Α. Ρεμπώ, "Εν αγνοία του μεγαλοφυής"



Ζαν-Νικολά-Αρτύρ Ρεμπώ


του Οδυσσέα Ελύτη
     Να μιλήσεις για τον Ρεμπώ σήμερα είναι αναίδεια. Θα την ενασκήσω ανερυθρίαστα.  Δε χρειάζεται να 'σαι σοφός για να φέρεις λουλούδια στον τάφο ενός σοφού. Πόσο μάλλον όταν, κοντά στις γλαδιόλες και στις ντάλιες που αφθονούν, αισθάνεσαι την ανάγκη να υπάρχουν και μερικές ανεμώνες. Οι ωραιοπαθείς παρομοιώσεις, προκειμένου για τον Ρεμπώ, έχουν μιαν ομοιοπαθητική θεραπευτική ιδιότητα. 

   Δεκαεννέα χρονών διάβαζα κιόλας το περίφημο βιβλίο του Ζακ Ριβιέ, χωρίς να καταλαβαίνω τίποτε. Όμως όταν τό 'κλεινα κι έσβηνα το φως για να κοιμηθώ, με κυνηγούσανε  μυστηριώδεις φράσεις...

   Όμως. Από τη στιγμή εκείνη όσοι δεν πέρασαν από το δίαυλο μιας αισθαντικότητας, όπως αυτή, απόμειναν κωφάλαλοι. Και φοβούμαι ότι η διάσταση που υπάρχει ανάμεσα στην ποίηση που εκπορεύεται από τις Αγγλοσαξωνικές χώρες και στην άλλη, που μας έρχεται από τις Λατινικές -παρ' όλη την βρετανίζουσα πλευρά του ίδιου του Ρεμπώ και παρ' όλες τις ερωτοτροπίες του Τ.Σ. Έλιοτ με τους Λαφόρζ και Σια - έχει τη ρίζα της εκεί. 

   Στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα. Όπου ελάχιστοι τότε, όλοι τους κατόπιν, διδάχτηκαν από έναν "εν αγνοία του μεγαλοφυή" τη λεγόμενη αλχημεία του λόγου. 
Η λέξη, το ξέρω, παρ' όλο που μας την έσωσε ο ίδιος, εξερεθίζει στις ημέρες μας τη στενοκεφαλιά των ορθολογιστών με τον ίδιο τρόπο που η λέξη "Θεός" ανακόπτει το δρόμο της μπροστά στην κοντομυαλοσύνη των, παλαιού τύπου, επαναστατών.

   Χρειάζεται να καθαρίσει το κεφάλι μας από τις εννοιολογικές διαστρεβλώσεις των καιρών μας για να δούμε πάλι τη ζωή πανοραμικά -και στερεοσκοπικά- ως τ' απώτατα βάθη της, ως τις πιο μακρινές της κορυφογραμμές. 

   Αλλά να τι ήθελα να πω: τη διαφάνεια που μας είναι απαραίτητη για μια τέτοια "πολυδιάστατη όραση", αυτήν είναι που συγκατατέθηκε να μας δώσει ο νεαρός απόφοιτος του Λυκείου της Charleville, προτού μουντζώνει τη φυλή των γραφιάδων και πάει να μονάσει, με τον τρόπο του, στο αιχμηρό Harrar.

   Ποιός μας μίλησε για τη διαφάνεια αυτή, εννοώ την αρετή να βλέπουμε, διαβάζοντας ένα στίχο, ταυτόχρονα όλα τα στρώματα που μας συνθέτουν, μιας που καλά ή κακά ευρέθηκε να 'μαστε πολύπλοκοι;
   Τον είπαν τρελό κι είναι το λιγότερο. Τον είπαν μυστικιστή, νεοχριστιανό, άθρησκο, αντάρτη, ακόμη και οργισμένο ή κομμουνιστή προτού υπάρξουν οι όροι. Τον είπαν δαίμονα ή άγγελο.
Εδώ, σ' αυτό το τελευταίο, αν μπορούσαμε ν' αντικαταστήσουμε το διαζευτικό "ή" μ' ένα σκέτο "και", θ' αρχίζαμε να πλησιάζουμε την αλήθεια. 
- Μα είναι αντιφατικό
- Ε, ακριβώς γι αυτό.

   Η χώρα της Αθωότητας είναι το ίδιο απέραντη, το ίδιο ανεξερεύνητη, όσο και η χώρα του Κακού. Υπερτοποθετημένες ή καλύτερα ενδοτοποθετημένες μέσα μας, στο σημείο που, για την ανθρώπινη ψυχή, σταματά ή σκοπιμότητα και αχρηστεύεται κάθε έννοια συναλλαγής, αναγκαστικά, θα πρέπει σε κάποια ζώνη τους έσχατη και ακραία να συνορεύουν. 

   Αν υπήρχανε τοπογράφοι της ψυχής -τους ποιητές δεν τους πιστεύουμε -θα βλέπαμε ακόμη και με γραμμικά σύμβολα, πόσο εξίσου στοιχίζει να γίνεται το μαύρο άσπρο ή το άσπρο μαύρο, πάντοτε "εις χρέωσιν" του θυμικού μας. 

   Μια μέρα, αιφνιδιαστικά, ένα παιδί σαν αυτό, μες στη θολούρα της Oise και στα λατινικά της καθολικής εκκλησίας, είδε κυανό το Όμικρον και το Έψιλον λευκό. 
Που σημαίνει ότι, σε μιαν άλλη κλίμακα, μπόρεσε να επισημάνει την "Εποχή των Δολοφόνων" έναν αιώνα πριν εξαναγκαστούμε να τη ζήσουμε και ν' αφαιρέσει επιδέξια κι ανάλαφρα τους πέπλους της ανώνυμης Θεάς, πολλούς αιώνες μετά που οι άνθρωποι απομυστικοποιήσανε  τ' απόκοσμα σήματα της.

   Πρόκειται για μιαν άγνωστη, που ακόμη και σήμερα μοιάζει δύσκολη. Που μας παρασύρει να νομίσουμε ότι η ποίηση είναι δύσκολη, όπως ο μύωπας που αμφιβάλλει για το καθαρό νερό ενώ θα 'πρεπε ν' αμφιβάλλει για τα μάτια του.

   Φτάνοντας, άγνωστο πως, στα σύνορα ο Ρεμπώ οικειοποιήθηκε όλες τις δαιμονικές δυνάμεις που μπόρεσε, για να τις εξαπολύσει μέσα στη χώρα της αθωότητας. 
Ο Παράδεισος άρχισε ν' αποκτάει τα αγρίμια του και οι θεατές να μην παραδέχονται ότι είναι δυνατόν να προσεύχεσαι γρυλλίζοντας: De profundis, Domine, suis-je bete!

   Αλλά βέβαια οι βλάκες είμαστε μεις. Προ πάντων σήμερα, που σε μια διηνεκή προπαραμονή θανάτου ταξινομούμε μίση και διαρθρώνουμε διαβολές, έτοιμοι ν' απαρνηθούμε την οντότητα μας για ένα τίποτε, που ακόμη και να κάτι έκτακτο -ένας έρωτας, ένας στίχος- μας αποσπάσει για μια στιγμή, αλίμονο, κάποιο άλλο του εαυτού μας ομοίωμα εξακολουθεί να πίνει ουίσκι, να βλέπει τηλεόραση και να πηγαίνει λουλούδια στην Κα Πρεσβευτού.

   Σε μια τέτοια καλλιγραφική ψευτιά, μεταφερμένη στη σύνταξη, θέλησε ο Ρεμπώ να δώσει την κλοτσιά του και να επαναφέρει επίθετο, ρήμα και ουσιαστικό στην πρώτη φύση τους, όπως θα λέγαμε, λουλούδι, φύλλο, χέρι, στους αγρούς.

   Τώρα: τι σχέση έχουν όλ' αυτά με την Ποίηση και με την αποστολή της;
Μεγάλη. Τη μόνη. Από το στοιχείο του συγκεκριμένου, στο όραμα. Και από την κατάρα, στην ευχή. Προβαδίζοντας ανάμεσα στους θρησκευόμενους όλων των εποχών και, χωρίς να το επιδιώκει, απλά και μόνον έχοντας αποσυστηματοποιήσει τις αισθήσεις μέσα του, ύψωσε το κεφάλι του ο ποιητής αυτός όπως δεν το είχε -αν εξαιρέσουμε τον Holderlin- υψώσει κανένας άλλος.

   Τα κάτω από τη γραμμή τα έφερε από πάνω. Είναι το πιο δύσκολο κατόρθωμα στην πνευματική δημιουργία. Το καράβι που βουλιάζει εδώ, ν' ανοίγει τα πανιά του εκεί, το δέρμα που μελανιάζει στη γη, να χρυσίζει στον ουρανό, το τέρας που εφεύραμε για να μας υποδουλώνει σήμερα, να επανέρχεται αύριο στη φυσική του κατάσταση.

   Η αθωότητα του Ρεμπώ, από την άποψη αυτή, γίνεται τρομακτικά επίκαιρη. Κατηγορούμενος χωρίς να έχει φταίξει και συνάμα Εισαγγελέας χωρίς να έχει διοριστεί, βγάζει την απόφαση του σα Δικαστής και την εκτελεί σαν όργανο του νόμου, ο ίδιος. 

_____________________________  από Ανοιχτά Χαρτιά, Οδυσσέας Ελύτης, Ικαρος


*   O Αρθούρος Ρεμπώ (Arthur Rimbaud, πλήρες όνομα Ζαν-Νικολά-Αρτύρ Ρεμπώ, 
 20 Οκτωβρίου 1854- 10 Νοεμβρίου 1891 ήταν Γάλλος ποιητής. 
Θεωρείται ένας από τους μείζονες εκπροσώπους του συμβουλισμού, με σημαντική επίδραση στη μοντέρνα ποίηση, παρά το γεγονός πως εγκατέλειψε οριστικά τη λογοτεχνία στην ηλικία των είκοσι ετών.


Scholeio.com

Ρεμπώ, Φόρα μια ζεστή καρδιά



Ζαν-Νικολά-Αρτύρ Ρεμπώ

φοβάμαι

μήπως τελικά αλλάξω τον κόσμο
και παραμείνω ο ίδιος


     Που αιώνια ανάβει

αν τραβήξω
με χάρακα
μια ευθεία
από το φεγγάρι
μέχρι την καρδιά σου
θα έχω σχηματίσει
την γεωμετρία
των στιγμών μας

Κι αν με κοιτάξεις
διστακτική σαν ιστορία που τρεμοσβήνει
θα πάρω ένα μολύβι
και θα ζωγραφίσω σε χαρτί λευκό
την πόλη που σε γνώρισα
και τις νερατζιές που σε μύρισα

Έτσι θα σε σκέφτομαι πάντα
σαν πατρίδα που φιλοξένησε τα εφηβικά μου δάκρυα
σαν ένα μπλε μινόρε
ή σαν αστραπή που έκαψε
το πιάνο που έπαιζε τη σιωπή μας

Μα σαν περάσει ο καιρός
και κάποιο χρέος με σκοτώσει
όπως θα πέφτω στην ύψιστη πτώση
τι ωραία που είναι η ζωή
θα τραγουδήσω
και
για τον έρωτα που
έζησα σήμερα εδώ
και τις μυριάδες ψυχές
που αγάπησαν την αγάπη
θα πέσω κι εγώ στον Άδη
σαν φεγγάρι πορφυρό που έγειρε
από της νύχτας το αιώνιο φιλί
στην σιωπή που το χάραμα αιώνια ανάβει


     Η βροχή που βρέχει τα πάντα

η βροχή που βρέχει για πάντα
χωμάτινες υγρές καρδιές
μέσα από το τζάμι που θολώνει
και στάλες,
δροσερές στάλες που πίνουν το φθαρτό

Όχι
Δεν ήρθα εδώ να περιμένω
Η ζωή έχει χώμα που μυρίζει άστρα
έχει την
ύλη αδιάφορη
στο ξεχασμένο κοχύλι
πάνω στις σπείρες που διαγράφεται το νέφος
η πόλη
κι ο δρόμος

Όχι
Δεν εξελίσσομαι από τους καθορισμούς τους
Μια δύναμη με ωθεί στο ανείπωτο
στο έγκλημα το ποιητικό
εκεί που θα υπάρχω απλά για να υπάρχω
ακούγοντας
τις μελωδίες που έφτιαξα εγώ για τον κόσμο
μέσα στον κόσμο

Κρύσταλλοι
Μη λησμονάς να συλλαβίζεις το άδικο
Φθινόπωρο είναι πάλι
Και η βροχή θα βρέχει για πάντα


     Ρούχο ζεστό

φόρα μια ζεστή καρδιά
κι έλα έξω να με βρεις
δε θα μαι στα μαγαζιά
ούτε στις πλατείες τις στολισμένες
δε θα μαι σε κάποιο μπαρ
ούτε σε κάποια στάση του τραμ

Φόρα μια ζεστή καρδιά κι έλα να με βρεις
θα μαι εκεί που συναντιούνται όλοι οι δρόμοι σου


     Για τη χαμένη Ε

αφού δεν έφτασε ακόμα η ώρα
ο κόσμος μας νίκησε
και μάντεψες πως
όσο και να στολιστείς απόψε
η ομορφιά δε θα νικήσει


Αφού δεν έφτασε ακόμα η ώρα
ξέρεις πως
άλλο ουρανό δε θα βρείς
κι άλλη νύχτα δε θα διασχίσεις
παρά μόνο στις αγκαλιές που διάλεξες
και στις καρδιές που ζέστανες
γι αυτό
να μη φοβάσαι
όπως υγρή και κόκκινη
θα περιμένεις πάντα τη στιγμή

Αφού δεν έφτασε ακόμα η ώρα
να μη φοβάσαι
σε έμαθαν για όπλα να έχεις βαμμένα χείλια
μα εσύ κατεβαίνεις στον πόλεμο πάντα βρεγμένη
ελπίζοντας πως
στα χείλια σου θα φυτρώσουν οι λέξεις που θα συντρίψουν τον κόσμο


Να μη φοβάσαι
και θα ρθεί η ώρα που που θα νικήσουμε τον κόσμο
για να τον φτιάξουμε από τις λέξεις σου

Να μη φοβάσαι
και θα ρθει η ώρα
που
πάνω στα χείλια μας υγρές
οι λέξεις σου
θα συλλαβίσουν ξανά τον κόσμο


     Αλμαγέστη

τρόμαξα απόψε από τις ομορφιές του περιβολιού
και σκέφτηκα πως
καθώς συλλογιέται ο άνθρωπος τη δρέψη της φύσης
νιώθει μια αρματωσιά από χωμάτινες καρδιές να τις φορτώνεται στην πλάτη
όμοιες με αντλίες που γιομώνουν το αίμα της γης
και τη γη τη νιώθει σαν την ανάσα στα σπλάχνα του σύμπαντος
μια παλλόμενη τάξη
ένα εντροπικό φτιασίδωμα από σκέψεις θεών
σαν ένα πρόσωπο που οι καθρέφτες του έχουν όλοι σπάσει
μα τυραννία δεν είναι η σκέψη των θεών
αυτοί σκοτώνουν και την ύλη
και το σύμπαν ξαναγεννούν άμα θελήσουν

Τυραννία είναι ο άνθρωπος
αυτή η αρπαγή από τα ελαττώματα του ουρανού και του χρόνου
και σκέφτομαι πως

Αυτό είναι ο άνθρωπος
η αιώνια αρπαγή
που σβήνει κι ανάβει το μέτρο του σύμπαντος
το τίποτα που μπορεί να εξαφανίσει τα πάντα
και τυραννία είναι τα όμορφα μάτια
που μες τους αιώνες κοιτούν
κορμιά που πέσαν από αγάπη


     Μέσα στα συρτάρια του Σεπτέμβρη

πρέπει να προσέχεις όταν ανοίγεις τα συρτάρια
μπορεί να απλώσεις το χέρι και να ακουμπήσεις τις αναμνήσεις
και ξέρεις,
οι αναμνήσεις έχουν λέξεις που ξέχασες και πονάνε
έχουν φωτογραφίες ασπρόμαυρες και γράμματα κιτρινισμένα
κοχύλια σπασμένα και αρώματα σφραγισμένα
Θα κλάψεις ίσως
κι ίσως γελάσεις
τόσο μεγάλο το κάδρο της ζωής θα πείς
και πως να χωρέσω μέσα σε λίγα καρδιοχτύπια
τους άπειρους παλμούς των στιγμών

Όταν θα βγάλεις τη φωτογραφία του πατέρα
ή κάποιας Μαρίας
ίσως αστράψουν τα βλέμματα
τόσο που θα αρνηθείς ότι δρασκέλισε το κορμί σου ο χρόνος
Κι έτσι θα τρέξεις να ανοίξεις την πόρτα την παλιά
για να μπουν μέσα τα χαμόγελα που χάθηκαν ένα Σεπτέμβρη
η τα δάκρυα που λίμνασαν σε ένα κατώφλι στην Πατησίων.

Μα πρόσεξε
Όλα πια έχουν ειπωθεί
Κι είναι τόσα πολλά που το μόνο που έμεινε είναι το χρέος σου στη ζωή
Στη ζωή που δραπετεύει
μέσα από τα ποιήματα του γυμνασίου


Χτυπάει το τηλέφωνο
και δε θέλω να το σηκώσω
Τα πρόσωπα των φωτογραφιών με ράγισαν

και αυτά τα τα βλέμματα που γατζώνονται στο χρόνο
τόσο άυλα
τόσο πραγματικά
θέλουν πάντα να ζουν μέσα στο Απραγματοποίητο

Όλοι πρέπει να κοιμηθούμε μια βραδιά μέσα σ ένα συρτάρι


     Lacrimae

λοιπόν
μου μίλησες για τα ταξίδια σου
σου μίλησα για τις φρίκες μου
κι έτσι σμίξανε οι κόσμοι μας

αφού δε ζήτησες τίποτα
αφού δε ζήτησα τίποτα
φαντάζομαι έναν κόσμο που δε χρωστά σε κανένα

Γι αυτό σκέφτομαι
πως έτσι όπως απλώνεται η πόλη από ψηλά
θα μπορούσε να σχηματίσει τα δάκρυά σου
τις αγωνίες και τους παλμούς σου
μα πιο πολύ σκέφτομαι πως δε σε χωρά εσένα η πόλη

έτσι που νιώθω να με αιχμαλωτίζει η ανάγκη
και ακούω τα βήματα σου να με περπατάνε
τα καλντερίμια να ανασαίνουν τα καρδιοχτύπια σου

και σκέφτομαι πάλι
πως
ταξίδι
είναι οι άνθρωποι
μα πιο πολύ ταξίδι
είναι το πάθος
να μοιραστείς το δρόμο.


     Θάλασσα και αγάπη

ναι
να φεύγω μακριά
αυτό με όρισε ο κόσμος
κι οι λέξεις μου ταξίδια γίνονται

Μα έρχονται ώρες
που βουρκώνουν τα μάτια μου
και τη θάλασσα πεθυμώ

Γιατί εδώ
στον όγδοο όροφο
με χτυπούν τα κύματα από μέσα
και νιώθω στο θώρακα τις ευωδιές τις Κρήτης
μίλια μετράω μακριά
κι η άνοιξη σκορπάει ένα λυγμό εντός μου
Κρήτη λέω κρήτη τραγουδώ
εδώ
και στις γειτονιές των Καρπαθίων
φύλλα πέφτουν μονάχα
και ψυχές
βουνά
τραγόύδια κι ανθρώποι
που προτρέχουν τη θάλασσα

Αγάπη λέω
και σ αγαπώ
με όλη τη θάλασσα που γνώρισα
να κυματίζει εντός μου


     Αστικός Ασκητισμός

περπατώ
για να μη σκέφτομαι

Η άνοιξη
είναι η μαθηματική απόδοση
της έκστασης
γύρω καφενεία
κανείς δεν ακούει
κι εγω περπατώ

Ο χρόνος
είναι ένας σκύλος στην πλατεία
οι άνθρωποι ψωνίζουν
ο σκύλος θα φύγει
κι εγώ περπατώ

Θα φάω ένα μήλο
στην πλατεία
θα κατέβω τα σκαλιά-πάντα υπάρχει χρόνος να κατέβεις σκαλιά-
ο ήλιος θα δύσει
κι εγώ περπατώ

Η νύχτα
είναι μια περιπλάνηση στο μύθο
σκιές ξεφυτρώνουν στα πάρκα
κι εγώ περπατώ


      Για τον πατέρα 

κι όταν φεύγουν οι άνθρωποι, 

κοιτάς τις φωτογραφίες τους τις παλιές 
και δεν είναι τα μάτια τους όπως πριν, 
αλλά το βλέμμα τους έχει ταξιδέψει αλλού..


Έφυγες
βιαστικά όπως φεύγουν τα πουλιά πριν την καταιγίδα
και τόσο πολύ τ αγάπησες όλα
που σε όλα λείπει πια το βλέμμα σου
κι η περήφανη περπατησιά σου


Στο χωριό σου τα δέντρα, τριγύρω τα βουνά και το χώμα
μάταια πια αποζητούν ένα χαμόγελο σου
Πάνω στο Πλάτωμα
εκεί που έλεγες πως γεννήθηκε ο κόσμος
σε καρτερά η γη για να ανθίσει.


Φύλλα είναι τα χρόνια των ανθρώπων
κι εγώ δεν ξέρω πως να σ αποχαιρετήσω
ξέρω μονάχα πως στην αγάπη πορεύτηκες όσο ζούσες
κι αν τελικά το ταξίδι σου συνεχίζεις κάπου ψηλά
να ξέρεις πως μέσα στην καρδιά μου άφησες όλους τους θησαυρούς
όλα τα δώρα του κόσμου.


      Σπλάχνο άχρονο

βρέχει με μιας ανοίγει το άνθος, 
από τα υγρά σωπαίνει η δίψα των άστρων

Σπλάχνο από το κέντρο του ουρανού
πως την πόλη μου ορίζεις
ανάσες σαν δίνεις τεχνητές
κάτω από τα μνημεία της Αθήνας με λογχίζεις

Είμαι το κύτταρο σου
που στις διαδρομές μεταφέρω τις μυστικές σου ουσίες
Κειριαδών κι έπειτα στην Ρόμβης
με βεγγαλικά ζεσταίνω τα μάτια των περαστικών σου

Με άρχει το αίμα σου
φωτεινό σαν τον βράχο της ακρόπολης
κι ακόμα πιο πέρα
στα γραμμένα πεζοδρόμια της Σανταρόζα
κυκλοφορώ
στις πλακόστρωτες αρτηρίες σου
όμοιος με κατηχημένος φανός σου
και στις ερειπωμένες πλατείες
πάνω στα αγάλματα μια σκέψη σου με χρεώνει
όλη την πόλη
τρέχοντας
μυρίζοντας
και πάλι τρέχοντας
να μεταφέρω το αίμα σου
να περπατώ την ομίχλη σου
οσφραίνοντας τ άστρα σου στην Αθηνάς
υγραίνοντας τα δάκρυά σου στην Δεξίππου
και ποτέ δε θα ταν πιο όμορφη η πόλη σου από μένα
αν δεν χαμογελούσες στα σκοτάδια των υπογείων
αν δεν όριζες σε όλες τις διαδρομές μια κρυφή αρμονία

Σπλάχνο του ουρανού
μου φανερώνεις την πόλη
κι από τα μάτια των ανθρώπων
φοβάμαι μην ξεχαστείς
έτσι μήπως γίνουμε του χρόνου σου κουβάρι
φοβάμαι μη μας ξετυλίξεις άτσαλα
και σβήσουμε προτού ακούσουμε
τη φοβερή σου μουσική


     Μια ευθεία πλάγιος άνεμος

ένα δύο τρία
Στην νύχτα που κάθισε στην άσφαλτο
Τα κολωνάκια περίσσευαν
Και μετρούσα μόνο τα φώτα
Τρία τέσσερα πέντε
Και κάπου εκεί έχασα το μέτρημα
Αμάξια πόδια
Πόδια κεφάλια φανάρια
Τι σημασία είχε τι έβλεπα αφού με τύφλωνες

Ξεφυσούσα και δεν έβγαινε μια λέξη
Αλλά ο δρόμος μιλούσε
και δάκρυσα
για όλα εκείνα τα μακριά
Τα πιο μακριά κι από σένα
Όταν με ξέχασες
Χωρίς να με γνώρισες
Όταν ξέχασα κι εγώ
Άδειος άσχημος
Κι ωραίος
Να σιγοπαίρνω τις άμαξες για τα τρένα
Για να φτάνω στο μπάρ
Να με σερβίρεις ένα ένα τα ποτά
Και στη σειρά ένα ένα τα μολύβια
Να με λιώνουν γράφοντας
ότι θυμάμαι από κεριά
να με μεθούν με
όποια δάχτυλα σου με πλησίασαν κομήτες
με ανταύγειες από όλα τα τρένα που έφευγαν
Και ας μην έφευγαν
Κι ας μην ήσουν κι εσύ κι εγώ
Ξανθοί μέσα στα μαλλιά σου
Που θα μπλέκαμε τους παραδείσους


Από πίσω κάπου ξεχώριζα
Τι επιτέλους συμβαίνει

Έπειτα
έβλεπα τα όμορφα
Γυάλιζαν τα μάτια
Κι ότι κυλάει μαζί με το αίμα
πιο κοντά το έφερνες εσύ μαζί με το ποτό
και τους περαστικούς
που ανέβαιναν την Ασκληπιού
ταιριαστοί κι αλώβητοι
να σταματάνε μπροστά στη τζαμαρία
για να αποκτήσουν όλα νόημα
στην ακινησία.

Αλλά δεν είναι το ποτό
Δεν είναι καν που βρισκόμασταν εκεί
εσύ κι εγώ
Αραχώβης κι Ασκληπιού

Είναι που κάποτε μας ζύγωσε η ανάγκη
άυλη και βιαστική
αδιάφορη όπως πάντα για το χρόνο
έγειρε προς τον μέρος μας
κι ύστερα
κατέβηκε το σκαλί της εξόδου
χωρίς σημασίες από κορμιά
χωρίς βλέμματα και χειρονομίες


Ίσως κάποτε, μας είπε, διψάσει
κι ίσως περάσει κάτι να πιει
αλλά αν κάποιοι διψάνε από το πρωί
εσύ θα τους χαμογελάς τα βράδια και θα τους σερβίρεις ποτά
για να παίρνουν νωρίς η αργά
το δρόμο τους
από τη Βερανζέρου
με έναν ευθεία πλάγιο άνεμο
προς την επόμενη νύχτα.


     Σαν Οιμωγή

και να που κάθε μέρα
Ξεκινάω τα πάντα από την αρχή

Το πρωί μόλις ξυπνήσω
Τρέχω από δωμάτιο σε δωμάτιο
Και ψάχνω μέσα στα ντουλάπια
Μία μήτρα να με γεννήσει

Όταν με το καλό γεννηθώ
Κάπου ανάμεσα στο χωλ
Και στο λα μινόρε
Φοράω
Ένα ζεστό
Εκστατικό μειδίαμα
Κι ανεβαίνω τετρακόσιους σαράντα έξι συλλογισμούς

Έπειτα βγαίνω στους δρόμους
Και δε θυμάμαι και πολλά
Πως να θυμηθείς άλλωστε πως περνάνε είκοσι πέντε χρόνια
Μέσα σε ένα απόγευμα

Κατά τ’ άλλα
κάποια στιγμή έρχεται το βράδυ
και γυρνάω σε ένα σπίτι
που το έχτισε
η καλύτερη εκδοχή σου

Κι ενώ οι τοίχοι τα μεσάνυχτα
Σκαρώνουν
Την επόμενη συντριβή μου
Παίρνω ένα χαρτί
Ένα στιλό
Και σκαλίζω στο τετράδιο το ίδιο πάντα βασανιστικό τετράστιχο:

«Γιατί πρέπει αιώνες τώρα
Να ξεχνάω κάθε πρωί
Που έχω φυλάξει
τους καλύτερους λόγους για να ζω»

Ζαν-Νικολά-Αρτύρ Ρεμπώ

Scholeio.com