες,  τρόμο δε νιώθει ο Άντρας...
        Είναι καλό ν' αναθαρρείς, με καστροπύργια στήθια,
        Σαν η αυταπάτη δύναμη, τη σκέψη σου αστόχαστα χαδεύει
        Σαν πιστευτό σου ρίζωσε, πως τάχα εσύ μικρέ, τα πάντα διαφεντεύεις...
        Κι απ' τη νυχτιά της Κρίσης σου γεννάς τις σιγουράδες...
        Αχνάρια ευκολόσβηστα, χαρίζει η ματαιότη
        Τ' είχε και τι κέρδισε ;    Νερό Ζωής, που από τη φούχτα ξεγλυστρά...
        Και του άπαντου εθάρρεψε,  πως ήταν ζευγολάτης.
        Που νάξερε ο ταλαίπωρος,  το μέγεθος της φτώχειας.
        Αντικρυστά σα θάβανε,  το πλούτος του μυαλού του.
        Το άδηλο,  τ' αδούλωτο,  τ' ανάλυσσο,  απ' την ανθρώπεια κρίση...
        Παρθένα ορφανή του η φαντασιά,  παρθένες του οι ανάφτρες ιδέες,
        Ασύνειδος της φύσης τεχνουργός,  γι' αμόνια τα δυο χέρια και σφυριά του...
        Ανέγγιχτος απ' της φωτιάς, τις κοφτερές σταχτογεννήτρες, τις λεπίδες,
        Απείθαρχες οι σκέψεις του,  κι οι μνήμες του σκιές γκριζαρισμένες.
        Μπαίνει στο βραχοκάστρο του, γέρνει, αποκοιμάται με τον ύπνο συντροφιά.
410. Βλέπει στο μεσοΰπνι του, ζαφείρια των νερών, κρουστάλλια,
        Βλέπει να υγροχαράζουνε,  τα ποταμίσια φίδια τους οι πρώτες υγροστράτες.
        Μακρόσυρτο παράπονο σμίγουνε του ονείρου του θυμώδεις καταρράχτες,
        Ομίχλες γκριζολέκιαστες, σε σάβανο τυλίγουνε, τ' ονείρου το κουφάρι
        Κι αϊτός του,  ορθόγυμνος βλαστός,  χάντρες υγρές,  χρωματιστές,
        Στ' ασύγκριτο της ηδονής το ράπισμα,  νιοβάπτιστο ρυάκι....
        Στ' οπάλινο του δάκρυο, είναι ο μόνος λεπτουργός, το σπήλιο, εργαστήρι,
        Στην πλάκα, την απέραντη, χωμάτινη απλωσιά  οι ανάγλυφες εικόνες,
        Τις ρεματιές του πνέματος, βαθύνοα χαράκια να σμιλεύει,
        Χωρίς αντίγνωμους φραγμούς, και τ' όραμα, κουράγιο και κατάρα...
420. Μα ...  ξεμακραίνει, στ' ονείρου τ' αχνοϋφασμένο δράμα...
        Και σ' άγνωρα γυρίσματα τον φέρνει να πλανιέται,
        Στων λαβυρίνθων - κυττάρων τις φοβερές ρομφαίες,
        Που διατρυπούν τη σύνεση, την φαντασιά αντρειεύουν,
        Πύρινες γλώσσες, λαγνουργές, και ποταμοί καρμίνια.
        Καμίνι'  ανεμοπύρωτα,  σπινθήρες φωτεροί ο κοχλασμός,
        Των μυστικών των Ήφαιστων θεοπύρηνες ιδέες...
        Φωτιά στην απαλάμη του !
        Σφηνάρι'  ατσάλινα,  καφτά τρυπάνε τα μηλίγγια !
        Αχνάρια πύρινα,  σκαφτά,  η Λάβα Οδηγήτρα !
430. Ηφαίστειου βροντομακρόσυρτου,   μνήμες συρρικνωμένες,
        Ασύνορα φαντάσματα,  τρελλοχοροί μιας μακρινής "πατρίδας",
        Εστίες σαρκοφάγες.. και αργά, να σιγολυώνει λίπος από το σφαχτάρι.
        Μηνιάτικο,  της μάννας τρυφερούδι,  γαλάτου,  χορτοβοσκητό.
        Κι ο Άντρας 'πα στ' αντρίκιο του το χρυσοθρόνι αναγερτός
        Να γεύεται μετάληψη - μπουκιά,  δοσμένη με λατρεία...
        Και τ' άγγιχτα λευκόχερα,  αιστήσεις να κουρντίζουν.
        Ιδού τον !   Ψηλορθώνεται !  Μπρούντζος κορμί,  Χρυσάφι μάτι !
        Πεντάνοιχτ' απαλάμη του,  πυρσοί τα δάχτυλα του !
        Σφιχτού του μπράτσου τρίζουνε,  τα σιδερένι' αμόνια.
        Τρέμει το φράγμα των δοντιών,  τα πόδια καμπουριάζουν,
        "Τώρα" !   Ο νους του το πνιχτό,  το ουρλιαχτό γυμνώνει,
        Οι Κύριοι του Σύμπαντος τ' ακούν κι ανατριχιάζουν,
        "Τώρα' ! Κι αντιγυρίζουνε το δίκιο πρόσταγμά του.
        Αρπούν τα δάχτυλα φωτιά !   Τριζοβολούν οι αρμοί τους !
        Πεντάφλογος πεντάπυρσος τ' Άντρα τα χείλι' ανοίγουν:

       "Καλώς μου ήρθες φλογερό μήνυμα κι άγιο Δώρο"...
        Τα πυρσοφόρα δάχτυλα βυθίζει μες στα ξύλα,
        Κι η πυρπολήτρα μάγισσα, κινάει το χορό της !
        Πάνω στο φρύδι του βουνού,  εκεί στο βραχοσπήλιο του γρανίτη...
450. Των κόσμων τα θαυμάσια σ' απύθμενα σεντούκι τα γυρεύω,
        Στα βάθη ανασκαλεύοντας,  τρεμάμενοι τα χέρια μου εργάτες,
        Της φύσης τα κλαψουριτά,  των νόμων ψιθυρίσματα,  κουρνιάζουνε παντού,
        Αντροπελεκημένα πρίσματα,  μαις μνήμης, τρισδιάστατης αφέντρας,
        Του χρόνου καταλύτρας,  ταξιδευτρας,  στο κληρονόμο  'κείνο ονοπάτι,
        Σκαμμένο από τ' ανθρώπινα,  της νόησης διαβατερά,  τ' αχνάρια.
        Σκασμένο από της ερημιάς,  του Γαλαξία το ανήλεο αξίνι...
        Και ανασέρνω απ' τ' άπατο σεντούκι των θαμάτων,  εγώ,  μικρός πραματευτής...
        Το φλογερό ξεγέννημα,  του Προμηθέα της σκλάβας...
        Που σκλάβωσε τον Άνθρωπο και λεύτερη λικνιέται στον αιθέρα.
460. Χαρίζοντας του ζεστασιά, τρόπους και χαρακτήρα.
        Είν' η φωτιά,  τ' ανίκητο στοιχειό της αφροσύνης,
        Είν' η φωτιά,  της σύνεσης, θηκαρωμένο ξίφος,
        Είν' η φωτιά,  συντρόφισσα,  οχτρός,  χαδιάρα ερωμένη,
        Είν' η φωτιά,  τ' ανθρώπινου γένους η εκδικήτρα,
        Είν' η φωτιά,  λαχταριστή στον έρημο πλανήτη παρουσία...
        Ο πορφυρός,  βελούδινος,  λιοπύρωτος μακροχιτώνας,
        Το πρωτογγόνι των θεών,   η κόρη των Τριβόλων...
        Το στερνοπαίδι της καρδιάς,   το φυσερό της σκέψης...
        Κι όπως της γης,   της γόνιμης,    τ' αγνό ξεφυταρούδι,
470. Που ξεκινά απ' ανάμεσο, στο δουλεμένο χώμα το κεφάλι,
        Αργορουφώντας τη ζωή,  που φέρνει του τ' αγέρι..
        Και το θαυμάζει ο αθάνατος,  θύτης της θείας γης του,
        Στης πάλης της ατέρμονης,  του Χάρου κοντανάσα.
        Ο Νικητής, ο Ακόπιαστος, της γης ο Πρωταφέντης.
        Έτσι κι ο Άντρας τη θωριά,  ρίχτει στα πόδια μπρος του
        Κι από τα στήθια πορπατεί,  λαχταριστή ευτυχία:

        "Έχω φωτιά" !   Κι ο Αίολος, με χάδια την αντρειώνει...
        Καφτό κυλάει απ' το κορμί, του Άντρα το δρωτάρι.
        Χαλκογυαλίζει ο γίγαντας,  ο Δαμαστής,  τη δαμασμένη τίγρισσα γροικά..
480. Το γλωσσοπύρινο θεριό, που γλύφει του τα πόδια.
        Κι αν η αλήθεια τούτη  δω,  δεν φέρνει πλησμονή στο νου,
        Φωτιά ο Νους ο ανθρώπινος !     Άλλες φωτιές ας φέρει...
        Αδάμαστες κι ατίθασσες,   κόρες των ιδεών του...


"Από το βιβλίο "Η Λεζάντα της Ζωής"  μία έμμετρη καταγραφή της φαντασίας για την "Δημιουργία"  του Β. Ι. Βερνάρδου, το έργο δεν έχει εκδοθεί. 


  Scholeio.com 

Κοσμογονία 4ο, Το νερό


  ΤΟ ΝΕΡΟ   (πράξη 4η)
        Φύση αφέντρα ! Μήτρα εσύ και πλαστουργέ των άχραντων στοιχείων !
        Μεγαλουργέ παράδεισε !   Αδήλωτων ρυθμών, των θαυμαστών γεννήτρα !
        Κονίστρα γλυκοπότιστη,  απ' των αρχέγονων κορμιών καφτό δρωτάρι !
        Να δώστε τώρα προσοχή, πώς κύλησε της Φύσης πρωτοδάκρυο,
270. Σαν τ' ουρανού η θολωτή ασπίδα, η αυταπάτη, αρχίνισε να χύνει το νερό...
        Σ' εκείνο τον απόμακρο, της εξορίας πλανήτη:

        Μεσουρανίς αιωρούντανε, ο πυρωτός δισκοφονιάς,  ο ζωοδότης,
        Οι φλογερές του σαϊτιές, καρφώναν τους λιθίτες κι όλα τους λαρωμένα
        Στο έξω της βραχοσπηλιάς, ο Άντρας κουρνιστός την κεφαλή κρατούσε,
        Σε μιας παλάμης αγκαλιά...  Μάχονταν να τρυγήσει ψίχουλα...
        Από το νου συλλογισμούς,  σκέψεις και μνήμες θολωμένες...
        Ηλιόπικρες, ηλιόρωγες, λιομαζωχτές...  Ξερολιθιά του νου το πατητήρι...
        Στην ακοή του σήμαντρα ρημοναού σιγούσαν...  βωμοί απλανείς...
        Κουφάρια σκωληκόμβρωτα,  της έμπνευσης οι ποθητές εξάρσεις...
280. Εξόριστος στις σάρκας του τις τρεις θνητές διαστάσεις...
        Η τέταρτη θεοφωλιά ! Ταμπού της γνώσης νοηφόρο !
        Τ' ασήκωτο και τ' άπιαστο βαρύ φορτίο !  Ψυχοπηγή και ψυχομήτρα !
        Οι Κύριοι, της τέταρτης, της ψυχομάνας διάστασης τη γνώση,  εστερήσαν...
        Στων φοβερών Κυρίων τη βουλή, εράγισε του η μνήμη...
        Ρακοσυλλέκτης υπερτόνων...  Της σάρκας υπηρέτης ταπεινός...  Ο Άνθρωπος...
        Κι ως κάθουνταν, ανήμπορος του πνεύματος να ξεδιαλύνει το βουρκάρι,
        Των κυττάρων το λήθαργο, με σπίθα φλογερή να πυρπολήσει...
        Άξαφνα !   Στο κλείσε - άνοιξε, των δυο ματιών του των φτερουγιστών,
        Οι όψεις του οι δίδυμες θολώνουν !   Βουρκών' η μαύρη του ερημιά !
290. Στην ακριβή κασέλα του που κρύβονταν της όρασης οι θησαυροί,
        Στριμώχνεται και χειμμαροβροντά καφτό μαργαριτάρι δάκρυο...
        Στην ύστατή του, υπέροχη αιώρηση, αγωνία...
        Φαντάζει μεγαλόπρεπο, της αθρωπιάς το σκήπτρο,
        Πέφτει,  σωριάζεται στη γης,  θραύεται και σκορπίζει...
        Το δάκρυ τούτο,  άφθογγη κραυγή απόγνωσής του...
        Η ώρα  'κείνη σφράγισε,  τον πρωτανασεμό του χρόνου.
        Όπως με τη βουκέντρα του,  ο άγριος ταυραφέντης
        Το εβένινο γυαλιστερό,  κεντρίζει το πετσί, το χαρακώνει,
        Και στ' άνοιγμα της χαρακιάς αιμάτινο ρυάκι αναβλύζει,
300. Μουγκρίζει ο ταύρος, και το υνί μπήγει στης γης τη μήτρα...
        Αίμα...  Το χώμα γένεται παχύ κι ο θερισμός θα φέρει χαμογέλιο...
        Στάρι πρωτογεννήτικο,  άρτο ζωής,  πικρόχαρο σπαρμένο ανηφόρι...
        Έτσι το δάκρυ σπάζοντας,  της ξέρικης της μάνας κοίλο στέρνο,
        Χαράκωσε...   Το ξέσκισε βαθιά...  Σφηνώθηκε μες στην κοιλιά...
        Φιδοσουρίζει η πλαγιά !  Παίρνει το κατηφόρι !
        Θεριό θαρρείς, που αγκομαχά, να σκόσει τις μεμβράνες !
        Να τιναχτεί, να πεταχτεί, τη γης να κατακλύσει !
        Η χαρακιά ξεμάκρυνε, σε κεραυνού πορεία τρελαμένη !
        Κι   Άνθρωπος εθάμαζε,  αμίλητος επάνω απ' τη σπηλιά...
310. Κάτω, αντίκρυ σαν έφτασε,  στης αχνιστής πεδιάδας την αγκάλη,
        Ζωγράφισε το ασύλληπτο,  το κυκλογύρισμά του...
        Σπείρα ζωής, για θάνατου,  οι μαγικοί της οι κύκλοι...
       "Τώρα" !    Η λέξη μπήχτηκε στ' ανθρώπου τα μηλίγγια
        Κι ως έσφιγγε των κρόταφων τις αλγοφόρες άκρες
        Κι ως μια κραυγή ανημποριάς, το φράγμα των δοντιών να θραύσει,
        Το σπείραμ' ανυψώθηκε...   Αργής μεγαλωσύνης πιρουέττα...
        Χορευτικά  λικνίζοντας,  το μουσκεμένο το κορμί,  το δακρυγεννημένο,
        Υψώθηκε !  Ενώθηκε με τ' ουρανού την πλαστουργή  αγκάλη !
        Ένωση  θεία !    Εκείν' η ώρα ήτανε, των υπερμάχων Κύριων ο μυστικός
        ο δείπνος...
320. Εφτάφωτος ! Εφτάχρωμος !   Εφτά πορείες στ' άπειρο !  Εφτά υπερβασίες !
        Εφτά φορές βροντήσανε οι απόκοσμος φωνές !    Στην έβδομη εφάνη...
        Το υγρό, πρωτοφανέρωτο στη γης,  μαργαριτάρι !
        Η πρώτη,  βλόγησε του Άντρα το κεφάλι !
        Κατρακυλά η δεύτερη μες στων ματιών τα σπήλια !
        Η τρίτη εφυτεύθηκε στου θώρακα το εύρος...
        Κι ήρθανε κι άλλες...    Οι σταλαματιές, πρωτόδωρο  Κυρίων...
        Κι ορθάνοιξε η μάνα γης τον διψασμένο κόλπο,  ασήκωσε τα στήθια της
        Και ρούφηξε το υγρό στοιχειό, στου έρωτα το απύθμενο γιορτάσι...
        Νερό !  Σκέψεις υγρές ν' αργοκυλούν, δρωτάρι, του μυαλού το κόπι...
330. Όπως το σούρουπο γερνά, με μουλιασμένα μούσκουλα ξωμάχος,
        Απ' το αντιπάλεμα του νου,  με τα στεγνά λιθάρια τ' άγριου κάμπου,
        Κι αποζητάει της κυράς,  φαΐ και βλέμμα και κορμί,  λίγο να ξαποστάσει...
        Έτσι κι ο Άντρας - κυνηγός,  το υγρό καλούδι δέχεται όξ' απ' το μαύρο σπήλιο...
        Πήρε τ' απομεσήμερο,  εμάτωσε της δύσης το ατλάζινο σεντόνι τ' απαλό,
        Κι ολόθρο τον αγκάλιασε, με ανοιχτά, σε προσευκή τα χέρια....
        Στο φρύδι πάνω του βουνού,  τα πόδια σιδεροσφυριά, σφιχτά και γαντζωμένα,
        Να γεύεται αχόρταγα, ο ξαναγεννημένος...
        Κι η πεδιάδ' αντίκρυ του νεροπλημμύρα...  Ουσία !...

       Τον είχανε γι Αφέντη τους κι ήταν της γης ο Ρήγας ο μοναχογιός...
340. 'Πο δίπλα θηρία πιο πίσω τα ζούδια, και μπρος του η άδηλη μοίρα,
        Περήφανο βλέμμα, περήφανο βήμα, νερό να γυαλίζει στη φούχτα,
        Νερό μες στ' αυλάκια,  νερό στους χειμάρρους,  ποτάμια και λίμνες νερό,
        Νερό απ' ολούθε,  της δίψα το φίλτρο,  ο χτύπος καρδιάς οδηγήτρας,
        Νερό βλογημένο,  μιας κάθαρσης θείας το πρώτο και ύστερο πιόμα.
        Νερό να κυλάει μαζί με το αίμα,  λευκές απαλάμες, αγνές...
        Τα κύτταρα τη γης,  τα νεκρωμένα,  ρουφήξανε τη θεϊκιά τροφή,
        Χωρίστηκαν πυρήνες ζωοδότες κι αναδιπλώθηκαν οι μυστικές ζωές,
        Ξυπνήσανε οι μνήμες ζωηφόρες,  εκείνων των αρχέγονων παλμών...
        Στων ύπερων το κάλεσμα,  το λάγνο,  απόκριση οι στήμονες εδώσαν...
350. Ορθάνοιξαν οι μύριες πύλες της μητέρας...   Ποια έξαρση !   Τι ρίγος !
        Και βλάστησεν ο αχόρταστος,  ο τόπος εξορίας...
        Και ήταν εκείνος  Άρχοντας...  Ο Αφέντης...
        Σκυμμένος σε μιας λίμνης τον κρυστάλλινο, τον άσπαστο, κατρέφτη,
        Το αντρίκιο βλέμμα, τη ματιά του την αντρίκια, χαιρετίζει...
        Στης όψης τον κυματισμό,  φευγάτες μνήμες κυματίζουν...
        Λες και χορεύουν  'κει,  ομπρός,  κάποια νερά δροσάτα....
        Που μουρμουρίζανε στροφές,  τραγούδαγαν τραγούδια...
        Και  'κείνος να ευφραίνεται,  ν' ακούει,  να σκιρτάει...
        Πότ' ήτανε ;  Πότ'  έγινε ;  Γιατί σκοτάδ'  η μνήμη ;

        Στοχάει πέρα, μακριά... Τα γκρίζα μάτια του τη λίμνη αγκαλιάζουν.
        Αδόκητα κι αθέλητα,  ο φραγμός, στα δόντια μισανοίγει,
        Ως μισανοίγει ο νεοσσός,  για να γευτεί τ' αγέρα τ' αργοχάδι...
        Να κρώξει βούληση ζωής,  ν' απλώσει έφηβα φτερά τ' αψήλου...
        Κελαρυστά κάποια φωνή, την προσταγή του φθέγγει....
        Και όσοι αφουγκράζονται τη σκέψη του Αφέντη
        Που από τα χείλια του γλυστρά, πρωτάρης καταρράχτης:
        "Εχω νερό !....


"Από το βιβλίο "Η Λεζάντα της Ζωής"  μία έμμετρη καταγραφή της φαντασίας για την "Δημιουργία"  του Β. Ι. Βερνάρδου, το έργο δεν έχει εκδοθεί.  



  Scholeio.com 

Κοσμογονία 3ο, Μόνος



        ΜΟΝΟΣ  (πράξη 3η)

        Κρυμμένος στην ολόγυμνη σπηλιά από γρανίτη,
        Ολόγυρα του κόκκαλα λευκά, της πείνας ευωχίες να θυμίζουν,
        Αγρίμι - άρχοντας, ο πιο γερός ανάμεσο στ' αγρίμια,
        Τη μήτρα - σκέψη ακόνιζε, του Νου δυνάμωνε την ικανότη...
        Και χτίζει το συλλογισμό, τι θέλει, τι του αρμόζει,
        Κουράστηκε στο χόρτασμα της δίψας του με το αίμα...
        Νιώθει το χάδι παγωνιάς..  Τι να προσφέρει τ' αγριμιού, το ξερικό τομάρι...
        Τον ύπνο του ετράνταζαν, γυμνές, αλλόκοτες μορφές, ονειρογεννημένες...
        Πλάσματα με κορμί λευκό, μαλλιά μαυρομετάξινα, ριγμένα ως τα λαγόνια...

Κοσμογονία 2ο, Πριν




       ΠΡΙΝ ...   (πράξη 2η)

       Ζυμάρι άπλαστο, βαρύ, κι η ζύμη του ανύπαρχτη, αβάσταχτη κενότη...
40.  Χάος το λέγαν οι παλιοί, άβησσο κάποιοι άλλοι, για να του δώσουν ορμηνειά.
       Το εχρειάζουνταν μαθές οι μυαλωμένοι τότε, να λεν να τους πιστεύουνε
       Η απλοϊκή πλεμπάγια, νάχουνε να θαρρεύουνε μόνοι δεν ήταν τάχα...
       Μα...  πως από το τίποτα βουλήθηκε μια ιδέα,  που "νοητόνιο"  τη λεν
       Βουλήθηκε ξεκίνημα να δώσει στη μαυρίλα, να φτιάνει τόσα θαυμαστά...
       ...  Είναι άλλη ιστορία...  Και όρκο παίρνω να την πω σαν το θελήσ' ο χρόνος...
       Προς τώρα έχω να ειπώ, για όταν γαλαξίες σκορπίσανε αμέτρητοι,
       Γιόμισε το καλάθι... Κι ατέρμονες των αστεριών οι κύκλοι εχόρευαν
       Κι η αρμονία μαεστρικά κράταγε τη μπαγκέτα... Θεία κι ουράνια μουσική !
       Τ' αστέρια να τρυγάνε, να βράζει ο μούστος της ζωής, κάθ' άστρο και βαρέλι...

Κοσμογονία 1ο, Το κάλεσμα


      ΤΟ ΚΑΛΕΣΜΑ    (πράξη 1η)

1.   Ξυπνώ.... Οσμίζομαι και γεύομαι, αγγίζω, ακούω, βλέπω....
      Πάλι και πάλι οι αίστησες από το γέρικο σκαρί μ' αρπάνε
      Με τραντάχνουνε ! Στο γράπωμα της καφτερής λαβίδας θα στενάξω.
      Θ' ανακορμίσει πάλι.  Να ! Ο σκιερός μου εαυτός, αφέντης, νομοδότης,
      Το αχθοφόρο μου σαρκί ζωντάνια θα το ντύσει, σαράντα ζώντες σ' ατσαλιού,
      Ως αφουγκράστηκε τους νιούς, τις νιές, τους ποταμίσιους δρόμους,
      Ως βρήκε τον η ανάσα τους στο γκριζωπό της γνώσης μεταύπνι,
      Είχ' αποκάμει ο αλύγιστος, ο συμμαζώχτης των καρπών, ταξιδευτής,
      Που ατλάζια νιάτα μάζωχνε, με τις σμαράγδινες λαλιές σιμά του.
      Φώτα του Νου ! Αδάμαστε, ανεμοσβουριχτές ανάσες των αλκίμων,
      Κείνης της ύστερης σποράς πούβγαζ' ακόμα τους ανθούς απ' τους κρατήρες...
12.  Κι εξύπνησα !  Κι είναι, θαρρώ, καιρός τις στάχτες ν' αναδέψω,
       Το βλέμμα μου, το φυσερό, 'πά σε καμένες θύμισες να καρφωθεί.
       Λεπίδι ατσάλινο, δαμασκηνό, του χρόνου τον κυκλοθυμό να κομματιάσει,
       Δούλος του, υποταχτικός στης βούλησης μου τη ροή για να γενεί εκείνος.
       Και ν' αρχινέψω το παλιό τρανό, να ξετυλίγω το ανάγλυφο κουβάρι,
       Κείνο που τυλιγότανε σαν σκάλιζαν τα θάματα της φύσης οι οδηγέτες.
       Μαζί μ' αυτούς ! Τους υφαντές του σήμερα, τις λαμπερές υφάντρες,
       Να μάθουνε.... Το πνέμα τους διαφεντευτής, κουμάντο, τιμονιέρης,
       Ανάμεσο στα ξέξασπρα, στον άνοα τον κόσμο μας που κείτονται κουφάρια...
       Ανόητοι και βλάστημοι...  Βλαστήμησαν του σύμπαντος το ατέρμονο μπουρίνι,
       Θαρρώντας πως της κοσμικής, της μήτρας είν' μοναχοπαίδια...
       Θερίζουν ζιζανοσπορές, μασούν ψωμιά μιας μουχλιασμένης γλώσσας...

24.  Ελάτ' εδώ, να σας ιδώ, να φωτιστούν τα πρόσωπα στις φλόγες
       Απίκο οι πέντε αίστησες κι οι άλλες ν' ακλουθάνε. Απίκο !
       Να διηγηθώ σας τον παλιό, τον σκουριασμένο θρύλο,
       Τραγούδι όξω από γραφές, στο μνημοσέντουκο του κόσμου φυλαγμένο,
       Μικρή, ακριβή κληρονομιά που γέροι, των λαών οι στυλοβάτες
       Τρεμουλιαστά τραγούδαγαν ρίχνοντας στ' άστρα προσευκές.
       Και τ' άστρα τους αιώριζαν... Κι ο νους τους χαρμόσυνης κούπα,
       Να πίνω εγώ το ρουφηχτό, της σκέψης μου ανάταση, χυμό...
       Για το νερό, τρεχούμενο στοιχειό, Φωτιά, τη ζωοδότρα μάνα...
       Για τη Γυναίκα την τρανή, που η σκέψη της πολύμορφη εικόνα...
       Λες και παλεύεις για να βρεις το έβγα χίλιων λαβυρίνθων
       Φωτιά ! Γυναίκα ! Και νερό ! Το τρίδωρο τ' ατίμητο του Άντρα πανωπροίκι.
       Σα βρέθηκ' ο αρσενικός, μοναχικός κοσμοφρουρός σ' εκείνο τον πλανήτη,
       Δώρα που κάποιοι στέρξανε να δώσουνε, να τάχει...
       Όταν, απόβλητος αυτός, καινούργια φύτρα έμπηξε σε 'κείνο τον πλανήτη...


"Από το βιβλίο "Η Λεζάντα της Ζωής"  μία έμμετρη καταγραφή της φαντασίας για την "Δημιουργία"  του Β. Ι. Βερνάρδου, το έργο δεν έχει εκδοθεί.  


  Scholeio.com 

Γκράς, Η ντροπή της Ευρώπης



«Η Ντροπή της Ευρώπης»

Γκύντερ Γκρας  

   Στο χάος κοντά, γιατί δεν συμμορφώθηκε στις αγορές·  
κι Εσύ μακριά από τη Χώρα, που Σου χάρισε το λίκνο.

   Όσα Εσύ με την ψυχή ζήτησες και νόμισες πως βρήκες,  

τώρα θα καταλυθούν, 
και θα εκτιμηθούν σαν σκουριασμένα παλιοσίδερα.

   Σαν οφειλέτης διαπομπευμένος και γυμνός, υποφέρει μια Χώρα·  
κι Εσύ, αντί για το ευχαριστώ που της οφείλεις, 
προσφέρεις λόγια κενά.   

   Καταδικασμένη σε φτώχεια η Χώρα αυτή, 

που ο πλούτος της κοσμεί Μουσεία: η λεία που Εσύ φυλάττεις.

   Αυτοί που με τη δύναμη των όπλων 

είχαν επιτεθεί στη Χώρα την ευλογημένη με νησιά,
στον στρατιωτικό τους σάκο κουβαλούσαν τον Χέλντερλιν.   
Ελάχιστα αποδεκτή Χώρα, 
όμως οι πραξικοπηματίες της, κάποτε,  από Εσένα, 
ως σύμμαχοι έγιναν αποδεκτοί.

   Χώρα χωρίς δικαιώματα, 

που η ισχυρογνώμονη εξουσία  
ολοένα και περισσότερο της σφίγγει το ζωνάρι.   
Σ' Εσένα αντιστέκεται φορώντας μαύρα η Αντιγόνη,  
και σ' όλη τη Χώρα πένθος ντύνεται ο λαός, 
που Εσένα φιλοξένησε.

   Όμως, έξω από τη Χώρα, 

του Κροίσου οι ακόλουθοι και οι όμοιοί του 
όλα όσα έχουν τη λάμψη του χρυσού 
στοιβάζουν στο δικό Σου θησαυροφυλάκιο.

   Πιες επιτέλους, πιες!  

κραυγάζουν οι εγκάθετοι των Επιτρόπων· 
όμως ο Σωκράτης, με οργή Σου επιστρέφει το κύπελλο 
γεμάτο ώς επάνω.

   Θα καταραστούν εν χορώ, 

ό,τι είναι δικό Σου οι θεοί, 
που τον Όλυμπό τους η δική Σου θέληση 
ζητάει ν' απαλλοτριώσει.

   Στερημένη από πνεύμα, 

Εσύ θα φθαρείς χωρίς τη Χώρα,  
που το πνεύμα της, 
Εσένα, Ευρώπη, εδημιούργησε.

 (Μετάφραση: Πατρίτσια Αδαμοπούλου)
________________________________

* Με ποίηµα που τιτλοφορεί «Η ντροπή της Ευρώπης» επέλεξε να παρέµβει ο Γερµανός νοµπελίστας συγγραφέας Γκύντερ Γκρας στη συζήτηση γύρω από την Ελλάδα και την στάση που τηρεί απέναντί της  η Ευρώπη.  
   Η Ευρώπη, γράφει ο Γκρας, βάζει την Ελλάδα, «την χώρα που της δάνεισε το λίκνο»,  στο χείλος του γκρεµού. 

Το ποίηµα δηµοσιεύτηκε στην Süddeutsche Zeitung.

Η Frankfurter Allgemeine Zeitung,  υποστήριξε ότι ο νομπελίστας δεν έγραψε ποτέ αυτό το ποίημα, και στην πραγματικότητα επρόκειτο για φάρσα του περιοδικού Titanic.

Ο Γκίντερ Γκρας διάβασε στο κρατικό ραδιόφωνο της Βρέμης, στίχους από το ποίημα δίνοντας ουσιαστικά την απάντησή του στην Frankfurter Allgemeine Zeitung.

"Εγώ είμαι ο συντάκτης αυτού του ποιήματος. Το κακόβουλο δημοσίευμα της Frankfurter Allgemeine Zeitung δείχνει το χαμηλό επίπεδο αυτής της εφημερίδας" 

είπε ο νομπελίστας".


Στο ποίημά του ο Γκίντερ Γκρας κατηγορεί την Ευρώπη για τη στάση της απέναντι στην Ελλάδα, που δοκιμάζεται σκληρά, λόγω της οικονομικής κρίσης.Χρησιμοποιώντας τη φόρμα αρχαιοελληνικής ωδής, ο νομπελίστας απευθύνεται στην Ευρώπη και την προειδοποιεί ότι κινδυνεύει με πνευματική πενία αν αποπέμψει από τις αγκάλες της τη χώρα που τη δημιούργησε.

Με αναφορές στην Ιφιγένεια εν Ταύροις του Γκαίτε, τον μύθο της Αντιγόνης και το έργο
του φιλέλληνα Γερμανού λυρικού ποιητή Χέλντερλιν ο Γκρας διατρέχει την ελληνική Ιστορία, από την αρχαιότητα ώς τη χούντα των συνταγματαρχών.

Καταλήγει δε με την απειλή ότι:


"Η  απληστία των τραπεζών, των επιτρόπων και των εγκαθέτων τους θα προκαλέσει

τη μήνη των ίδιων των θεών.  Δίχως την Ελλάδα η Ευρώπη θα είναι φτωχότερη, μία ήπειρος φθαρμένη και στερημένη από οποιαδήποτε πνευματικότητα.
________________________________________

*Ο Γκύντερ Γκρας είναι ένας από τους σημαντικότερους μεταπολεμικούς  Γερμανούς  συγγραφείς ο οποίος βραβεύτηκε το 1999 με το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Εκτός από τα μυθιστορήματα με τα οποία έγινε γνωστός σε ολόκληρο τον κόσμο,  έγραψε θεατρικά έργα και ασχολήθηκε με την ποίηση.  Συγχρόνως είχε έντονη ανάμειξη στην πολιτική ζωή της Γερμανίας.


Scholeio.com

Ελύτης, Ο Πνευματικός Άνθρωπος Βλέπει το Σύνολο της Πατρίδας



Ουρανός και τότε, ουρανός και τώρα...

  «Αγαπητοί φίλοι, Περίμενα πρώτα να τελειώσουν οι επίσημες γιορτές που προβλέπει η "Έβδομάδα Νόμπελ" και ύστερα να 'ρθω σ' επαφή μαζί σας. Το έκανα γιατί ήθελα να νιώθω ξένοιαστος και ξεκούραστος. Ξεκούραστος βέβαια δεν είμαι.
   Χρειάστηκε να βάλω τα δυνατά μου για να τα βγάλω πέρα με τις απαιτήσεις της δημοσιότητας, τις συνεντεύξεις και τις τηλεοράσεις.   Αλλά ένιωθα κάθε στιγμή ότι δεν εκπροσωπούσα το ταπεινό μου άτομο αλλά ολόκληρη τη χώρα μου. 

   Κι έπρεπε να την βγάλω ασπροπρόσωπη. Δεν ξέρω αν το κατάφερα.   Δεν είμαι καμωμένος για τέτοια. Για τιμές και για δόξες.   Τη ζωή μου την πέρασα κλεισμένος μέσα σε 50 τετραγωνικά (μέτρα), παλεύοντας  με τη γλώσσα.
Επειδή αυτό είναι στο βάθος ή ποίηση: μια πάλη συνεχής με τη γλώσσα.
Τη γλώσσα την ελληνική που είναι η πιο παλιά και η πιο πλούσια γλώσσα του κόσμο.


   Ό,τι και να πει ένας ποιητής, μικρό ή μεγάλο, σημαντικό ή ασήμαντο, δεν φέρνει αποτέλεσμα, θέλω να πω δεν γίνεται ποίηση αν δεν περάσει από την κρησάρα της
γλώσσας, αν δεν φτάσει στην όσο γίνεται πιο τέλεια έκφραση.


   Ακόμα και οι πιο μεγάλες ιδέες, οι πιο ευγενικές, οι πιο επαναστατικές, παραμένουν σκέτα άρθρα εάν δεν καταφέρει ο τεχνίτης να ταιριάσει  σωστά τα λόγια του.


   Μόνον τότε μπορεί ένας στίχος να φτάσει στα χείλια των πολλών, να γίνει κτήμα τους.
Μόνον τότε μπορεί να 'ρθει και ο συνθέτης να βάλει μουσική, να γίνουν οι στίχοι τραγούδι.

   Και για ένα τραγούδι ζούμε, στο βάθος, όλοι μας. Το τραγούδι που λέει  τους καημούς και τους πόθους του καθενός μας.  Πόσο είναι αλήθεια ότι το μεγαλείο και η ταπεινοσύνη πάνε μαζί, ταιριάζουν.

   Ταπεινά εργάστηκα σ´όλη μου τη ζωή. Και η μόνη ανταμοιβή που γνώρισα πριν από τη σημερινή, ήταν ν' ακούσω τους συμπατριώτες μου να με τραγουδούν.


   Να τραγουδούν το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ που μου χρειάστηκε τεσσάρων χρόνων μοναξιά και αδιάπτωτη προσπάθεια, για να το τελειώσω.  Δεν το λέω για να περηφανευτώ.
Δεν έρχομαι σήμερα για να σας κάνω τον σπουδαίο.  Κανείς δεν είναι σπουδαίος από εμάς.
Από εμάς, άλλος κάνει τη δουλειά του σωστά κι άλλος δεν την κάνει. 


   Αυτό είναι όλο. Όμως θέλω να μάθετε, όπως το έμαθα κι εγώ στα 68 μου χρόνια:
Μόνον αν κάνεις σωστά τη δουλειά σου, ο κόπος δεν θα πάει χαμένος.


   Ξέρω, μαντεύω, ότι πολλοί από εσάς περίμεναν άλλα πράγματα από εμένα. 



   Τους ζητώ συγγνώμην που δεν θα τους ικανοποιήσω. 

Αν είχα το ταλέντο του ομιλητή, του δάσκαλου, του ηγέτη, θα είχα ίσως αφιερωθεί στην πολιτική. 

   Τώρα δεν είμαι παρά ένας γραφιάς 

που πιστεύει σε ορισμένα πράγματα.
Κι αυτά τα πράγματα θέλει να τα 
γνωρίσει και στους άλλους, να τα βγάλει από μέσα του, να τα κάνει έργο.

Εμένα μου έλαχε ν' αγαπήσω τον τόπο μου όπως τον αγαπάτε κι εσείς.

   Να τι είναι που μας ενώνει απόψε όλους εδώ πέρα. 

Η αγάπη μας για την Ελλάδα. Βέβαια, υπάρχουν πολλοί τρόποι ν' αγαπά ένας λαός τη χώρα του. 

   Αλλά για τον ποιητή, πιστεύω, υπάρχει μόνον ένας: ν' ανήκει σ' ολόκληρο το λαό του.
Πάνω από τις διαιρέσεις και τις διχόνοιες, ο ποιητής να στέκει και ν' αγαπά όλον τον
λαό του, ν' ανήκει, το ξαναλέω, σ' όλο τον λαό του. Δεν γίνεται αλλιώς. 


Η πατρίδα είναι μία. Ο καθένας στον τομέα του ας έρθει και ας κάνει κάτι, όπως αυτός το
νομίζει καλύτερα. 


   Όμως ο πνευματικός άνθρωπος βλέπει το σύνολο. Θέλω να πιστεύω πως ίσως κι ο ξενιτεμένος  το ίδιο.  Για εμάς η Ελλάδα είναι αυτές οι στεριές οι καμένες στον ήλιο κι αυτά τα γαλάζια πέλαγα με τους αφρούς των κυμάτων. 

   Είναι οι μελαχρινές ή καστανόξανθες κοπέλλες, είναι τ' άσπρα σπιτάκια τ' ασβεστωμένα και τα ταβερνάκια και τα τραγούδια τις νύχτες με το φεγγάρι πλάι στην ακροθαλασσιά ή κάτω από κάποιο πλατάνι.


   Είναι οι πατεράδες μας κι οι παππούδες μας με το τουφέκι στο χέρι, αυτοί που  λευτερώσανε  την πατρίδα μας και πιο πίσω, πιο παλιά, όλοι μας οι πρόγονοι που κι αυτοί ένα μονάχα είχανε στο νου τους -όπως κι εμείς σήμερα: 

   Τον αγώνα για τη λευτεριά. Είπε ένας Γάλλος ποιητής, ο Ρεμπώ, πως η πράξη για τον ποιητή είναι ο λόγος του. Κι είχε δίκιο.

Αυτό έκανε ο Σολωμός, που για να γράψει το αθάνατο ποίημα του "'Ελεύθεροι Πολιορκημένοι",  έσωσε και παράδωσε στη φυλετική μας μνήμη το Μεσολόγγι και τους αγώνες του.  Αυτό έκαναν ο Παλαμάς, ο Σικελιανός, ο Σεφέρης. 

   Στα φτωχά μου μέτρα το ίδιο πάσχισα να κάνω κι εγώ.  Πάσχισα να κλείσω μέσα στην ψυχή μου, την ψυχή όλου του ελληνικού λαού.  Να δω πόσο μοιάζανε όλοι οι αγώνες του, από την αρχαία εποχή ίσαμε σήμερα, για το δίκηo και για τη λευτεριά. 


   Κι αυτό θα κάνω όσα χρόνια μου δώσει ο Θεός να ζήσω. Αυτή είναι η πράξη μου.
Και το γεγονός ότι έφτασαν να την αναγνωρίσουν οι ξένοι, είναι μια νίκη.  Όχι δική μου νίκη. Δική σας. 


   Γι' αυτό σας ευχαριστώ. Κι αν μου το συγχωρείτε να σας δώσω μια γνώμη - ακούστε την:

Όσο καλά κι αν ζείτε σ' αυτή τη φιλόξενη, την ευγενική χώρα, όσο κι αν νιώθετε καλά
και στεριώνετε, και κάνετε οικογένεια - μην ξεχνάτε την πατρίδα μας, και προ παντός, 

τη γλώσσα μας.   Πρέπει να 'σαστε περήφανοι, να 'μαστε όλοι περήφανοι, εμείς και τα παιδιά μας για τη    γ λ ώ σ σ α  μ ας.

   Είμαστε οι μόνοι σ' ολόκληρη την Ευρώπη που έχουμε το προνόμιο να λέμε τον ουρανό "ουρανό" και τη θάλασσα "θάλασσα" όπως την έλεγαν ο Όμηρος και ο Πλάτωνας πριν δυόμισι χιλιάδες χρόνια.  Δεν είναι λίγο αυτό.


Η γλώσσα δεν είναι μόνον ένα μέσον επικοινωνίας.
Κουβαλάει την ψυχή του λαού μας κι όλη του την ιστορία και όλη του την ευγένεια.  


   Χαίρομαι κι αυτή τη στιγμή που σας μιλάω σ' αυτή τη γλώσσα και σας χαιρετώ,
σας αποχαιρετώ μάλλον, αφού η στιγμή έφτασε να φύγω. 


Όμως ένα κομμάτι της ψυχής μου σας το αφήνω μαζί μ' ένα μεγάλο ευχαριστώ που με ακούσατε.   


   Μακάρι να μπορούσε να σας μείνει, να το κρατήσετε, σαν ένα μικρό φυλαχτό από την πατρίδα»
______________________________________________________ Οδυσσέας Ελύτης

Αυτοί είναι οι δικοί μας άνθρωποι... Έτσι μιλούν οι δικοί μας άνθρωποι.....
Έτσι ζουν οι δικοί μας άνθρωποι..... Είμαστε πολύ τυχεροί που έχουμε 

τους δικούς μας ανθρώπους....  
Σ' ευχαριστώ πολύ φίλε μου για το "ακριβό" σου δώρο....
__________________________________________________________________


*  Ανέκδοτο κείμενο του Οδυσσέα Ελύτη, από ομιλία του στη Στοκχόλμη τον Νοέμβριο του 1979, ακριβώς μετά την τελετή απονομής του βραβείου Νόμπελ της Σουηδικής Ακαδημίας για το έργο του.  Tο κείμενο δημοσιεύθηκε το 2011 απο το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων, με αφορμή την ολοκλήρωση του εορτασμού των 100 χρόνων απο τη γέννησή του μεγάλου αυτού Ποιητή και Έλληνα.



Scholeio.com

Γνώση περί μέτρου, ρήσεις




Γνώση περί Μέτρου 

. Ανίη και πολύς ύπνος   -η υπερβολική ανάπαυση καταντά ανία    Όμηρος

. Η επιτυχία συνοδεύει την υπερβολή και όχι την μετριοπάθεια   Οσ. Ουάϊλντ 

. Η πολλή λογική ίσως οδηγεί στην τρέλα και το πιο τρελό είναι να βλέπεις τη ζωή όπως είναι κι όχι όπως θα'πρεπε να είναι   Θερβάντες

. Η υπερβολή και της πιο αθώας ευχαρίστησης, είναι εγκληματική   Αρχύτας 

. Η υπερβολή της αυστηρότητας γεννά το μίσος, η υπερβολή της επιείκειας αδυνατίζει την
 εξουσία  Σααντί 

Επίκουρος, Ο κόσμος δεν δημιουργήθηκε από θεία παρέμβαση.




Επίκουρος

* Τίποτα δεν δημιουργείται ποτέ από το τίποτα.

* Ο κόσμος δεν δημιουργήθηκε από θεία παρέμβαση.

* Ακόμα και αν υπάρχουν θεοί, αυτοί δεν επιδρούν στο φυσικό κόσμο.

* Η ύλη δεν καταστρέφεται σε τίποτα.