Eπίκουρος, Η επιστήμη τον επιβεβαιώνει




Eπίκουρος
          Σήμερα γνωρίζουμε ότι αυτές οι απόψεις, τις οποίες είχε προσεγγίσει διαισθητικά ο Επίκουρος,  δεν απέχουν σημαντικά από τα επιστημονικά ευρήματα και τη σημερινή γνώση μας για τα  ουράνια σώματα και τη φύση γενικότερα. 
Δεν είχε, λοιπόν, άδικο ο Νίτσε που διαπίστωνε  στα τέλη του 19ου αιώνα ότι: 


«Η επιστήμη έχει βαλθεί να επιβεβαιώσει 
τον Επίκουρο!»

   Είναι πασιφανές, πόσο αρνητική ήταν για την πρόοδο της ανθρωπότητας η αποσιώπηση αυτού  του μεγάλου διανοητή κατά την ύστερη Αρχαιότητα και το Μεσαίωνα. 

Μπορούμε δε εύκολα  να σκεφτούμε, πόσο θα είχαν προωθηθεί η επιστήμη, η τεχνολογία και γενικότερα ο (ελληνικός) πολιτισμός, αν είχε εξελιχθεί ομαλά η επιστήμη των ελληνορωμαϊκών και ελληνιστικών χρόνων  και δεν είχε παρεμβληθεί ο οπισθοδρομικός Μεσαίωνας με την υποστήριξη της εισροής στις πολιτισμένες κοινωνίες βαρβάρων από Βορρά και Ανατολή και της άνωθεν επιβολής σκοτεινών δεσποτικών και θεόπληκτων αντιλήψεων.

   Από τα προηγούμενα είναι επίσης κατανοητό, γιατί οι πλατωνιστές και αριστοτελιστές
απεχθάνονταν αυτόν τον μεγάλο φιλόσοφο, τους μαθητές του και τη φιλοσοφία τους και
γιατί συνεχίζεται αυτή η εχθρότητα μέχρι των ημερών μας από όλους τους ελιτίστικους
μηχανισμούς.

   Περίπου 300 χρόνια μετά την εποχή του Επίκουρου, γράφει ο Πλούταρχος (~50 – 125 μ.Χ.)   ότι ο ιδρυτής της Σχολής του «Κήπου» προσπάθησε να ανατρέψει τους «θεσμούς 
της πόλης»  και ότι θεωρούσε τον εαυτό του «σοφότερο από τον Πλάτωνα» – έγκλημα καθοσιώσεως για   τους ολιγαρχικούς. 
   Γι’ αυτές λοιπόν τις αντιλήψεις έπρεπε, σύμφωνα με τον Πλούταρχο που  είχε ο ίδιος ολιγαρχικές προτιμήσεις, να μαστιγωθούν όλοι οι επικούρειοι, όχι με το απλό
μαστίγιο αλλά με το αστραγωτό!   Αυτή η εκδήλωση αντιπάθειας και εκδικητικότητας δείχνει,   πόση επιρροή πρέπει να είχαν ακόμα κατά το 2ο μ.Χ. αιώνα στην κοινωνία της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας οι επικούρειοι φιλόσοφοι.

   Ο Επίκουρος δεν έτυχε μέχρι σήμερα, λόγω των δημοκρατικών και φυσιοκρατικών του
αντιλήψεων, οποιασδήποτε προβολής μέσα από τα σύγχρονα εκπαιδευτικά συστήματα, 
τα   οποία κατά κύριο λόγο στηρίζουν ακόμα ολιγαρχικές και θεοκρατικές αντιλήψεις.

   Μόλις τα τελευταία χρόνια παρουσιάζεται στα ελληνικά σχολικά βιβλία δειλά η βιογραφία  του Επίκουρου και αναπτύσσεται η φιλοσοφία του. Μερικοί σύγχρονοι δυσφημιστές εξηγούν  δε, κάνοντας μεταφραστικά άλματα, ότι το λάθε βιώσας (= να ζεις απαρατήρητος) του   σπουδαίου αυτού φιλοσόφου σημαίνει πως κάποιος ζει λαθραία, σε βάρος των άλλων – ένα   ακόμα δείγμα της διαχρονικής οπισθοδρομικής αθλιότητας που υποστηρίζεται κατά κανόνα   από μηχανισμούς προπαγάνδας, θεσμοποιημένους και άτυπους.
                                                     
Επίκουρος: Επιστολή προς Μενοικέα

   "Κοίτα να συνηθίσεις στην ιδέα ότι ο θάνατός για μας είναι ένα τίποτα. Κάθε καλό 
και κάθε κακό βρίσκεται στην αίσθηση μας όμως θάνατος σημαίνει στέρηση της 
αίσθησης. 
   Γι' αυτό η σωστή εκτίμηση ότι ο θάνατος δεν σημαίνει τίποτα για μας, μας βοηθά 
να χαρούμε τη θνητότητα του βίου: όχι επειδή μας φορτώνει αμέτρητα χρόνια αλλά 
γιατί μας απαλλάσσει από τον πόθο της αθανασίας... Δεν υπάρχει, βλέπεις, τίποτα 
το φοβερό στη ζωή του ανθρώπου που 'χει αληθινά συνειδητοποιήσει ότι δεν 
υπάρχει τίποτα το φοβερό στο να μη ζεις.

   Άρα είναι ανόητος αυτός που λέει ότι φοβάται το θάνατο,  όχι γιατί θα τον κάνει 

να υποφέρει όταν έρθει,  αλλά επειδή υποφέρει με την προσδοκία του θανάτου.
Γιατί ότι δεν σε στεναχωρεί όταν είναι παρόν,  δεν υπάρχει λόγος να σε στεναχωρεί 

όταν το προσδοκείς
   Το πιο ανατριχιαστικό, λοιπόν, από τα κακά, ο θάνατος, είναι ένα τίποτα για μας, ακριβώς επειδή όταν υπάρχουμε εμείς αυτός είναι ανύπαρκτος, κι όταν έρχεται 

αυτός είμαστε ανύπαρκτοι εμείς.
   Ο θάνατος λοιπόν δεν έχει να κάνει ούτε με τους ζωντανούς ούτε με τους 

πεθαμένους, αφού για τους ζωντανούς δεν υπάρχει, ενώ οι τελευταίοι δεν υπάρχουν 
πια.
   Βέβαια, οι πολλοί άλλοτε πασχίζουν ν' αποφύγουν το θάνατο σαν να 'ναι η πιο 

μεγάλη συμφορά, κι άλλοτε τον αποζητούν για ν' αναπαυθούν από τα δεινά 
της ζωής.
   Απεναντίας ο σοφός ούτε τη ζωή απαρνιέται ούτε την ανυπαρξία φοβάται.
Γιατί δεν του είναι δυσάρεστη η ζωή αλλά ούτε και θεωρεί κακό το να μη ζει.
   Κι όπως με το φαγητό δεν προτιμά σε κάθε περίπτωση το πιο πολύ μα το πιο νόστιμο, 

έτσι και με τη ζωή: δεν απολαμβάνει τη διαρκέστερη μα την ευτυχέστερη.
   Κι εί­ναι αφελής όποιος προτρέπει τον νέο να ζει καλά και τον γέ­ρο να δώσει ωραίο 

τέλος στη ζωή του όχι μόνο γιατί η ζωή είναι ευπρόσδεκτη αλλά γιατί το να ζεις καλά 
και να πεθαίνεις καλά είναι μία και η αυτή άσκηση.

   Όμως πολύ χειρότε­ρος είναι εκείνος που λέει πως καλό είναι να μη γεννηθείς «αλλά 

μιας και γεννήθηκες, βιάσου να διαβείς τις πύλες του Άδη» Αν το λέει επειδή το 
πιστεύει, γιατί δεν αποσύρεται από τη ζωή
   Στο χέρι του είναι να το κάνει, αν το 'χει σκεφτεί σοβαρά.
Αν πάλι το λέει στ' αστεία, είναι ελαφρόμυαλος σε πράγματα που δεν σηκώνουν 

αστεία."

Επίκουρος:  ο φιλόσοφος της ηδονής.

   Όποιες κι αν είναι οι θρησκευτικές ή οι φιλοσοφικές μας πεποιθήσεις περί των αιωνίων  υπαρξιακών ερωτημάτων, καλό είναι να γνωρίζουμε τις απόψεις του φιλοσόφου για τον οποίο ο Νίτσε είπε:  
"Η επιστήμη έχει βαλθεί να επιβεβαιώσει τον Επίκουρο"

   Ο Επίκουρος, που έζησε κι έδρασε στο δεύ­τερο ήμισυ του τετάρτου αιώνος και τις πρώτες δεκαετίες του τρίτου αιώνος προ Χριστού, γεννήθηκε στην Σάμο. όπου και πέρασε τα παιδικά του χρόνια.

Ο φιλόσοφος  γεννήθηκε στη Σάμο, γιος του Αθηναίου Νεοκλή, ήταν ιδρυτής της Σχολής των Επικουρείων στην Αθήνα. 
Σε ηλικία 14 ετών άκουσε μαθήματα από τον πλατωνιστή Πάμφιλο.

   Για τη φιλοσοφική του εξέλιξη έπαιξε ρόλο η σπουδή του (327-324) με δάσκαλο τον  Ναυσιφάνη, ο οποίος του δίδαξε την Ατομιστική του Δημόκριτου και τη θεωρία της ηδονής  της Κυρηναϊκής Σχολής.  Αργότερα ο ίδιος έλεγε ότι όλα όσα ήξερε τα έμαθε μόνος του, γιατί οι δάσκαλοι δεν μπορούσαν να του εξηγήσουν, τί υπήρχε πριν από το χάος, από το οποίο  προέκυψε η ζωή.

   Στα έτη 323-321 ο Επίκουρος ήταν στρατιώτης στην Αθήνα. Το 323 πέθανε ο Μεγαλέξανδρος στη Βαβυλώνα, με αποτέλεσμα το 322 να ξεσηκωθούν οι Αθηναίοι ενάντια  στους Μακεδόνες. Ταυτόχρονα ο Αριστοτέλης, φοβούμενος λιντσάρισμα, εγκατέλειψε το «Λύκειο», τη Σχολή  που είχε στην Αθήνα και διέφυγε στη Χαλκίδα όπου, μετά από λίγο καιρό, πέθανε.

   Η προσπάθεια των Αθηναίων για απεξάρτηση από τους Μακεδόνες κατέληξε σε ήττα, οπότε  ο πατέρας του Επίκουρου εξεδιώχθη με άλλους Αθηναίους από τη Σάμο και κατέφυγε στον  ιωνικό Κολοφώνα. Εκεί εγκαταστάθηκε και ο Επίκουρος, όπου εμβάθυνε σε φιλοσοφικά   προβλήματα, στη συνέχεια δίδαξε δε στη Μυτιλήνη και στη Λάμψακο (Ελλήσποντος).

   Αρκετοί φίλοι και μαθητές από τη Μυτιλήνη και τη Λάμψακο ακολούθησαν τον Επίκουρο στην Αθήνα, όταν αυτός ίδρυσε τη σχολή του «Κήπου», κάπου στο σημερινό Βοτανικό, μεταξύ Διπύλου και Ακαδημίας. Περίπου την ίδια εποχή ίδρυσε σχολή στην «Ποικίλη Στοά» και ο Ζήνων ο Κιτιεύς.

   Η επικούρεια Σχολή του «Κήπου» καλλιεργούσε φιλοσοφικό ανταγωνισμό με τους
ακαδημαϊκούς (πλατωνικούς) και τους περιπατητικούς (αριστοτελικούς). 

   Στον «Κήπο» δίδαξε ο Επίκουρος περίπου 40 χρόνια.

   Η σχολή του Επίκουρου είχε τον χαρακτήρα του κοινοβίου, στο οποίο περιλαμβάνονταν
δούλοι και εταίρες, μετά των οποίων ο ιδρυτής της είχε αναπτύξει μεγάλη οικειότητα και
φιλία.   Γενικώς, τα μέλη της σχολής δεν ησχολούντο μόνο με την σπουδή της φιλοσοφίας,
αλλά προσπαθούσαν, επίσης, να δημιουργήσουν μεταξύ τους μιαν ατμόσφαιρα φιλίας,
ψυχαγωγίας  και τέρψης.  

   Το γεγονός αυτό στάθηκε η αφορμή, ώστε να κυκλοφορηθεί η φήμη ότι στον   κήπο του Επίκουρου γινόντουσαν όργια  - πράγμα ανακριβές, όμως.

   Οι επικούρειοι είχαν φυσιοκρατικές αντιλήψεις και μίλαγαν ενάντια στις δεισιδαιμονίες,
τη μαντική, τα θρησκευτικά ιερατεία και τους δημοκόπους πολιτευτές, προκαλώντας έτσι
την αντιπάθεια των κατεστημένων ολιγαρχικών κύκλων. 
Τα κυριότερα έργα του ίδιου του  Επίκουρου γέμιζαν περί τους 300 παπύρους, έχουν όμως διασωθεί ελάχιστα, γιατί τα  περισσότερα καταστράφηκαν κατά τις συστηματικές πυρπολήσεις βιβλιοθηκών από τον  4ο αιώνα μ.Χ. και μετά.

   Η αλήθεια, πάντως, είναι ότι η επιδίωξη της ηδονής και της τέρψης αποτε­λούσε τον βασικό   άξονα της διδασκαλίας του Επίκουρου, για τον οποίον η φιλοσοφία είχε κατά κύριον λόγο  πρακτικό χαρακτήρα. 

   Η φιλοσοφία, όπως την όριζε ο Επίκουρος, είναι μια ενέργεια,  μια διαδικασία, που, «μέσα από σκέψεις και συζητήσεις, μας οδηγεί σε μια ζωή ευδαίμονα».
Βασικό συστα­τικό για την εξασφάλιση της ευτυχίας από τον άνθρωπο είναι η κάρπωση
ηδονών.
«Η ηδονή», έλεγε χαρακτηριστικά ο Επίκουρος, «είναι η αρχή και το τέλος της ευδαίμονος
ζωής», ενώ σε άλλη ευκαιρία διετείνετο:

«δεν ξέρω πώς μπορώ να εννοήσω το αγαθό, αν αφαιρέσω τις ηδονές της γεύσης και τις
ηδονές της σάρκας, τις ηδονές της ακοής και της ωραίας μορφής».

   Ωστόσο, κατ' αντίθεσιν προς την ακραία μορφή ηδονισμού. που εισηγήθηκε ο ιδρυτής της Κυρηναϊκής Σχολής, ο Αρίστιππος, ο Επίκουρος προέβαλε μια μετριοπαθέστερη αντίληψη
για την αναζήτηση των ηδονών.

   Όταν λέμε ότι σκοπός είναι η ηδονή, δεν εννοούμε τις ηδονές του ασώτου και αυτές που
βρίσκονται μέσα στις απολαύσεις, όπως νομίζουν μερικοί που το αγνοούν και δεν το
παραδέχονται ή είναι κακώς πληροφορημένοι. 
Αλλά εννοούμε να μην πονάει το σώμα  και να μην ταράσσεται η ψυχή.»

   Οι ιδανικές καταστάσεις για τον άνθρωπο είναι, αρνητικά μεν η αταραξία, η αφοβία και η απονία και θετικά, η ευθυμία, η χαρά, η ευφροσύνη και η απαλλαγή από το φόβο του
θανάτου.   Κύρια προσπάθεια του ανθρώπου πρέπει να είναι η απολύτρωση από τον πόνο,
η οποία  εξασφαλίζει μία παθητική ηδονή. 
Η φιλοσοφία του Επίκουρου για τον τρόπο  διαβίωσης  των ανθρώπων συμπυκνώνεται στο 
«λάθε βιώσας» (= να ζεις απαρατήρητος, να μην  επιδιώκεις την προβολή).

   Η ηδονή, για τον Επίκουρο, όπως και κατά τον Αρίστιππο, συνιστά, βέβαια, το ύψιστο αγαθό  της ζωής του ανθρώπου. Τίποτε, όμως. κατά τον Επίκουρο, δεν εμποδίζει, ώστε να μπορεί   ν' αφήνει κανείς μιαν ηδονή, που επιφυλάσσει δυσάρεστες γι' αυτόν καταστάσεις, και να   προτιμήσει κάποιαν άλλη. (πιο) ανώδυνη ηδονή.

   Η σωματική ηδονή, που παρέχει σε κάποιον ένα νόστιμο μεν, πλην όμως βλαβερό στην
υγεία φαγητό, θα πρέπει να παραληφθεί, προκειμένου να εξασφαλίσει αυτός την ευεξία του.


Δεν πρέπει, έλεγε ο Επίκουρος, να  «επιδιώκομε κάθε ηδονή, αλλά ενίοτε οφείλαμε να παρακάμπταμε πολλές ηδονές, όταν τα δυσάρεστα αποτελέσματα, που προκύπτουν από αυτές, είναι περισσότερα.    Πολλούς πόνους δε να τους θεωρούμε προτιμότερους από τις ηδονές, όταν από αυτούς  προκύπτει σε μας, τελικώς, μεγαλύτερη ηδονή. Κάθε ηδονή, βέβαια, επειδή είναι κάτι το  οποίον είναι οικείο στην φύση είναι αγαθόν, αλλά δεν πρέπει να κυνηγάμε οποιαδήποτε  ηδονή.   Όπως ακριβώς και κάθε πόνος είναι μεν κάτι κακό, πλην όμως δεν πρέπει ν' αποφεύγαμε   οιονδήποτε ανεξαιρέτως πόνο. Μέσα από την συγκριτική μέτρηση, λοιπόν, και επισκόπηση των συμφερόντων και των μη συμφερόντων πρέπει να τα κρίνομε όλα αυτά».

   Στην επικούρεια διδασκαλία διαιρείται η φιλοσοφία, η οποία θεωρείται «φάρμακο της ψυχής»,  σε τρεις τομείς, τη φυσική, τη λογική και την ηθική.

-  Υπέρτατο αγαθό κατά τον Επίκουρο είναι η ευχαρίστηση στη ζωή, για την απόλαυση της οποίας πρέπει να επιστρατεύονται όλες οι προσπάθειες του ανθρώπου. 
Η επικούρεια ευχαρίστηση (ηδονή) αφορούσε όλες τις ψυχικές απολαύσεις, την καλλιέργεια του πνεύματος  και την άσκηση της αρετής, χωρίς έπαρση και αυτοπροβολή.

Η Επικούρεια Τετραφάρμακος

Άφοβον ο Θεός                                  Ο Θεός δεν εμπνέει φόβο
Ανύποπτον ο θάνατος                     Ο θάνατος δεν φέρνει ταραχή
και τάγαθόν μεν εύκτητον             το αγαθό αποκτιέται εύκολα
το δε δεινόν ευεκκαρτέρητον         και το κακό υποφέρεται εύκολα

Φιλόφημος, Προς τους [ ], 4.10-14
-  Υπέρτατος σκοπός του ανθρώπου, σύμφωνα με το αξίωμα της εποχής του Επίκουρου,
πρέπει να είναι η ηρεμία, η αταραξία της ψυχής του. 

   Και τούτο μπορεί να το επιτύχει κανείς,  εάν απέχει από τις σαρκικές απολαύσεις, που συνεπάγονται δυσάρεστες καταστάσεις, και  αν απαλλάξει την ψυχή του από τις λύπες, την αγωνία και κάθε άλλο οχληρό συναίσθημα.
Μια ηδονή είναι ηθικώς θεμιτή και πρέπει να θηρεύεται, εφόσον αποτελεί μέσον
διασφάλι­σης  της ψυχικής ηρεμίας του ανθρώπου.

   Το κριτήριο επιλογής μεταξύ των διαφόρων ηδονών, κατά τον Επίκουρο, δεν είναι, όπως
ισχυρίστηκε ο Αρίστιππος, ποσοτικό, η ένταση τους. αλλά ποιο­τικό· οι ηδονές ιεραρχούνται  από την φύση τους σε καλύτερες και σε χειρό­τερες και πρέπει, αναλόγως, να προτιμώνται ή  ν' απορρίπτονται.

   Έτσι. ο Επίκουρος διακρίνει τις «καταστηματικές» από τις «κατά κίνησιν» ηδονές, θεωρώντας  τις πρώτες ανώτερες από τις δεύτερες. 

   Οι «κατά κίνησιν» ηδο­νές είναι ενεργές, δυναμικές  ηδονές, υπό την έννοια ότι. με την κάρπωση κάθε μιας από τις ηδονές αυτές, ο άνθρωπος  πληρεί μιαν επιθυμία του, που, 
όσο δεν ικανοποιείτο, αυτός ένιωθε δυσφορία και πόνο· η ικανοποίηση της πείνας, παραδείγματος χάριν, όσο χρονικό διάστημα συντελείται, είναι μια  «κατά κίνησιν» ηδονή».
Η κατάσταση της ηρεμίας, όμως. που απολαμβάνει ο άνθρωπος μετά, εφόσον ικανοποιηθεί
πλήρως η πείνα του, αποτελεί άλλου είδους ηδονή· πρόκειται για μια στατική, παθητική
μορφή ηδονής.

   Αυτές τις στατικές ή παθητικές ηδονές, που παρέχουν στον άνθρωπο μιαν ισορροπία, τις χαρακτηρίζει ο Επίκουρος με τον όρο «καταστηματικές ηδονές». 
Ο Επίκουρος θεώρησε τις καταστηματικές ανώτερες από τις «κατά κίνησιν» ηδονές, επειδή οι καταστηματικές ηδονές  μόνο μπορούν να εξασφαλίσουν στον άνθρωπο την γαλήνη, την ηρεμία, την αταραξία,  την απονία.

   Αν, θέλο­ντας να χορτάσει κανείς την πείνα του. φάει με ασυγκράτητη βουλιμία, μπο­ρεί
μεν, όσο διαρκεί η «κατά κίνησιν» ηδονή, ήγουν η ικανοποίηση της πεί­νας του, να νιώθει ευτυχισμένος, αλλά είναι πολύ πιθανόν αργότερα να προ­κληθεί τέτοια βλάβη στην υγεία του,   ώστε να νιώσει, στο τέλος, δυσφορία και πόνο. 

    Όταν, όμως ο πεινασμένος άνθρωπος, όσο τρώει, έχει σαν στόχο την καταστηματική ηδονή, τουτέστιν να νιώσει, όταν θα ικανοποιήσει  την πείνα του, την κατάσταση της ηρεμίας και της ισορροπίας, θ' αποφύγει κάθε υπερβολή  που υπαγορεύει η αδηφαγία, η οποία μπορεί να τον κάνει διστυ­χισμένο.

Έτσι για τον Επίκουρο, επιδίωξη του συνετού ανθρώπου, για να γίνει 
ευτυ­χισμένος, δεν  είναι το κυνήγι των ηδονών, αλλά η αποφυγή του πόνου 
και του άλγους. 

   Στο συμπέρασμα  αυτό φαίνεται να κατέληξε όχι μόνο γιατί, με τον τρόπο αυτό ικανοποιείτο το αίτημα της  εποχής του που συνίστατο στην αταραξία, την γαλήνη ή την ηρεμία της ψυχής, αλλά και  διότι θα πρέπει να επηρεάστηκε από την ίδια την ζωή του.

   Ο Επίκουρος ήταν φιλάσθενος και υπέφερε στον βίο του από τις ταλαιπωρίες με τις οποίες
τον τροφοδοτούσε η κακή κατάσταση της υγείας του.
Παρ' όλα αυτά, διατήρησε ακλόνητη την αισιοδοξία του πιστεύοντας ότι ακόμη και στον
τροχό του βασανισμού του  - όχι μόνο αυτός, αλλά και ο κάθε συνετός άνθρωπος - θα
μπορούσε να γίνει ευτυχισμένος.

   Αρκεί ν' αποβάλει από την ζωή του την ιδέα της ριψο­κίνδυνης ευτυχίας, που υπόσχεται η παράφορη φύση των «κατά κίνησιν» ηδονών, και να περιοριστεί στην σιγουριά που
συνεπάγεται ο μετρημένος χαρακτήρας των καταστηματικών ηδονών.

   «Να τρως λίγο από τον φόβο της δυσπεψίας», εισηγείτο στον συνάνθρωπο του μ' έναν
τρόπο που θύμιζε την περί μεσότητος θεωρία του Αριστοτέλη, «να πίνεις λίγο για να μην κακοξυπνήσεις, ν' αποφεύγεις την πολιτική και τον έρωτα και όλες τις βίαιες πρά­ξεις, να
μην προσφέρεις ομήρους στην μοίρα αποκτώντας γυναίκα και παι­διά ...  
Και προ πάντων,  να ζεις έτσι ώστε ν' αποφεύγεις τον φόβο».

   Θα ξεπεράσει κανείς τον φόβο, όμως εφόσον μελετήσει την φύση και κατα­λάβει ότι ο
θάνατος και άλλα φαινόμενα που τον φοβίζουν, δεν είναι προϊ­όντα υπερφυσικών δυνάμεων,  που καθορίζουν την μοίρα του. Η μελέτη της φύσης είναι αναγκαία, μόνον καθόσον μπορεί  ν' απαλλάξει την ψυχή μας από ανόητους, κενούς, αδικαιολόγητους φόβους.
«Εάν», λέει ο Επίκουρος, «δεν μας ενοχλούσαν οι φόβοι, που αναφέρονται σε ό,τι
συμβαίνει στον ουρανό, και ο φόβος του θανάτου, ... δεν θα μας χρειαζόταν η ενασχόληση με τα φυσικά φαινόμενα».

   Για τον Επίκουρο, η φιλοσοφία και η έρευνα του φυσικού κόσμου δεν πηγάζουν, όπως
ισχυρίστηκε ο Αριστοτέλης, από τον θαυμασμό και την απορία, αλλά εκπορεύονται από την ανησυχία και τον φόβο, που τυραννούν την ψυχή του ανθρώπου. 

    Φιλοσοφούμε όχι για να ικα­νοποιήσουμε την περιέργεια μας για τα πράγματα, όπως υποστήριζε ο Αριστοτέλης, αλλά για να βοηθήσαμε τον εαυτό μας να ξεπεράσει τους φόβους, τις αγωνίες και τ' άλλα δυσάρεστα συναισθήματα μας.

   Ο Επίκουρος επιχείρησε να διατυπώσει μια φυσική θεωρία για τον κόσμο, που θα μπο­ρούσε ν' αναπαύσει και ν' ανακουφίσει την ψυχή του φοβισμένου και ανή­συχου ανθρώπου.  Και αναζήτησε την φυσική αυτή θεωρία στις επισημάνσεις του Δημόκριτου για τον φυσικό  κόσμο.

   Ο Επίκουρος στην νεότητα του υπήρξε μαθητής κάποιου δασκάλου ονόματι Νυσιφάντη,
οπαδού του Δημόκριτου. Όσο κι αν αργότερα μιλούσε επιτιμη­τικά για τον δάσκαλο του
εκείνον, εντούτοις εμπνεύστηκε από τις ιδέες του Δημόκριτου.
    Πίστευε κι αυτός ότι ο φυσικός κόσμος αποτελείται από τ' άτομα, τις αδι­αίρετες ελάχιστες
οντότητες της ύλης, που κινούνται μέσα στο κενό. Η κίνη­ση των ατόμων, εξαιτίας του βάρους των είναι κάθετη, από πάνω προς τα κάτω.

   Περαιτέρω, ο Επίκουρος απέδιδε στ' άτομα ένα είδος ελεύθερης βού­λησης, η οποία έκανε
ορισμένα από αυτά να παρεκκλίνουν από την κάθετη πτώση τους.  Η παρέκκλιση των ατόμων αυτών είχε ως αποτέλεσμα την σύγκρουση τους με άλλα άτομα, από την οποία δημιουργήθηκαν  οι διάφο­ροι συνδυασμοί και οι διάφορες μορφές όντων, που συγκροτούν τον φυσικό κόσμο.

   Η ίδια η ζωή γεννήθηκε συμπτωματικά, ύστερα από αλλεπάλληλες συγκρούσεις και συνεχείς συνδυασμούς, που προκλήθηκαν από την παρέκ­κλιση των ατόμων. 
Δεν υπάρχει τίποτε το μυστηριώδες, καμιά υπερφυσική δύναμη πίσω από την δημιουργία της ζωής και του σύμπαντος ολόκληρου. Ακόμη και η ψυχή, που θεωρείται σαν κάτι αιθέριο, είναι, τελικώς, ένα άθροισμα σωματιδίων.

«Η ψυχή», έλεγε ο Επίκουρος, «είναι σώμα που απαρτίζεται από λεπτότατης υφής μέρη».

Αυτό, όταν το καταλάβαμε, μας λυτρώνει από τον φόβο και την αγωνία για το τι θα γίνει η ψυχή μας, όταν θα πεθάνομε. Μετά τον θάνατο μας, η ψυχή μας, έχοντας υλική σύσταση, διαλύεται,  όπως κάθε άλλο σώμα.  

   Κι όταν δια­λυθεί η ψυχή, θα χαθεί μαζί της, επίσης, κάθε αίσθηση που υπάρχει, όσο υπάρχει η ψυχή. Και όταν, βέβαια, δεν θα έχομε καμιάν αίσθηση και δεν θα  μπορούμε να νιώσουμε τίποτε ύστερα από τον θάνατο μας  - ούτε λύπη ούτε πίκρα ούτε τίποτε άλλο απολύτως -, είναι καθαρή ανοησία τώρα να 
φοβό­μαστε και ν' αγωνιούμε για το τι θα συμβεί, και πώς θα νιώθομε για ό,τι  - ανύπαρκτο, τελικώς - θα συμβεί, όταν θα πεθάναμε.

«Ουδέν προς ημάς ο θάνατος»  - ο θάνατος δεν έχει καμιά σχέση μαζί μας, για να νοιαζόμα­στε γι' αυτόν και να τον φοβόμαστε.

   Αν, όμως, ο Επίκουρος τοποθέτησε ύστερα από τον θάνατο του ανθρώπου αυτήν την κατάσταση της απάθειας, της έλλειψης βίωσης εκ μέρους του ανθρώπου κάθε μορφής συναισθήματος, όπως είναι η λύπη. η αγωνία ή ο φόβος, άλλοι φιλόσοφοι, που πρωτοεμφανίστηκαν την ίδια με αυτόν εποχή, προέβαλαν την απάθεια σαν ένα αίτημα που οφείλει να το ικανοποιήσει κανείς  όσο ζει. 
Πρόκειται, συγκεκριμένα, για τους στωικούς φιλοσόφους, οι οποίοι υπέδειξαν στους ανθρώπους ένα διαφορετικό δρόμο από εκείνον που εισηγήθηκε ο Επίκουρος, για να φτάσουν στην ευτυχία, που αποτελεί τον τελικό στόχο της ζωής των.

   Ενώ ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης θεωρούσαν τα ουράνια σώματα θεϊκές μονάδες με αυτοτελή βούληση, τα οποία παρακολουθούσαν τους ανθρώπους, ο Επίκουρος γράφει ότι αυτά τα σώματα πήραν από την αρχή, μαζί με το σφαιρικό τους σχήμα, την αναγκαιότητα και περιοδικότητα των κινήσεών τους και δεν πρόκειται για μακάριες και άφθαρτες οντότητες.

   Η αξία της γνώσης, υποστηρίζει ο Επίκουρος, αντίθετα με τον Αριστοτέλη, μετριέται με τη χρησιμότητά της. Η γνώση πρέπει να βοηθάει για να εκλείψουν οι δεισιδαιμονίες και οι πλάνες και για να κατακτήσει ο άνθρωπος το ανώτερο αγαθό που είναι η ψυχική γαλήνη.
Δεν υπάρχει και δεν χρειαζόμαστε γνώση που δεν έχει σχέση με τη ζωή, που δεν μεγαλώνει την ευτυχία μας, που δεν μειώνει τον πόνο μας – επικούρειες αντιλήψεις που επικράτησαν οριστικά από την Αναγέννηση και εντεύθεν.

   Επίσης αντίθετα με τον Αριστοτέλη, ο Επίκουρος θεωρεί τις γυναίκες ισότιμες στην κοινωνική
ζωή με τους άνδρες και τις δέχεται ως μαθήτριες στη Σχολή. Εξ ίσου ισότιμη ανθρώπινη αντιμετώπιση αξίζουν οι δούλοι, οι οποίοι μπορούσαν να παρακολουθούν μαθήματα στον
Κήπο και να αναδειχθούν σε φιλοσόφους. Το όνομα ενός εξ αυτών, Μυς, διασώθηκε σε μας
από τον ιστορικό Λαέρτιο. Για τις γυναίκες έγραψε ο Επίκουρος:

«Η γυναίκα σου να σε σέβεται πρέπει και όχι να σε φοβάται, διότι δεν την πήρες για υπηρέτρια,  αλλά για σύντροφο στη ζωή.»

   Μια σύγκριση αυτών των αντιλήψεων με αντίστοιχες μεταγενέστερες που επικράτησαν στον ελληνόφωνο χώρο, δείχνει ποια ανατολίτικη οπισθοδρομικότητα επεβλήθη στον Ελληνισμό  με τις μεσανατολικές δοξασίες.

   Μέσα σε ένα περιβάλλον πολεμικών και πολιτικών ανακατατάξεων των ελληνιστικών κρατών, όπου τίθενται ερωτήματα για ανεξαρτησία (από τους Μακεδόνες) και αυτονομία των πόλεων, οι Επικούρειοι έχουν σαφή άποψη για το θέμα των πατρίδων, όχι με την ιδιοκτησιακή έννοια που δημιουργούν στους ανθρώπους, μέχρι των ημερών μας, οι κυβερνήτες για λόγους διατήρησης της εξουσίας και διακίνησης εξοπλισμών, αλλά με την έννοια του ενιαίου περιβάλλοντος,  της κοινής πατρίδας και της αδελφοσύνης επί Γης.

Έγραφε ο επικούρειος Διογένης Οινοανδέας (2ος αιώνα π.Χ.):

«Με το κάθε κομμάτιασμα της γης βέβαια άλλη είναι η πατρίδα για τον καθένα. 
Αλλά εάν δούμε όλη την επιφάνεια αυτού του κόσμου, τότε μία είναι η πατρίδα 
όλων μας, όλη η Γη, και μία η κατοικία μας, όλος ο κόσμος.»

   Αντιλήψεις, οι οποίες επανέρχονται τον 21ο αιώνα ως νέες σοφίες, μπροστά στα πολλαπλά προβλήματα που προέκυψαν, είτε από τις φυσικές αλλαγές, είτε από τις δραστηριότητες του ανθρώπου, π.χ. επιβάρυνση περιβάλλοντος, πυρηνικά όπλα, διατροφικά προβλήματα, ενεργειακή ανεπάρκεια, αμάθεια και οπισθοδρομικότητα κ.ά.

   Οι θεοί, κατά την επικούρεια αντίληψη, δεν ανακατεύονται στα ανθρώπινα, δεν κάνουν χάρες και δεν δέχονται δώρα. Αν έκαναν δε πράγματι οι θεοί όσα τους ζητούσαν οι άνθρωποι, θα εξαφανιζόταν η ανθρωπότητα, γιατί όλοι επιζητούν και εύχονται το κακό των άλλων…
   Για κάθε στιγμή και κάθε δυσκολία της ανθρώπινης ζωής, οι επικούρειοι φιλόσοφοι είχαν
διατυπώσει ως πνευματικό βοήθημα την τετραφάρμακον, τέσσερις φράσεις για συνεχή χρήση:

«Δεν μας φοβίζει ο θεός, δεν μας ανησυχεί ο θάνατος  εύκολα αποκτιέται 
το Καλό, εύκολα υποφέρεται το Κακό.»

   Αυτό δηλώνει ότι, πέρα από τις φυσικές δυνάμεις και τους νόμους του σύμπαντος,  δεν
υπάρχουν θεοί τιμωροί και μπαμπούλες, όπως επαναλαμβάνουν καταπιεστικά   οι θρησκείες,
οπότε και δεν χρειάζεται κάποιος να ζει με το φόβο τους   δεν μας ανησυχεί ο θάνατος που
δεν μας αφορά, εφόσον εμείς δεν υπάρχουμε πια  το καλό που χρειάζεται για να ζήσει
κάποιος, σύμφωνα με τις πνευματικές, ψυχικές και σωματικές ανάγκες του, αποκτάται για
έναν ολιγαρκή άνθρωπο εύκολα  και τέλος,  με την επικούρεια αταραξία αντιμετωπίζεται
κάθε κακό, κάθε δυσάρεστη κατάσταση  και κάθε φόβος.

   Ένας σημαντικός τομέας που απασχόλησε εντατικά τον Επίκουρο, από τον οποίο έχουμε
όμως λίγες πληροφορίες, είναι η φυσική του φιλοσοφία. Η επιρροή του ατομισμού του
Λεύκιππου  και του Δημόκριτου είναι παραπάνω από εμφανής στο έργο του Επίκουρου.
Ο μεγάλος αυτός φιλόσοφος έγραψε, μεταξύ άλλων, και ένα τεράστιο συναφές σύγγραμμα,  «Περί Φύσεως», το οποίο είχε έκταση 37 τόμων. 

   Τα λίγα αποσπάσματα που έχουν διασωθεί  από αυτό το έργο, είναι κυρίως κείμενα του Λουκρήτιου και του Διογένη Οινοανδέα, αλλά  και λίγα του ίδιου του Επίκουρου.

http://www.visaltis.net/
http://sciencearchives.wordpress.com/

Scholeio.com

Survival or Extinction VI, Head and Hand

Survival or Extinction: Head and Hand




Survival or Extinction, 

The OM Principles versus the Global Depopulation Policy 




part six: Head and Hand
December 27. 2013, by Kevin Mugur Galalae
Money is not the source of all evil, human frailty is. Social divisions are expressed in money but caused by the supremacy of vice over virtue. Since society is the sum total of our actions, policy makers can improve it far in advance of human evolution by ensuring that the social construct promotes virtue and suppresses vice and does so proactively, thus before vices are acted upon, not retroactively, after the damage is done.

The executive and legislative branches of government, therefore, are far more important than the judiciary for the well-being of society. If the rules of society are fair, transgressors will be few and human effort will be channeled towards constructive ends rather than wasted on destructive pursuits, litigation and punishment. 

A fair society that channels human effort towards constructive ends makes optimal use of resources and prospers. Such a society will be empowering rather than punitive and inclusive rather than marginalizing. And these features will make it compassionate, just and joyous.

Pride, avarice, envy, wrath, lust, gluttony and sloth – the seven deadly sins – would be exceptions; while humility, generosity, kindness, patience, chastity, temperance and diligence – the seven holy virtues – would be the rule in a society that is properly conceived and regulated.

The question then arises of how to attain such a society despite our human flaws. This calls us to find the point within the social construct at which we abandon our better for our baser instincts. In economic terms, that point is the division of labor.


The division of labor – especially between manual and intellectual occupations – begets different and at times divergent interests, and that in turn begets special privileges, social classes, and ultimately conflict. 
I take the liberty of quoting myself on the toxic consequences of the strict division of labor and super-specialization that characterize our modern society and on their origin in our need for invidious distinctions, of status, power and wealth.

“The last enemy of human rights is man’s vanity, his need to acquire wealth and status and the price he is willing to make others pay for it. Man is perpetually fighting this enemy within from the moment he acquires sufficient physical and mental strength to impose himself on others, or to resist the imposition of others on him. 

Unfortunately for human civilization these invidious distinctions have become part of nearly every society’s values and norms and are at the basis of the hierarchies that run the show. By accident more than design, they wreak havoc on the principle of equality between men affecting every human right in existence. 

And because hierarchical societies justify the greatest levels of aggression and can force men to act contrary to their nature, they have largely displaced communal and egalitarian societies that frown upon the exploitation of many for the benefit of the few. That is why conflict and war between nations and ideologies have caused the most gruesome atrocities, the vilest form of human rights violations.”

As long as invidious distinctions are encouraged and enshrined in our social and economic organization we shall not know justice, freedom or equity and consequently peace and stability will also forever elude us. And the division of labor between manual and intellectual pursuits is the source and embodiment of all invidious distinctions. Unless we annihilate it, we will be forever at the mercy of our baser instincts.

Contrary to common belief the international power structure is listening to our call for a more just society and has undertaken a massive redistribution of wealth from the developed to the developing world to even the scales and close the wealth gap that has grown by leaps and bounds between the West and the Rest since the industrial revolution. 


Closing the wealth gap is a prerequisite to the eradication or at least suppression of invidious distinctions, with respect to those rooted in money. But paradoxically this equalization cannot be accomplished without first encouraging the opposite, namely the most striking wealth distribution in history. The rationale is this.

To achieve a global equalization of wealth, the developed world is being gradually impoverished while at the same time the developing world is being gradually enriched. This is necessary because wealth is relative and because global resources are shared by being made available to the highest bidder on the stock markets. In a world strictly divided between poor and rich nations, the poor would be excluded from access to natural resources by their lack of wealth necessary to purchase them. 


Globalization, therefore, necessitates a relatively equal distribution of wealth between regions and countries. And after two centuries of unequal progress the gap between the West and the Rest cannot be closed without transferring capital, production facilities and knowhow from the developed to the developing world. 

In order to accomplish this, above the objections of the citizens of developed nations, the wealth needs to be concentrated in fewer hands to be more easily transferred. This engineered concentration and transfer of wealth looks like this in the United States: http://www.youtube.com/watch?v=QPKKQnijnsM#t=2.
If the creation and consumption of wealth were to be allowed to proceed separately from country to country, the wealth gap would only grow worse and the first countries to industrialize would maintain and enlarge their technological and scientific advantage, and consequently their economic advantage, at a much faster pace than the countries that were last to industrialize or have only just begun, therefore excluding the newcomers from vital natural resources by their greater purchasing power which would allow them to outbid poor nations in the stock markets, where natural resources are traded. Ultimately this would result in the total exclusion of the developing world from vital natural resources and therefore from progress.

As painful as it is for us westerners, the ongoing equalization of wealth must continue until such time as national divisions no longer exist – in which case the global income gap can be closed through taxation – or until the Rest has caught up with the West in terms of industrial capacity and the ability to create wealth. But this transfer of wealth should not be allowed to occur in such a way as to condemn the bottom quarter of society to devastating poverty, as is the case in nations without a social conscience and without compassion for the predicament of those who have been excluded from social well-being for the sake of grand geopolitical goals, however necessary these goals may be. There is no excuse for that kind of cruelty.

Those who have conceived and are carrying out the globalization effort justify deadly poverty as necessary to reduce the global population in a world of diminishing resources and an increasingly large number of people vying for them in a world where we can no longer distinguish between us and them if we are to avoid war.

It is true that the equalization of wealth across the globe cannot succeed without a parallel effort to vastly reduce the population, especially in the developing world, where 90% of the global population growth has occurred since 1945 and where the population is still growing since depopulation measures by covert chemical, biological and bacteriological means are more recent than in the West. 


It is also true that the globalists don’t necessarily want to leave anyone behind by condemning them to deadly poverty, but are constrained by material limitations and are therefore resigned to the notion that the only way to select who lives and propagates their genes and who doesn’t is best done by the cruelties of the market.

They are resigned to this heartless Final Solution because they were forced by insurmountable structural obstacles in the post-World War II period to tackle depopulation by covert methods rather than overt legislation and are afraid of changing course; this being impossible without first admitting their mistakes and crimes. 


Those who have read my book, Killing Us Softly: Causes and Consequences of the Global Depopulation Policy, will know that the democratic process, the intractability of religious authorities, and the lack and acceptance for artificial birth control measures stood in the way of legislating family size, as China did in 1978 with its One-Child-Policy.

They are also resigned because they know that the damage done by covert chemical, biological and bacteriological depopulation measures is irreversible and a quarter of the people in countries subjected to such depopulation measures for the past three generations have been damaged beyond repair and rendered too dysfunctional to be productive and reproductive members of society. 


The system is now geared to see them gently into oblivion and the legal, medical, military, political and religious establishments of western countries are partners-in-crime, as they are tasked to finish the genocide they have started.

While I was in jail during my last incarceration, which lasted nine months, I had the opportunity to observe firsthand the level of deterioration of that segment of the population whose genetic and intellectual endowments have been damaged beyond repair by chemical, biological and bacteriological means. 

They suffer such psychological and physiological damage and experience such dependence on psychotropic drugs (be they legal or illegal) that they cannot function at even a basic level without their next fix, which inevitably brings them closer to a premature death. To aid their death the prison system pushes drugs without shame and even encourages those who are drug-free to start using and become addicted. The most vulnerable people in society are thus lobotomized and buried behind prison walls never to escape.

The process of elimination stretches across society. The legislative and executive branches of government pass laws designed to impoverish large segments of the population, and pass and enforce laws designed to criminalize poverty. The judiciary then condemns the poor and the desperate to draconian sentences for minor offences, and more often than not for having committed no offense whatsoever, and then imposes impossible conditions upon release that are intended to trap innocent people and the poor in a never-ending cycle of incarceration and release. With each arrest, incarceration and release the victims of this eugenic judiciary sink deeper into debt and desperation and are finally and permanently excluded from employment therefore forcing them into crime.

Throughout this destructive ordeal, it is medical practitioners – doctors, dentists and psychiatrists – who are assaulting these hapless victims of engineered structural violence with false diagnoses, over medication, pharmacological poisons that masquerade as medicine, and institutionalization to create a feeling of worthlessness, a habit of drug dependence, and morbidity and premature mortality. 

The medical profession creates and keeps the cycle of annihilation going because it is responsible for not only deliberately contaminating the basic elements of life and using pharmaceuticals to undermine human health, but also in concealing this with false research that justifies the presence of such poisons as beneficial to us when the absolute opposite is true. As such, the medical profession bears the greatest burden of responsibility and culpability.

A close second are the lawyers who man the three branches of government and who pervert the law and offer legal protection to their counterparts in the medical and scientific ranks so they can continue to commit crimes against humanity.

Ultimately, this eugenic and genocidal international world order is the child of a western technocratic mindset that has transferred its blind faith in God to blind faith in science and whose practitioners are possessed with the arrogance of believing themselves capable of solving social ills with scientific fixes that bypass the democratic process and hold in contempt the people’s rights, norms and judgments. 

It is protected by a coalition of professional interests that form a cross-section of society and straddle the legal, medical, political, military, and media complexes and whose members are willing to lie and cheat on each other’s behalf to protect their grand design and insulate themselves from retribution by the human beings whom they treat as scientific experiments and disposable lab rats.

As a result, the world order they have created is devoid of decency, inalienable rights, and immutable norms, having abandoned all ethical restraints and legal constraints for a self-serving relativism that can and is being bent any which way technocrats, bureaucrats, lawyers and scientists decide it is to their advantage. By their arrogance they have turned society into a cold machine that grinds human beings like sausages and composts them like manure to fuel and fertilize their intellectual constructs in the hope that sometimes in the future they will materialize into a perfect society.

But to be fair, the covert methods of the Global Depopulation Policy would not have been conceived had there not been a need to bypass the blind resistance of religious people of all denominations to birth control and their reluctance to accept that people who do not share their religious views are equally valuable, equally deserving and equally human.

We, the people who form the vast majority of humanity, are caught between science and religion, between the cold calculations of the former and the blind beliefs of the latter, neither of which wants to concede that we are perfectly capable of understanding the threats we face and of taking evasive action, thus of doing the right thing, if only provided with the facts and given the necessary tools.

To break their monopolies on knowledge and morality, the arrogance of their self-conferred status and authority, and the privileges they have reserved for themselves at our expense, we must institute a new division of labor that forces everyone to work with their hands and head in equal measure and to the best of their abilities.

At the same time, those of us who work only with their hands – be it because they are too lazy to think or because they have been excluded by unfair competition and lack of opportunity from the benefits of a higher education – and who expect miracles from science and technology, not understanding their limitations and inadequacies in matters that require social action and individual responsibility, will by their involvement in intellectual work be in a better position to understand the world around them and the problems we face. Ignorance after all is our greatest enemy.

Only when this gap between the manual/intellectual divide is closed, or at the very least shortened, will we be able to have peace, prosperity and security for all. Only then will we be able to nurture a love of nature and the natural and abandon the dangerous and destructive notion that artificial constructs are better than nature’s creations. Only then will we be able to reconnect with nature, to feel the soil, to respect the hardship of the natural order and appreciate its indiscriminate justice. 

Only then will we be able to free ourselves from the soul-sickening, mind-numbing, and health-destroying circumscription of our potential as multilateral and multi-talented creatures meant to experience life in all its facets and not be imprisoned in the mechanical routines of single skillsets. Only then will the economy serve us and not us the economy. Only then will the system be made for humans and not humans for the system. Only then will we be fully human once again. Only then.

And so we come to an answer to the age-old dilemma of invidious distinctions.


Principle 5: Hand and Head Work For All
The division of labor between manual and intellectual work leads again and again to social division and ultimately to class war. The new socio-economic system must henceforth not only enable but demand from each and every individual the opportunity for both types of labor, manual and intellectual, according to the individual’s skills and abilities. 


This will eradicate disdain for manual labor, the monopolization of professions, unfair income gaps between manual and intellectual labor, and the tyranny of technocrats, bureaucrats and intellectuals over the working man. It will naturally lead to a fair economy and a respectful society. 

It will also ensure a healthier life by alternating sedentary intellectual work with active manual work within the work week of every man and woman. Everyone must work with their hands and with their heads and society must be redesigned to provide opportunities for dual employment.

It will not be easy to restructure society according to this requirement. But it is certainly not impossible and the benefits we will draw as a society and as individuals will far outweigh the drawbacks.

Those among us who are particularly gifted and who are now rewarded with wealth for their outstanding contribution to society will in the future be rewarded with time to think, freedom to act, and recognition to shine. Such individuals will enjoy the benefits that wealth now confers on the deserving, but will do so without detrimental effects to society; the detrimental effects that come from the accumulation of too much wealth in too few hands and that again and again results into a privileged class that will monopolize power and authority to usurp the principle of equality among men and secure benefits for themselves and their offspring at the cost of the majority and to the disadvantage of social evolution.

The nobility of blood has been replaced by the nobility of merit and now it is time to replace it with the nobility of virtue so that both individuals and society can thrive.

I live by the principle of equal division between manual and intellectual pursuits and I am the better for it. It gives me tremendous satisfaction to work alongside a man who has built enough foundations to have a city named after him and who knows what it is like to ache at the end of every working day, but who also has the privilege of beholding the fruits of his labor at the end of every working day and to revel in the thought that his muscles and wit have built a structure that will shelter a family for decades to come.

A man who has no dirt under his fingernails is not a man. And such a man will not know how to behave like a human being towards other men. He will use his mind to rob others of what is their due and arrest social evolution.

By the same token, a man who does not use his mind to seek answers to difficult questions and to understand the world around him is only a step removed from beasts. And such a man will not know how to behave like a human being towards other men. He will drag down those around him to his ignorant level and arrest social evolution.

In the final analysis, a strict division of labor is an unnatural state of being and a barrier to social evolution. At a time of overabundance of manpower, we can sacrifice economic productivity and efficiency for social gains and individual fulfillment.

Previous generations had philosopher kings. Future generations will have intellectual workers.

Disclaimer: The views expressed on this article are those of the author and do not necessarily reflect the views of this publication.

(PART ONE: LIFE OR DEATHPART TWO: FOLLOW THE MONEY; PART THREE: NEED NOT GREED; PART FOUR: TAMING THE WOLVES; PART FIVE: DISCARD ME NOT)



  Scholeio.com