
Μια ημέρα, ένας άντρας κάθισε και παρακολουθούσε την πεταλούδα για ώρες
καθώς πάλευε για να περάσει το σώμα της
μέσα από την μικρή οπή, ένα μικρό άνοιγμα
που εμφανίστηκε στο κουκούλι που παρακολουθούσε...
Κάποια στιγμή του φάνηκε σαν η πεταλούδα να είχε σταματήσει κάθε προσπάθεια. Έμοιαζε σαν να είχε προχωρήσει όσο μπορούσε και να μην μπορούσε να πάει παραπέρα.
Τότε ο άντρας αποφάσισε να βοηθήσει την πεταλούδα, πήρε ένα ψαλίδι και άνοιξε το κουκούλι.
Η πεταλούδα τότε ξεπρόβαλε εύκολα. Αλλά είχε ένα μαραμένο σώμα και ζαρωμένα φτερά.
Ο άντρας συνέχισε να παρακολουθεί γιατί περίμενε, από στιγμή σε στιγμή, ότι τα φτερά θα άνοιγαν, θα μεγάλωναν και θα επεκτείνονταν, ότι θα ήταν ικανά να στηρίξουν το σώμα της πεταλούδας και ότι θα γίνονταν γερά.
Ο άντρας συνέχισε να παρακολουθεί γιατί περίμενε, από στιγμή σε στιγμή, ότι τα φτερά θα άνοιγαν, θα μεγάλωναν και θα επεκτείνονταν, ότι θα ήταν ικανά να στηρίξουν το σώμα της πεταλούδας και ότι θα γίνονταν γερά.
