Ο. Αλεξάκης, Των άστρων ταπεινός κανδηλανάφτης





Ορέστης Αλεξάκης

* Μ’ αυτές τις λίγες λέξεις που απομένουν
             μ’ αυτές τις λίγες φλόγες που επιμένουν
             χτίζω το ταπεινό μου εντάφιο σπίτι


*…Του ανέλπιστου τυφλός κιθαρωδός
          Του ανύπαρκτου πλανόδιος τροβαδούρος


*…Ένας απλός διαβάτης των ωρών
      Ένας τυφλός και μάταιος ιχνηλάτης
      Των υπόγειων βλαστήσεων κηπουρός
      Των άστρων ταπεινός
      κανδηλανάφτης



*…Ζω τη μαγεία των υπόγειων χώρων
      Αντλώ σοφία στη μήτρα των πηγών
      Ιερουργός του μυστηρίου των λουλουδιών
      Και της εκπυρσοκρότησης των σπόρων …



Η Τρίτη φάση


Στην πρώτη φάση ανύποπτοι προσέρχονται
Απολαμβάνουν τη ζωή
τη μουσική τον έρωτα τη φύση
Αυτή την άπεφθη ηδονή του υπάρχειν

Στη δεύτερη όμως φάση κάτι αλλάζει
Θαμπώνουν κάπως γύρω τους οι εικόνες
Γεύση φθοράς στα χείλη τους πικρίζει
Ένα περίεργο ρίγος τους διατρέχει
σαν κάτι να τους απειλεί
Νιώθουν λιγότερο οικείο τον κόσμο

Τέλος στην τρίτη φάση επισυμβαίνει
το μαγικό αναπότρεπτο. Αναβλύζει
μια μουσική απ’ τα βάθη της ψυχής τους
Νιώθουν να χάνουν το υλικό τους βάρος
Η σκέψη τους αδειάζει η βούλησή τους
ακινητεί σαν παγωμένη λίμνη
Τους έλκει το απροσδιόριστο
Τους προσκαλεί το «πέραν πάσης μνήμης»
Ακολουθούν μια μυστική βοή
Και κατεβαίνουν σιωπηλοί
τη σκάλα



Εμφάνεια

Εσύ
πάντοτε ανέγγιχτη απ’ το χρόνο
να με κοιτάς με το βαθύ σου βλέμμα
πίσω από ανταύγειες και κατοπτρισμούς
και ομίχλες βυθισμένων παρελθόντων

Και να –
προβάλλεις άξαφνα καθώς
πρώιμος ανθός σε παγωμένο κήπο

Φωτίζονται οι στιγμές
λαμπρές νησίδες
στον ωκεανό της απεραντοσύνης
λίγο προτού χαθούν
ξανά
στο μαύρο

Όνειρο τάχα; Ελπίδα; Ή μόνο μια
παροδική παραίσθηση
μια λάμψη
μια ταπεινή μεταγραφή σε οικείες εικόνες
του σκοτεινού μυστήριου που μας κλώθει;



Ο μεταμφιεσμένος χρόνος
μνήμη ποιητή Διομήδη Βλάχου

Τι περιμένεις όταν περιμένεις
το Τίποτα;
Το Τίποτα δε θα ‘ρθει
Το Τίποτα είναι εδώ σε περιβάλλει
φοράει λαμπρή στολή κι ωραία πλουμίδια
και τον θαυμάσιο κόσμο προσποιείται
Το Τίποτα είναι χρώματα και λάμψεις
σχήματα και μορφές
κενά και όγκοι
Μάτια που φέγγουν στοχασμό και ρέμβη
Χείλη που στάζουν ηδονή και λήθη
Σώματα που θροούν φωνές που ανθίζουν

Το τίποτα είναι το χαμόγελό σου
Το βλέμμα σου το σιωπηλό σου δάκρυ
Η δίψα της ψυχής σου που δεν σβήνει
Το άλλο σου πρόσωπο το βυθισμένο
που σε κοιτάζει από την καταχνιά του

Το Τίποτα είσαι Εσύ Το μαύρο σου αίμα
Της ύπαρξής σου το βαθύ πηγάδι



Η μόλις μουσική

Μην απορείς που δυσανασχετώ
ν’ ακολουθώ τα βήματά σου Μνήμη
Γνωρίζω την αλήθεια τι ωφελεί
αδιάκοπα σ’ αυτήν να μ’ επιστρέφεις;
Για ποιο σκοπό ο χορός των ερειπίων;
Η επαναβίωση τόσων χωρισμών;
Η εκταφή του ενταφιασμένου χρόνου;

Σώπασε … σώπασε .. η ψυχή κοιμάται
Μην την ξυπνάς … κουράστηκε να ελπίζει
Κουλουριασμένη μέσα στον εαυτό της
έχει αφεθεί στη μόλις μουσική

που η αίσθηση του μάταιου αναδίδει



Ο αχινός

Την ποίηση αν δεν υποχωρεί
μπορείς να τη βιάσεις
δεν είναι δα πρωτόβγαλτη παρθένα
έχει ασκηθεί στην πονηριά και την υποκρισία.
Χρόνια και χρόνια σου ορκιζόταν
αιώνια πίστη κι αφοσίωση
καταβροχθίζοντας κομμάτια απ’ τη ζωή σου
για μια παραίσθηση για μια παραφορά
που τελικά κατέληγε σε κλάμα.
Και τώρα
τάχα δε σ’ αναγνωρίζει
Σε προσπερνά γυρνώντας το κεφάλι
με αμούστακα αγοράκια χαριεντίζεται
ανύποπτες παιδούλες ξεμυαλίζει
Ου να χαθεί … δε θα της κάνω το χατήρι
δε θα την πιάσω απ’ τα μαλλιά
το αραχνοϋφαντό της δε θα σκίσω
Ξέρω τι ψέμα κρύβεται από κάτω
Τι ματαιότης εγκοσμίων σαρκάζει
ποια τρύπα καιροφυλακτεί
- ένδοξους κι άδοξους μεγάλους και μικρούς –
σαν μαύρος αχινός
να μας ρουφήξει
από τη συλλογή Το άλμπουμ των αποκομμάτων, 




Ο υπηρέτης

Όχι, δεν είμαι εγώ καθώς νομίζεις
αυτός που κυβερνάει από τα βάθη
προκαθορίζοντας πορεία και στόχους

Ο άλλος είναι – ο αποκεκρυμένος

Εγώ – μα ποιος εγώ;- παγιδευμένος
«αιχμάλωτος μιας αποτρόπαιης μοίρας»
ο ποιητής Πι Δέλτα ή Γάμα Βήτα
ή Ορέστης Αλεξάκης τέλος πάντων
δεν είμαι παρά μόνον υπηρέτης
αγνώστου Αυθέντη που ποτέ δεν είδα
και που δεν έχω ακούσει τη φωνή του
γιατί τα μάτια μου είναι σφραγισμένα
τ’ αυτιά μου βουλωμένα και τα χέρια
δέσμια για να μπορούν να κάνουν μόνο
τις απολύτως αναγκαίες κινήσεις.

Μοίρα σκληρή – μα δεν παραπονιέμαι
Γιατί οι ενδείξεις συνεχώς πληθαίνουν
πως είναι κι ο Αυθέντης μου τυφλός
κωφός
βωβός

και με το στήθος άδειο …
δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πόρφυρας,
τεύχος 132, Ιούλιος – Σεπτέμβριος 





Εν αναμονή

Ξέρω πως είσαι μέσα μου
κι ωστόσο
θαρρώ πως απ' τον έξω κόσμο θα 'ρθεις
Ακούω τα βήματά σου να πλησιάζουν
από τα βάθη μακρυνού διαδρόμου
Άλλοτε λυπημένα με κοιτάς
μέσ' απ' το φως φανταστικής οθόνης
μου δείχνεις ένα πέτρινο πηγάδι
κι ένα παιδί στο φιλιατρό
να κλαίει
Κάποτε σκοτεινιάζεις και γεμίζεις
τον ύπνο μου κεριά και μαύρα ρούχα
και σε φοβάμαι μέσα στην αγάπη
και σε φοβάμαι
μέσα στην ελπίδα
Όμως
καμιά φορά
χαμογελάς
με τόση τρυφερότητα με τόση
παιδική μνήμη
που άξαφνα
διακρίνω - κάπου στα βάθη των
διαλογισμών
κάπου στα μάκρη ενός
χαμένου κόσμου -
πρόσωπα που εξαγνίζονται στο φως
πράγματα που εξαχνίζονται
στη δόξα

Σαν να 'χει κάπου ο χρόνος σταθεί
Σαν να 'χει κάπου κι ο Θεός
πατρίδα
συλλογή Ο απόπλους




Ο Ληξίαρχος

Ίσως λοιπόν
πίσω από τόσους χωρισμούς
να βρεις κι εσύ το νόημα της ζωής σου
καρφώνοντας στην όχθη του αχανούς
βίγλα του ακατανόητου
τη σιωπή σου

Γιατί κι ο χρόνος γέρων είναι
και κυφός
κι όση σοφία θησαύρισες καπνός και σκόνη
Δε μένει παρά λίγο γκρίζο φως
Κι ο σκοτεινός Ληξίαρχος που ζυγώνει



Λεπτομέρειες για σπίτια που παλιώνουν

Κανείς δεν ξέρει πού
κοιτούν
τα σπίτια

μέσ' από τ' ανοιχτά παράθυρά τους
σαν προβολέα το βλέμμα περιφέρουν
φωτίζοντας ένα δικό τους κόσμο

Τα βράδια
κλείνουν πια τα βλέφαρά τους
βυθίζονται βαθιά στην ύπαρξή τους
νιώθουν κι αυτά το σώμα τους
ακούνε
τις πέτρινες τους φλέβες να φουσκώνουν

μέσα στα κύτταρά τους ξαναζούν
ψίθυροι των νερών
φωνές του ανέμου

Τα σπίτια μοιάζουν κάπως με τους τάφους
όπου νεκροί και ζώντες συνυπάρχουν
ο χρόνος τους ακινητεί
το παρελθόν τους και το μέλλον τους
χωρούν
μες στο πλατύ κι ασάλευτο παρόν τους

Όμως
πεθαίνουν κάποτε κι εκείνα
σωρεύεται στα στήθη τους σκοτάδι
σπάζουν τα κόκκαλά τους απ' το βάρος
και ξαφνικά
μια νύχτα
καταρρέουν
μ' ένα βαθύ λυγμό που συγκλονίζει



Μαρία ή το θαύμα της βροχής

Καθώς
εγώ
τη μυγδαλιά τινάζω

πέφτουν τ' αμύγδαλα βροχή
κι εσύ
πώς λάμπεις

μα δεν θυμώνεις
μόνο
με κοιτάζεις
και μου χαμογελάς
φεγγοβολώντας

Κι εγώ
τινάζω με
μανία το δέντρο
και Θε μου σε
φοβάμαι και
μ' αρέσεις

κι όλο βυθίζεσαι στο φως
και μέσα
στην εκτυφλωτική σου λάμψη
σβήνεις

Κι εγώ
τινάζω κλαίγοντας
- γελώντας
και κλαίγοντας -
το δέντρο
και
ξυπνώ

και πια
δεν είναι φως
δεν είναι δέντρο

μόνο δωμάτιο γκρίζο
βουρκωμένο
και τρέχει
βρέχει
και
δεν είσαι

κανείς δεν είναι πια
και με σκεπάζουν
άγρια θολά νερά

νερά
και χρόνια



Άγριο χιόνι

Κάποτε μες στο σπίτι μου

χιονίζει
γίνεται τότε η κάμαρα
λευκό τοπίο
σηκώνονται απ' το χώμα παγωμένοι
και με πλησιάζουν
οι νεκροί μου φίλοι

Τα ραγισμένα χέρια τους απλώνουν
ζητούν
τη θαλπωρή του σώματός μου

Δεν έχω σώμα πια δεν έχω
φλόγα
τίποτα δεν μπορώ να σας προσφέρω
μόνο να μοιραστώ την παγωνιά σας
στερνός κι εγώ στην αλυσίδα κρίκος

διασχίζοντας αυτή την άγρια στέππα

προς το βαθύ κι ανεξιχνίαστο μέλλον

από τη συλλογή Ο ληξίαρχος, 



Η απρόσμενη

Όμως
ποια να 'σαι Εσύ που αιφνιδιάζεις
- με τόση λάμψη τόση μουσική -
το σκυθρωπό βασίλειο της σιωπής μου;
Που χείμαρρος φωτός εισβάλλεις ξάφνου
σ' αυτά τα ειρηνικά σκιόφωτα όπου
χρόνια και χρόνια τώρα συντηρώ
τις λιγοστές αναιμικές μου μνήμες;
Μ' αυτή την εκτυφλωτική ομορφιά; Μ' αυτή
την εκκωφαντική σου παρουσία;
Τι ανακαλεί το βλέμμα σου στη μνήμη;
Κι αυτό το αστραφτερό χαμόγελό σου
-σαν άξαφνη αστραπή σε μαύρο φόντο-
ποιο ανέφικτο υπαινίσσεται και ποιες
ακτές πέραν του χρόνου προφητεύει;

Στο φρύδι του γκρεμού με καρτερείς
και με χαμόγελο ήρεμο μου γνέφεις
ανύπαρκτα φτερά να εμπιστευθώ
παγιδευμένες πτήσεις να τολμήσω

δημοσιευμένο στο περιοδικό Εντευκτήριο,
τεύχος 66, Σεπτέμβριος 



Δουλτσινέα

Έρχομαι από τα βάθη των καιρών

απ' τους βυθούς ενός χαμένου κόσμου
ματαιωμένος εξερευνητής
ιππότης νικητής
ανεμομύλων

'Έρχομαι
σέρνοντας τα πολύχρωμα κουρέλια μου
φορώντας
τα επινικελωμένα μου παράσημα
και πάνω στο κεφάλι μου
- κορώνα
και δόξα των ονείρων της ζωής μου -
την άχρηστη λεκάνη του μπαρμπέρη

Έρχομαι τσακισμένος οδοιπόρος
γονυπετής μπροστά στο θαύμα της αγάπης σου
φώτισε με το βλέμμα σου τα σκοτεινά τοπία μου
ρίξε τα χέρια σου γεφύρια στο αχανές μου
βοήθησέ με πάλι να υψωθώ
μέσ' απ' τη δίψα των ψυχών
και το πανάρχαιο ρίγος των σωμάτων

δημοσιευμένο στο περιοδικό Εντευκτήριο,
τεύχος 66, Σεπτέμβριος 



Κι όπως θρηνούσα

Κι όπως θρηνούσα
σιωπηλά
στο μνήμα

μια ξαφνική
χαρά
με συνεπήρε

σα να 'χε κάπου
μόλις
ξημερώσει

από τη συλλογή Βυθός, 



Ο πίδακας

Και πια
δεν έχω τίποτα να πω
- γι' αυτό
θυμάμαι -
κλείνω το πρόσωπό μου στη σιωπή
και λέω πώς πάλι
λυπημένος θάμαι
Κυλάει ο χρόνος ήρεμος κι αργός
σέρνοντας στο βυθό
τα θύματά του
- σπάσαν οι σωληνώσεις και το φως
πλημμύρισε τα υπόγεια του θανάτου -
Στάζουν τα χρώματα όνειρο
κανείς
το μυστικό δεν έχει φανερώσει
- σε σκοτεινό προθάλαμο οι πραείς
έχουν ενδώσει -
Μονολογώ και ξέρω πως ο αμνός
είναι το σκότος και το φως
του κόσμου
- προς της αιχμής την έκπληξη γυμνός
σαν πίδακας υψώνεται ο λαιμός μου

από τη συλλογή Αγαθά παιχνίδια, 



Αντώνιος

Απολείπειν Κύριος …
Ωραία λοιπόν μας τα ‘πες Κωνσταντίνε …
Μες στο βαθύ μας πόνο να σταθούμε
περήφανοι καθώς ταιριάζει σ’ άνδρες
που η Μοίρα δεν μπόρεσε να καταβάλει.
Κι όπως θα ηχούν ψηλά οι αθέατες άρπες
«τα εξαίσια όργανα του μουσικού θιάσου»
δίχως κλαυθμούς και μάταιες ικεσίες
την πόλη αυτή που τόσον αγαπήσαμε
την πόλη αυτή που όλη η ζωή μας ήταν
όχι ασυγκίνητοι μα πάντως «ευπρεπείς»
για πάντα ν’ αποχωριστούμε.
Σάμπως ποτέ για μας να μην υπήρξε.

Όμως υπήρξε Κωνσταντίνε Υπήρξε
Με τα βαθιά της πάρκα τις μεγάλες
λαμπρές λεωφόρους με τα ωραία λουτρά της
τους αρωματισμένους της κοιτώνες
τα μαλακά σα χάδι ανάκλιντρά της
- μάρτυρες τόσων στεναγμών αγάπης …
Κι εξ άλλου δεν γεννιόμαστε ήρωες όλοι
Λίγοι έχουν σφραγισθεί μ’ αυτή τη βούλα
Οι άλλοι εμείς οι απείρως περισσότεροι
άνθρωποι απλοί του καθ’ ημέραν βίου
μεγαλωμένοι με το φόβο και τη στέρηση
και την ανίατη νοσταλγία για κάτι
που ωστόσο δεν γνωρίσαμε ποτέ
πώς να σταθούμε αράγιστοι μπροστά
στο φοβερό ναυάγιο των ονείρων;
Πώς να μη μας προδώσουν οι οφθαλμοί;
Να μη σαλέψει μέσα μας ο κόσμος;

δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πόρφυρας,
τεύχος 132, Ιούλιος – Σεπτέμβριος 




Χαιρετισμός στην Κέρκυρα

Πώς να ξοφλήσω την οφειλή;  Τι ν' αντιπροσφέρω;
Δεν έχω τίποτα δικό σου Χτυπώ την πόρτα σου
Σαν τον τυφλό οδοιπόρο που έχασε το σπίτι του
Σαν το ξυπόλητο παιδί που ψάχνει για τ' αστέρι του

Με δίδαξες την αλφαβήτα τής ομορφιάς
Το συναξάρι τής αγάπης
Τη μελωδία των ουρανών, την πέρα βοή των άστρων
Το μέσα φως των λουλουδιών
Τα έγχρωμα βάθη τού όνειρου

Με δίδαξες να περπατώ με δυο κλωνιά παρηγοριά
Να σκύβω ν' αφουγκράζομαι στα σφραγισμένα σπίτια
Ν' αποστηθίζω των μανάδων τη σιωπή
Ν' αναζητώ τ' αχνάρια των απόντων
Να μελετώ περικοπές λησμονημένων προφητών

Με δίδαξες να συντηρώ το ανθρώπινο ζυμάρι μου
Να φέγγω πάντα μέσα μου με το αρχικό λυχνάρι
Να μην αφήνω τα κλαδιά να μου σκεπάζουν το άστρο
Ν' αποκρυπτογραφώ σωστά τις δειλινές καμπάνες
Ν' ακούω το βήμα τού Χριστού στον έρημο ελαιώνα

Με δίδαξες ν' αναζητώ τον σπόρο και τη ρίζα
Ν' ακούω το ρήμα των καιρών και ν' αποκρίνομαι
Να βάζω επιστροφής σημάδια μολονότι ξέρω
Πως χάνομαι σε μια φυγή χωρίς ελπίδα νόστου

Μα πιο πολύ με δίδαξες να 'μαι έτοιμος
Δίχως κηλίδα ή ρίγος - σαν τα βράδια σου
Όλος μι' ανάερη μουσική, όλος σα φεγγαρόφωτο
Όλος αηδονολάλημα στα μαύρα κυπαρίσσια

Ήρθα λοιπόν Σαν άσωτος υιός Χτυπώ την πόρτα σου
Άφησε να περάσω το κατώφλι σου
Εκεί που δωδεκαετής είδα τα μάτια τού Θεού
Άσε να μπω στον κήπο των θαυμάτων σου
Να κατοικήσω μια στιγμή την πρώτη νιότη μου
Θέλω να πω
να θάψω εδώ
τα παιδικά μου σύνεργα

Θέλω να δω το πρόσωπό σου πριν θαμπώσει ο δρόμος
Θέλω ν' ακούσω τη φωνή σου πριν πετρώσει ο χρόνος
Θέλω να πιω από το νερό σου πριν το πάρει η στέρνα

Είμαι για πάντα το παιδί σου∙ ψάξε με
Κοίταξε μέσα στο αίμα μου∙ θα δεις το φως σου
Σκύψε βαθιά στο στήθος μου∙ θ' ακούσεις την ανάσα σου
Δώσ' μου ξανά τη ρίζα μου∙ διψώ Μητέρα

Είμ' έτοιμος Είμ' έτοιμος
Θα μείνω πάντα χώμα σου


Από τη συλλογή Η Περσεφόνη των γυρισμών


                                 Ορέστης Αλεξάκης


Scholeio.com

Αγγελάκη-Ρουκ, Ευγνωμονώ τις ελλείψεις μου



Κατερίνα Αγγελάκη - Ρουκ



          Η ευλογία της έλλειψης

Ευγνωμονώ τις ελλείψεις μου
ό,τι μου λείπει με προστατεύει
από κείνο που θα χάσω
όλες οι ικανότητές μου
που ξεράθηκαν στο αφρόντιστο χωράφι της ζωής
με προφυλάσσουν από κινήσεις στο κενό
άχρηστες, ανούσιες.
Ό,τι μου λείπει με διδάσκει
ό,τι μου 'χει απομείνει
μ' αποπροσανατολίζει
γιατί μου προβάλλει εικόνες απ' το παρελθόν
σαν να 'ταν υποσχέσεις για το μέλλον.
Δεν μπορώ, δεν τολμώ
ούτ' έναν άγγελο περαστικό
να φανταστώ γιατί εγώ
σ' άλλον πλανήτη, χωρίς αγγέλους
κατεβαίνω.
Η αγάπη, από λαχτάρα που ήταν
έγινε φίλη καλή
μαζί γευόμαστε τη μελαγχολία του Χρόνου.
Στέρησέ με - παρακαλώ το Άγνωστο -
στέρησέ με κι άλλο
για να επιζήσω.



          Αυτοσχέδια προφητεία

Ο εαυτός μου, αυτός ο άγνωστος
αυτός που κολυμπάει σε μυστήρια νερά
σκαρφαλώνει, κατρακυλάει και ματώνει ...
Έχασε ακόμη μια χαρά
τις επιτυχίες του πια δεν απολαμβάνει
τις κακές στιγμές του μόνο αναλύει,
ξέχασε τις γλυκές αναμνήσεις
και σχέδια για το μέλλον
έχει καιρό να κάνει.
Ξαφνικά βελούδο άγγιξε
και μάντεψε τ' αγκάθια από κάτω.
Ήταν σα να 'ξερε
πως κι η αφή μπορεί να 'ναι απατηλή
ενώ η νύχτα πιο συχνά
ένα κλέφτη τώρα κρύβει
παρά ηδονικά μυστήρια.
Αλλά, να, που μια στάλα ευλογίας
σα να στάζει στην ψυχή:
βρήκε ο εαυτός μου
μια καινούρια δεξιοτεχνία
την προφητεία
κι ας προλέγει μόνο το τέλος



          Στον ουρανό του τίποτα με ελάχιστα


Από την κλειδαρότρυπα κρυφοκοιτάω τη ζωή
την κατασκοπεύω μήπως καταλάβω
πώς κερδίζει πάντα αυτή
ενώ χάνουμε όλοι εμείς.
Πώς οι αξίες γεννιούνται
κι επιβάλλονται πάνω σ' αυτό που πρώτο λιώνει:
το σώμα.
Πεθαίνω μες στο νου μου χωρίς ίχνος αρρώστιας
ζω χωρίς να χρειάζομαι ενθάρρυνση καμιά
ανασαίνω κι ας είμαι
σε κοντινή μακρινή απόσταση
απ' ό,τι ζεστό αγγίζεται, φλογίζει ...
Αναρωτιέμαι τι άλλους συνδιασμούς
θα εφεύρει η ζωή
ανάμεσα στο τραύμα της οριστικής εξαφάνισης
και το θαύμα της καθημερινής αθανασίας.
Χρωστάω τη σοφία μου στο φόβο,
πέταλα, αναστεναγμούς, αποχρώσεις
τα πετάω.
Χώμα, αέρα, ρίζες κρατάω,
να φεύγουν τα περιττά λέω
να μπω στον ουρανό του τίποτα
με ελάχιστα.



          Οι πέτρες φιλενάδες

Να 'ταν να γίνουν οι πέτρες φιλενάδες
η Αννούλα, η Μαρία, η Χριστίνα
εκεί στην πλαγιά, να μοιάζουν τα λιθάρια
με τα κεφάλια μας
σαν σκύβαμε πάνω στα βιβλία, στο σίδερο
τα φουστάνια να σιδερώσουμε για το χορό
να καίμε ολόκληρες σαν τα βότσαλα
όπως όταν μαυρίζαμε στην άμμο,
κυλάγαμε, γελάγαμε με γέλια πνιχτά
γιατί νιώθαμε νύχια αντρικά αρπαχτικά
να γαντζώνονται πάνω μας
για να ισορροπήσουν τα φανταστικά φτερά τους.

Και για τον έρωτα θα μιλάμε
οι πέτρες φιλενάδες
και θα ζηλεύει η μια την άλλη
για την αγάπη του ήλιου
που πάνω μας τρέχει
γλιστράει και φεύγει
χωρίς ποτέ να σταθεί
χωρίς ποτέ σε καμιάς
τη λίθινη αμασχάλη να κουρνιάσει.

«Να, οι καινούργιες φιλενάδες μου
οι εξομολογήτρες πέτρες»
θα πω στον ουρανό
σαν έρθει η στιγμη να τις συστήσω.

Είπε σε συνέντευξη στη lifo:   Η ποίηση δεν έχει κανόνες, δεν τους χρειάζεται! Για την ακρίβεια, έχει τους δικούς της ιδιαίτερους κανόνες, που μπορείς να τους διαμορφώνεις μόνος σου. Ίσως γι' αυτό ταίριαζε τόσο με την ιδιοσυγκρασία μου. Αν είμαι αισιόδοξη για το μέλλον της ποίησης; Κοίτα, όσο υπάρχουν άνθρωποι πάντα θα υπάρχει, πιστεύω, αυτή η βαθιά εσωτερική ανάγκη που την υπαγορεύει. Ίσως όμως και όχι. 
Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει το ίδιο το ανθρώπινο μέλλον, πόσο μάλλον αυτό της ποίησης! Στην Ελλάδα πάντως έχει «ψωμί» ακόμα, αν κρίνω από τα γραπτά που μου στέλνουν. Ποίηση μπορεί να γράψει κανείς και στην οθόνη του υπολογιστή –εγώ όχι, είμαι βλέπετε άλλης γενιάς–, το βρίσκω ωστόσο συγκινητικό σε μία τόσο προηγμένη τεχνολογικά εποχή να υπάρχουν άνθρωποι που να επιμένουν να βασανίζονται πάνω από μια κόλλα χαρτί. Θα συμβούλευα, πάντως, όποιον επιθυμεί να γίνει ποιητής να σκύψει καταρχάς στην πραγματικά μεγάλη ποίηση, να νιώσει ξετρελαμένος μαζί της, όπως εγώ μικρότερη, όταν ανακάλυψα τον Καβάφη, κι ύστερα να βάλει πλώρη για τα βαθιά. 


           Επίλογος αέρας

Ο αέρας σηκώνει τα κρίματά μας ψηλά,
τα στροβιλίζει για λίγο μακριά
απ' τις κουτές σκευωρίες μας
και τ' αφήνει να πέσουν πάλι στη γη,
εκεί ν' ανθίσουν.
Νωπές ακόμη παίρνει τις λεξούλες
να, εκεί έλα,
τις ακουμπάει στις κορφές
των αισιόδοξων δέντρων
και τις καθίζει μετά στο χώμα
σαν αναμνηστικά ξεραμένα τίποτα.
Ο αέρας σηκώνει τα σχισμένα φύλλα
της μικρής νουβέλας
κι όπως ανεβαίνουν, γίνεται ευανάγνωστη
η σελίδα της ζωής μας, για να διαβαστεί
κάποτε στη νηνεμία
σαν ένα νόημα που μας δόθηκε ακέραιο.


          Το τελευταίο φως

Εκεί που βυθίστηκα για να σε βρω
έχει χαθεί πια το ον
κι άλαλος ο προφήτης της καρδιάς μου.
Είσαι σε μια μορφή απόλυτη
απρόσιτη και στη ζωή την ίδια
μια άσπρη κηλίδα είσαι
λίγο θολό νερό.
Θέλω να φθείρω
το τελευταίο μου φως
εκεί που τίποτα
δε σταματάει το μάτι :
ούτε χελιδόνι θέλω στον ορίζοντα
καμιά αυταπάτη.
Θα 'χει πεθάνει η καρδιά μου
κι ακόμα θα ζω
θα πρσβλέπω στη φύση
και θα σε λέω καλοκαίρι
χωρίς μνήμη πια
θα σε λέω ανθό, ώσπου
ο μύθος να τραβήξει
πίσω μου την κουρτίνα:
απέναντι ο άσπρος τοίχος
όλα τεντωμένα και λευκά
κι εγώ μια πατημένη κατσαρίδα.


          Η απολυταρχία της νιότης


Σαν σκωροφαγωμένα υφάσματα
απλώνουν την ασχήμια τους τα γεράματα
ακόμη κι αν είχαν μεταξωτό παρελθόν.
Αλύγιστα πάντα τα νιάτα
όσο άκομψα κι αν είναι
όσο κι κολυμπούν
ανέραστα, σε θολά νερά
κάπου, λάμπουν σαν αστέρια.
Την ομορφιά
το σώμα της δικής μου νιότης
δεν την γνώρισε ποτέ
αλλά ξέρω τώρα
πως κρυφά την κράταγ' αγκαλιά.
Μακριά απ' τον καθρέφτη
με τη φύση μοιραζόμουνα
άνθιση και καρποφορία,
σε θάλασσες επιθυμίας ταξίδευα
με θεία πλεούμενα
τα πρόσωπα των αγοριών.
Η ιδέα του θανάτου
υπήρχε μόνον σαν έμπνευση
και το ποίημα που τότε γεννιόταν
σκέπαζε ακόμη και τη φοβερή υποψία
ότι ο πόθος τελικά υποχωρεί
μπρος στην αλήθεια
του χρονοδαρμένου σώματος.
Ναί, το ξέρω, θα 'ρθει η στιγμή
που αδιαίρετα το όμορφο και το άσκημο μαζί
θα με συνοδεύσουν στου τέλους την αρχή
την αρχή του τίποτα.


          Έρωτας η σκληρή απελπισία

Το πρωινό ανοίγει πάλι
τους λάκκους των έργων του
από πάνω κρέμεται
το κάθε τέλος
λουρίδες με κολλημένες
τις μύγες της ευαισθησίας μας
τα λεπτότατα αυτά έντομα
της εσωτερικής φθοράς μας.
Αλλά ο έρωτας είναι
η πιο σκληρή απελπισία
δεν περιέχει το τέλος του
σαν όλα τα παρήγορα πράγματα
της φύσης
διαβιώνει πριν από τη λύτρωση
σαν λύτρωση να μην υπήρχε
και τέλος να ΄ταν μόνο
της αρχής η οδύνη ...
Α! τίποτα δεν κάνω πια
να σηκωθεί ξανά
το αεράκι της ύπαρξής μου
μόνο θαυμάζοντας τη σωστή
γεωμετρία του αόρατου χρόνου
που μέσα του σε περιμένει να περάσεις
έρχομαι σε έναν παράφορο θάνατο
κοντά σου
κι αποκαλώ φως
το μαύρο φτερό που με αγγίζει.

Είπε σε συνέντευξη στη lifo:   Δεν υπάρχει καμιά υψηλά ιστάμενη μεταφυσική αλήθεια. Υπάρχει μόνο η προσωπική αλήθεια που καθένας τη βρίσκει στο τέλος μόνος του, δεν μπορεί να του την εμφυσήσει κανείς. Και τι πιο αληθινό από έναν τρόπο ζωής τέτοιο, ώστε να καταφέρνεις να μην πληγώνεις και να μην πληγώνεσαι! Εμένα εκείνο που με πληγώνει περισσότερο είναι η μωροφιλοδοξία κάποιων ανθρώπων και η τάση τους να σε εκμεταλλεύονται. Εκείνο, αντίθετα, που εκτιμώ απεριόριστα είναι η γενναιοδωρία, υλική και πνευματική. 


         Το τελευταίο φως

Εκεί που βυθίστηκα για να σε βρω
έχει χαθεί πια το ον
κι άλαλος ο προφήτης της καρδιάς μου.
Είσαι σε μια μορφή απόλυτη
απρόσιτη και στη ζωή την ίδια,
μια άσπρη κηλίδα είσαι
λίγο θολό νερό.
Θέλω να φθείρω
το τελευταίο μου φως
εκεί που τίποτα
δεν σταματάει το μάτι:
ούτε χελιδόνι θέλω στον ορίζοντα
καμιά αυταπάτη.
Θα ΄χει πεθάνει η καρδιά μου
κι ακόμα θα ζω
θα προσβλέπω στη φύση
και θα σε λέω καλοκαίρι
χωρίς μνήμη πια
θα σε λέω ανθό, ώσπου
ο μύθος να τραβήξει
πίσω μου την κουρτίνα:
απέναντι ο άσπρος τοίχος
όλα τελειωμένα και λευκά
κι εγώ μια πατημένη κατσαρίδα.



         Ποιητικό υστερόγραφο
 

Τα ποιήματα δεν μπορούν πια
να 'ναι ωραία
αφού η αλήθεια έχει ασχημύνει.
Η πείρα είναι τώρα
το μόνο σώμα των ποιημάτων
κι όσο η πείρα πλουταίνει
τόσο το ποίημα τρέφεται και ίσως δυναμώσει.
Πονάν τα γόνατά μου
και την Ποίηση δεν μπορώ πια να
προσκυνήσω,
μόνο τις έμπειρες πληγές μου
μπορώ να της χαρίσω.
Τα επίθετα μαράθηκαν,
μόνο με τις φαντασιώσεις μου
μπορώ τώρα την Ποίηση να διανθίσω.
Όμως πάντα θα την υπηρετώ
όσο βέβαια εκείνη με θέλει
γιατί μόνο αυτή με κάνει λίγο να ξεχνώ
τον κλειστό ορίζοντα του μέλλοντός μου.

                               Κατερίνα Αγγελάκη - Ρουκ

Scholeio.com

Μ. Κυρτζάκη, Δεν Yπάρχουνε Nεράϊδες


Μαρίας Κυρτζάκη

          Το τσίρκο

Σε βλέπω μέσα από καθρέφτες παραμορφωτικούς
Σε βλέπω στο τεντωμένο σκοινί
Κι από πάνω σου οι δράκοντες με τα φλογισμένα εντόσθια
Κι από πάνω τα νύχια της κακιάς μάγισσας
Τα σύρματα γύρω σου να σφίγγουν.
Να μπήγονται στη σάρκα σου
Και να πέφτει το αίμα
Ν’ απολαμβάνουν το θέαμα οι θεατές.
Με το εισιτήριο στο χέρι
Με την ικανοποίηση.
Κι εσύ δεν πιστεύεις πια στα παραμύθια
Και καλά κάνεις.
Μια και τώρα δεν υπάρχουνε νεράιδες
Που αφανίζουνε τις μάγισσες
Που αλλάζουνε το αίμα σε ρουμπίνια
Που μεταμορφώνουν τα υπόγεια σε κήπους
Μια και τώρα δεν ωφελεί η εγκαρτέρηση
Και σένα δεν σου έπρεπαν οι μασκαράτες.
Σε γέλασαν
Άσκημα σε ξεγέλασαν
Τα σύρματα που σε σφίγγουν 

να σου τα πούνε δίχτυα σωτηρίας


          Ας μιλήσουμε

Οι καιροί που φτάσαμε
Οι καιροί που δεν προλάβαμε την αντοχή τους
Όλα αυτά μαζί κι ο φόβος
Μαζί κι ο θάνατος
Και το χέρι που δεν άγγιξε το άλλο χέρι
Και τα μάτια του νεκρού που έμειναν μέχρι τέλους
Όρθια
Όσο να πεις όλα αυτά
Και τα άλλα
Στις συνοικίες και τα χωριά
Στις λέξεις και τα σχολεία
Στον εγκέφαλο και τα νοσοκομεία
Όπου προλαβαίνουμε τον αυτοκτονούντα
Με μία πλύση στομάχου
Και χάνονται οι αισθήσεις
Και στις μικρές αγγελίες πλεονάζουν τα «ζητούνε»
Όσο να πεις
Ό,τι να πεις
Ας μιλήσουμε λοιπόν.
Ας δούμε μαζί την αισιόδοξη πλευρά
Του πράγματος. Των πραγμάτων την τιμή
Και το αίμα.
Παντού


          Ο καιρός

Σαν φθινόπωρο ο καιρός
Ο καιρός σαν φθινόπωρο
Ο αέρας
Που πέφτουν τα φύλλα
Που πέφτουν οι βροχές
Σαν φθινόπωρο
Ο καιρός
Που πέφτουν τα στόρια στα παράθυρα
Που πέφτουν οι άνθρωποι από τα παράθυρα
Που πέφτουν τα ανδραγαθήματα
Ο καιρός μας
Με τα μάτια στην πλάτη
Με τα καφενεία στις γωνίες
Με το τηλεσκόπιο στα καφενεία
Σαν φθινόπωρο ο καιρός
Που κρύβεις το πρόσωπο
Που αλλάζεις τον δρόμο σου
Που υποπτεύεσαι και σε υποπτεύονται
Με την ταχυπαλμία στο πρώτο κουδούνισμα
Με την ανακούφιση στο τρίτο
Με την αγωνία στα μάτια σου
Με την απόφαση στα μάτια σου
Με τον ερμαφροδιτισμό σου
Σαν μπάσταρδο
Ο καιρός
Ο δικός μου
Ο δικός σου
Ο δικός μας καιρός
Σαν μπάσταρδο.
Με το κουμπωμένο σακάκι
Με τη ντροπή


          Ας μιλήσουμε

Οι καιροί που φτάσαμε
Οι καιροί που δεν προλάβαμε την αντοχή τους
Όλα αυτά μαζί κι ο φόβος
Μαζί κι ο θάνατος
Και το χέρι που δεν άγγιξε το άλλο χέρι
Και τα μάτια του νεκρού που έμειναν μέχρι τέλους
Όρθια
Όσο να πεις όλα αυτά
Και τα άλλα
Στις συνοικίες και τα χωριά
Στις λέξεις και τα σχολεία
Στον εγκέφαλο και τα νοσοκομεία
Όπου προλαβαίνουμε τον αυτοκτονούντα
Με μία πλύση στομάχου
Και χάνονται οι αισθήσεις
Και στις μικρές αγγελίες πλεονάζουν τα «ζητούνε»
Όσο να πεις
Ό,τι να πεις
Ας μιλήσουμε λοιπόν.
Ας δούμε μαζί την αισιόδοξη πλευρά
Του πράγματος. Των πραγμάτων την τιμή
Και το αίμα.
Παντού

_________________________________



* Μαρίας Κυρτζάκη
Γεννήθηκε στην Kαβάλα. Στo Aριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης έκανε σπουδές Mεσαιωνικής και Nεοελληνικής Φιλολογίας. Eργάζεται στο Tρίτο Πρόγραμμα της Eλληνικής Pαδιοφωνίας. Ασχολείται επαγγελματικά στον χώρο του βιβλίου με την γλωσσική επεξεργασία και την τυπογραφική επιμέλεια κειμένων.
Η πρώτη της ποιητική συλλογή, "Σιωπηλές κραυγές", εκδόθηκε το 1966. 'Εκτοτε ακολούθησαν άλλα δέκα ποιητικά βιβλία, με τελευταίο τον συγκεντρωτικό τόμο "Στη μέση της ασφάλτου: ποιήματα 1973-2002" (Καστανιώτης, 2005). 

Μετέφρασε το θεατρικό έργο του Στίβεν Μπέρκοφ "Σαν Ελληνας", που ανέβηκε από τις "Mορφές" στο Θέατρο "Eμπρός", στη Δραματική Σχολή του οποίου διδάσκει γλώσσα με την αντίληψη ότι η πρώτη σκηνοθεσία είναι αυτή που η γλώσσα πραγματοποιεί στην ανθρώπινη ομιλία.

Scholeio.com

Θ. Βοριάς, Στίχους ψάξε σπασμένους



Θοδωρή Βοριά 


           Όταν σκοτώσουν τις ιδέες

Όταν σκοτώσουν τις ιδέες
θα μείνουμε γυμνοί μπροστά στον εμποράκο,
θα κρατάμε λευκή σημαία της υποταγής,
θα κοιτάμε στα κορμιά μας
τις σφραγίδες πιστοποίησης.

Όταν σκοτώσουν τις ιδέες
θα μας πουλήσουν στην αγορά
για ψηφοφόρους,
με τις συνειδήσεις μας θα στρώνουν
το μέλλον τους,
και θα γελάνε με τις βραχνές φωνές μας.




          Τώρα που έμαθα

Τώρα που έμαθα να κρύβω λόγια

κάτω από σωρούς ξεραμένων φύλλων,
συνήθισα το σκοτάδι
και τα βήματα των μεθυσμένων
στους ξερούς ήχους των στιγμών μου.

Τώρα που έμαθα,
αγγίζω τη νύχτα κι αυτή πονάει,
αναπνέω μα δεν ζω με τ’ οξυγόνο
των γκρίζων δρόμων,
μήτε του σπασμένου λιθαριού
που ήταν κάποτε καρδιά.

Τώρα που έμαθα,
μπορώ ν’ ανοίγω την καρδιά μου,
τη θάλασσα που τη φοβόμουν,
να μαζεύω σκουριασμένες άγκυρες
τυλιγμένες γύρω από ευσυνείδητους καπετάνιους.

Τώρα που έμαθα
το μυστικό των λευκών χαρτιών
-που δεν ειν’ άλλο
από τη μαύρη μολυβιά που ταξιδεύει-
τρέμω τους άσπρους τοίχους
που δεν έχουν πάνω τους σημάδια
κι όλο νομίζω βλέποντάς τους
πως ξεμαθαίνω πια να γράφω.




          Υλικά Μικρόκοσμων

Κρύβεις στὸν κόρφο σου σελίδες μὲ ποιήματα –
δελτία ταυτότητας δίχως φωτογραφία,
σφραγίδες κι ὑπογραφές.
Ἐπιμένεις νὰ συχνάζεις σὲ γραφεῖα ἀπολεσθέντων
ποὺ κάποτε τὰ λέγαμε βιβλιοθῆκες.


Ἔξω τσακίζουνε λαοὺς
-ἀνθρωπομάζες τσουβαλιάζονται
μὲ παρελθὸν ἀκρωτηριασμένο-
κι ἐσὺ μαζεύεις ὑλικὰ μικρόκοσμων,
ἀνακυκλωμένες προσωπικότητες,
τυποποιημένους χαρακτῆρες στὸ σωρό,
σὲ χώρους ἐναπόθεσης ἀπορριμάτων
ποὺ καπνίζουν μὲς στὸ σούρουπο,
πίσω ἀπὸ τὸ ποτήρι τοῦ φραπέ,
πλάι στὸ κινητὸ τηλέφωνο.

Μακάριοι οἱ ρακοσυλλέκτες,
αὐτοὶ θὰ μείνουν γιὰ πάντα ποιητὲς.




           Ίσως γίνεις ποιητής

Μια μέρα ίσως πάρεις την απόφαση
να ξαναγίνεις εργάτης,
στίχους να ψάξεις σπασμένους
κάτω από τα συντρίμμια της πόλης.

Ίσως χρειαστεί να τραβήξεις
το απέραντο νάιλον,
τον καταποντισμένο ουρανό
και ν’ απελευθερώσεις
θεούς και θυμητάρια,
λέξεις-ανοιχτές πληγές,
λέξεις ακρωτηριασμένες.

Ίσως, μια μέρα,
με τα χέρια ματωμένα,
να γίνεις ποιητής
κι απ’ τη ντροπή να μην αντέξει,
να τον ξεκάνεις τον πατέρα σου.
Κι ύστερα,
να κλαις για τα στενά
που έρημα ξεμένουνε συχνά
από διαβάτες.


            Έρωτες και θάνατοι

Έρωτες και θάνατοι
είναι στην ομίχλη, στο σκοτάδι
οι παλλόμενοι σηματοδότες,
είναι το φεγγάρι που τριγυρνάει
στα κεραμίδια του σπιτιού σου όλη νύχτα,
είναι το νυχτοπούλι
που ψάχνει να κρυφτεί
μέσα στ’ αστέρια.

Έρωτες και θάνατοι
είναι το φεγγάρι που κρύβεται,
το νυχτοπούλι και το άστρο
που πέφτουν πίσω από το δέντρο.

Έρωτες και θάνατοι ταιριάζουν,
θέλουν να τους βρεις,
να τους διαλέξεις,
θέλουν να μιλήσουν στην ψυχή σου.
Θέλουν να πεις τον έρωτα θάνατο
και τον θάνατο έρωτα
για να τους νιώσεις.



            Νυχτερινός επόπτης

Άφησε τον αγέρα να κατεβαίνει
μανιασμένος απ’ το Σκρά.
Να περνάει απ’ τις λόγχες των φρουρών
και να ξεσκίζεται,
να λερώνει με σκόνη τις στολές τους
και να θαμπώνει το φεγγάρι.

Κοίταξέ τους·
στρατιώτες που δεν καπνίζουνε νωχελικά
τα φθηνά τους τσιγάρα·
στρατιώτες που δε μιλούν για τρυφερά κορμιά.

Κοίταξέ τους·
στέκουν ακίνητοι
κι αφουγκράζονται τον άνεμο
που ψιθυρίζει ονόματα
νεκρών συντρόφων τους
στον Πολικό αστέρα.


             Το ρεπερτόριο του θανάτου

Η μελωδία της χορδής και του βέλους,
η συμφωνική των κανονιών,
το κονσέρτο των πολυβόλων,
ο αρμαγεδώνας της ατομικής βόμβας…

κάθε εποχή ο θάνατος
έχει το δικό του ρεπερτόριο.

Είναι κι οι φιλόμουσοι,
που ξεχωρίζουν
τη μουσική της κάθε σφαίρας.
Που ξεχωρίζουν το μοναδικό εμβατήριο
του δικού τους θανάτου
μέσα από τις χιλιάδες
πιστές στο στόχο τους βολίδες.

Είναι κι οι άλλοι που αναστενάζουν,
ανασφαλείς για τη ζωή τους,
εξαρτημένοι απ’ τις δειλές,
τις άστοχες σφαίρες,
εκείνες που προτίμησαν
να εξοστρακιστούν
πάνω στο άψυχο μπετόν,
εκείνες τις παράφωνες
σφαίρες του οίκτου.


          Αδικαιολογήτως παρών

Να ‘ρθεις για λίγο
να μ’ αντικαταστήσεις
κι αντάλλαγμά σου
το μπαλκόνι μου,
ο ήσυχος μικρός μου κόσμος
-το σμήνος των περιστεριών,
ο δρόμος των περαστικών ζητιάνων,
οι ανέκφραστοι υπήκοοι
στη στάση των αστικών…

Να καθίσεις ήσυχα στη θέση μου,
να μου δώσεις τα πόδια σου
να σηκωθώ, να φύγω.
Να μου δώσεις ένα ρυθμό βαδίσματος,
ένα δρόμο αγαπημένο
και μια μάχη να μ’ ανάψει.

Για δυο τρεις ώρες
αδικαιολογήτως παρών
στον κόσμο.




Ο Μεγάλος Έρωτας για τη Θεσσαλονίκη


          Όταν οι αναμνήσεις 

       γίνονται πρώιμη ιστορία
Ν’ ανοίξεις το βιβλίο,
να δεις τι γράφει
για την παλιά Θεσσαλονίκη,
να δεις και τη δικιά μας τη ζωή
γραμμένη με μολύβι,
βιαστικά, στα περιθώρια,
ανάμεσα στις παραγράφους
και πίσω απ’ τα εξώφυλλα.

Οι σελίδες κολλάνε μεταξύ τους,
τις αγκυλώνει το συρματόπλεγμα
που είχανε βάλει στη γειτονιά,
στο μέρος που το κάστρο ήταν πεσμένο,
κι ο ξεχασμένος σελιδοδείκτης
μυρίζει αλάνα κι ασβεστωμένα σκαλοπάτια.

Ν’ ανοίξεις το βιβλίο·
εμείς ξυπνήσαμε μια μέρα
κι είδαμε τα όνειρά μας
τυπωμένα με γράμματα ψιλά.
Διαβάσαμε στις οδηγίες χρήσης
για τα τριάντα πέντε χρόνια μας
που ‘χουν παλιώσει,
για τις αναμνήσεις μας
που δεν πρόλαβαν ν’ ανθίσουν
κι έχουνε γίνει πρώιμη ιστορία.

Το χέρι που έγραφε βιαζόταν
κι από το γράφε γράφε
χάλασε το καρφί
που κρατούσε κρεμασμένη
τη λαμαρινένια σκάφη,
σάπισε την ξύλινη σκάλα της αυλή μας,
κι έκανε τη σκουριά της καπνοδόχου,
στο τοίχο, έργο τέχνης,
ύστερα έβαλε και τίτλο «άλλη εποχή».

Ψάξε να βρεις εκείνο το μολύβι
που έγραψε τα παιδικά μας χρόνια,
-ήτανε ξυμένο με κοφτερό σουγιά-
να το ‘χω, να το δείχνω.



           Δρόμοι που περπάτησες

Εχθροί και φίλοι οι δρόμοι που περπάτησες,
τους μετράς
με το δάχτυλό σου να δείχνει την καρδιά σου.

Μητροπόλεως, Βενιζέλου , Εγνατία
ανοίγουν κάθε νύχτα τις μαύρες ραφές τους,
καταπίνουν κάθε παράταιρη μορφή
που δε χώρεσε σε καμιά πόλη,
που δε βολεύτηκε σε κανένα κορμί
και δεν έγινε αίμα να κυλήσει στις φλέβες μας.

Κανένας τοίχος δε φωνάζει ονόματα
-μέσα από ψιλές ματωμένες τρύπες
που αχνίζουν-
καμιά σελίδα με ποιήματα δε φτερουγίζει,
κανένα ποίημα πια δε γράφεται με αίμα.

Κάθε νύχτα σ’ αυτούς τους δρόμους
φέρνω κρυφά κι από ένα στίχο μου
και του δείχνω τα σημάδια.
Απλώνω στο οδόστρωμα
κι ένα νήμα της σιωπής μου
να το βάψω με σκοτάδι,
πένθος στο μπράτσο να το ράψω
για τους πολέμους που δεν τέλειωσαν ακόμη.


          Τοίχοι της Θεσσαλονίκης

Λόγια καρφωμένα από παλιά στους τοίχους
συζητάνε χαμηλόφωνα για ιδέες.
Συνθήματα που ήταν κάποτε γραμμένα
φουντώνουν τη συζήτηση.
ανάσες αγωνίας, φανατισμού,
ανάσες ενθουσιασμού, πόνου.

Κάποιοι τοίχοι στη Θεσσαλονίκη ζωντανεύουν,
μαντρότοιχος του λιμανιού,
υδραγωγείο της Καλλιθέας,
μάντρα των μνημάτων της Αγια Παρασκευής.

Λόγια, συνθήματα, ανάσες στοιχειώνουν,
τρομάζουν τους ανυποψίαστους,
φωνάζουν το χθες στους πρωταγωνιστές.


Θοδωρής Βοριάς  

έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές:
"Τὸ τρύπιο ταβάνι" (2005) ISBN 13 978-960-6601-88-0 ἐκδόσεις Ἐρωδιός.
"Νυχτερινὲς ἐπιπλοκές" (2008) ISBN 978-960-454-075-4 ἐκδόσεις Έρωδιὸς.
"Πυγολαμπίδες" (2011) ISSN 1106-6032  2011 ἐκδόσεις Μπιλιέτο.
"Χαμένες ψηφίδες" (2012) ISBN 978-960-93-3894-3 ἰδιωτικὴ ἒκδοση.


Scholeio.com

Σεφέρης: Άγγιγμα στον κόρφο μου τ' αστέρια.


Γιώργος Σεφέρης

Μας έλεγαν...

Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν υποταχτείτε.
Υποταχτήκαμε και βρήκαμε τη στάχτη.
Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν αγαπήσετε.
Αγαπήσαμε και βρήκαμε τη στάχτη.
Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν εγκαταλείετε τη ζωή σας,
Εγκαταλείψαμε τη ζωή μας και βρήκαμε τη στάχτη.

Βρήκαμε τη στάχτη. 
Μένει να ξαναβρούμε τη ζωή μας, 
τώρα που δεν έχουμε πια τίποτα. 
Φαντάζομαι, εκείνος που θα ξαναβρεί τη ζωή, 
έξω από τόσα χαρτιά, 
τόσα συναισθήματα, 
τόσες διαμάχες και τόσες διδασκαλίες...

Ας μην περιμένουμε πολλά πράματα 
από τη δεύτερη παρουσία...


          Σαντορίνη

Σκύψε αν μπορείς στη θάλασσα τη σκοτεινή 
ξεχνώντας τον ήχο μιας φλογέρας 
πάνω σε πόδια γυμνά
που πάτησαν τον ύπνο σου 
στην άλλη ζωή, στην άλλη ζωή, τη βυθισμένη.

Γράψε αν μπορείς στο τελευταίο σου όστρακο
τη μέρα τ' όνομα τον τόπο
και ρίξε το στη θάλασσα για να βουλιάξει.

Βρεθήκαμε γυμνοί πάνω στην αλαφρόπετρα
κοιτάζοντας τ' αναδυόμενα νησιά
κοιτάζοντας τ' αναδυόμενα νησιά
κοιτάζοντας τα κόκκινα νησιά να βυθίζουν
στον ύπνο τους, στον ύπνο μας. 
Εδώ βρεθήκαμε γυμνοί κρατώντας
τη ζυγαριά που βάραινε κατά το μέρος
της αδικίας.

Φτέρνα της δύναμης θέληση ανίσκιωτη λογαριασμένη
αγάπη
στον ήλιο του μεσημεριού σχέδια που ωριμάζουν,
δρόμος της μοίρας με το χτύπημα της νέας παλάμης
στην ωμοπλάτη,
στον τόπο που σκορπίστηκε που δεν αντέχει
στον τόπο που ήταν κάποτε δικός μας.
βουλιάζουν τα νησιά σκουριά και στάχτη.

Βωμοί γκρεμισμένοι
κι οι φίλοι ξεχασμένοι
φύλλα της φοινικιάς στη λάσπη.

΄Άφησε τα χέρια σου αν μπορείς, να ταξιδέψουν
εδώ στην κόχη του καιρού με το καράβι
που άγγιξε τον ορίζοντα.
Όταν ο κύβος χτύπησε την πλάκα
όταν η λόγχη χτύπησε το θώρακα
όταν το μάτι γνώρισε τον ξένο
και στέγνωσε η αγάπη
μέσα σε τρύπιες υχές,
όταν κοιτάζεις γύρω σου και βρίσκεις
κύκλο τα πόδια θερισμένα
κύκλο τα χέρια πεθαμένα
κύκλο τα μάτια σκοτεινά.
όταν δε μένει πια ούτε να διαλέξεις
το θάνατο που γύρευες δικό σου,
ακούγοντας μια κραυγή
ακόμη και του λύκου την κραυγή,
το δίκιο σου.
άφησε τα χέρια σου αν μπορείς να ταξιδέψουν
ξεκόλλησε απ' τον άπιστο καιρό
και βούλιαξε,
βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες. 


          Ερωτικός λόγος 

                                    Α'
Ρόδο της μοίρας, γύρευες να βρεις να μας πληγώσεις
μα έσκυβες σαν το μυστικό που πάει να λυτρωθεί
κι ήταν ωραίο το πρόσταγμα που δέχτηκες να δώσεις
κι ήταν το χαμόγελο σου σαν έτοιμο σπαθί.

Του κύκλου σου το ανέβασμα ζωντάνευε τη χτίση
από τ' αγκάθι σου έφευγε του δρόμου ο στοχασμός
η ορμή μας γλυκοχάραζε γυμνή να σ' αποχτήσει
ο κόσμος ήταν εύκολος. Ένας απλός παλμός.

                                     Β'

Τα μυστικά της θάλασσας ξεχνιούνται στ' ακρογιάλια
η σκοτεινάγρα του βυθού ξεχνιέται στον αφρό,
λάμπουνε ξάφνου πορφυρά της νήμης τα κοράλλια....
Ω μην ταράξεις.... πρόσεξε ν' ακούσεις τ' αλαφρό
ξεκίνημα της.... τ' άγγιξες το δέντρο με τα μήλα
το χέρι απλώθη κι η κλωστή δείχνει και σε οδηγεί....
Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα
νάσουν εσύ που θάφερνες την ξεχασμένη αυγή !

Στον κάμπο του αποχωρισμού να ξανανθίζουν κρίνα
μέρες ν' ανοίγουνται ώριμες, οι αγκάλες τ' ουρανού,
να φέγγουν στο αντηλάρισμα τα μάτια μόνο εκείνα
αγνή η ψυχή να γράφεται σαν το τραγούδι αυλού...

Η νύχτα νάταν που έκλεισε τα μάτια ; Μένει αθάλη
σαν από δοξαριού νευρά μένει πνιχτό βουητό,
μια στάχτη κι ένας ίλιγγος στο μαύρο γυρογιάλι
κι ένα πυκνό φτερούγισμα στην εικασία κλειστό.

Ρόδο του ανέμου, γνώριζες μα ανέγνωρους μας πήρες
την ώρα που θεμελίωνε γιοφύρια ο λογισμός
να πλέξουνε τα δάχτυλα και να διαβούν δυό μοίρες
και να χυθούν στο χαμηλό κι αναπαμένο φως.

                                 Γ'

Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα !
Πρόβαλε ανάστημα άγρυπνα στο πλήθος της σιωπής
σήκωσε το κεφάλι από τα χέρια τα καμπύλα
το θέλημα σου να γενεί και να μου ξαναπείς
τα λόγια που αγγίζαν και σμίγαν το αίμα σαν αγκάλη,
κι ας γείρει ο πόθος σου βαθύς σαν ίσκιος καρυδιάς
και να μας πλημμυράει με των μαλλιών σου τη σπατάλη
από το χνούδι του φιλιού στα φύλλα της καρδιάς.

Χαμήλωναν τα μάτια σου κι είχες το χαμογέλιο
που ανιστορούσαν ταπεινά ζωγράφοι αλλοτινοί.
Λησμονημένο ανάγνωσμα σ' ένα παλιό ευαγγέλιο
το μίλημά σου ανάσαινε κι η ανάλαφρη φωνή :

"Είναι το πέρασμα του χρόνου σιγαλό κι απόκοσμο
κι ο πόνος απαλά μες στην ψυχή μου λάμνει
χαράζει η αυγή τον ουρανό, τ' όνειρο μένει απόντιστο
κι είναι σα να διαβαίνουν μυρωμένοι θάμνοι.

"Με του ματιού τ' αλάφιασμα με του κορμιού το ρόδισμα
ξυπνούν και κατεβαίνουν σμάρι περιστέρια
με περιπλέκει χαμηλό το κυκλωτό φτερούγισμα
ανθρώπινο άγγιγμα στον κόρφο μου τ' αστέρια.

Την ακοή μου ως να 'σμιξε κοχύλι βουίζει ο αντίδικος
μακρινός κι αξεδιάλυτος του κόσμου ο θρήνος
μα είναι στιγμές και σβήνουνται και βασιλεύει δίκλωνος
ο λογισμός του πόθου μου, μόνος εκείνος.

"Λες κι είχα αναστηθεί γυμνή σε μιά παρμένη θύμηση
σαν ήρθες γνώριμος και ξένος, ακριβέ μου
να μου χαρίσεις γέρνοντας την απέραντη λύτρωση
που γύρεα από τα γοργά σείστρα του ανέμου...."

Το ραγισμένο ηλιόγερμα λιγόστεψε κι εχάθη
κι έμοιαζε πλάνη να ζητάς τα δώρα τ' ουρανού.
Χαμήλωναν τα μάτια σου. Του φεγαριού τ' αγκάθι
βλάστησε και φοβήθηκες τους ίσκιους του βουνού.

..... Μες στον καθρέφτη η αγάπη μας, πως πάει και λιγοστεύει
μέσα στον ύπνο τα όνειρα, σκολειο της λησμονιάς
μέσα στα βάθη του καιρού, πως η καρδιά στενεύει
και χάνεται στο λίκνισμα μιας ξένης αγκαλιάς...

                               Δ'

Δυο φίδια ωραία κι αλαργινά, του χωρισμού πλοκάμια
σέρνουνται και γυρεύουνται στη νύχτα των δεντρών,
γιά μιάν αγάπη μυστική σ' ανεύρετα θολάμια
ακοίμητα γυρεύουνται δεν πίνουν και δεν τρων.

Με γύρους με λυγίσματα κι η αχόρταγή τους γνώμη
κλώθει, πληθαίνει, στρίβει, απλώνει κρίκους στο κορμί
που κυβερνούν αμίλητοι του έναστρου θόλου οι νόμοι
και του αναδεύουν την πυρή κι ασίγαστη αφορμή.

Το δάσος στέκει ριγηλό της νύχτας αντιστύλι
κι είναι η σιγή τάσι αργυρό όπου πέφτουν οι στιγμές
αντίχτυποι ξεχωρισμένοι, ολόκληροι, μια σμίλη
προσεχτική που δέχουνται πελεκητές γραμμές...

Αυγάζει ξάφνου το άγαλμα. Μα τα κορμιά έχουν σβήσει
στη θάλασσα στον άνεμο στον ήλιο στη βροχή.
Έτσι γεννιούνται οι ομορφιές που μας χαρίζει η φύση
μα ποιός να ξέρει αν πέθανε στον κόσμο μια ψυχή.

Στη φαντασία θα γύριζαν τα χωρισμένα φίδια
(Το δάσος λάμπει με πουλιά βλαστούς και ροδαμούς)
μένουν ακόμη τα σγουρά γυρέματά τους, ίδια
του κύκλου τα γυρίσματα που φέρνουν τους καημούς.

                                Ε'

Που πήγε η μέρα η δίκοπη που είχε τα πάντα αλλάξει ;
Δεν θα βρεθεί ένας ποταμό νάναι για μας πλωτός ;
Δεν θα βρεθεί ένας ουρανός τη δρόσο να σταλάξει
για την ψυχή που νάρκωσε κι ανάθρεψε ο λωτός ;

Στην πέτρα της υπομονής προσμένουμε το θάμα
που ανοίγει τα επουράνια κι είναι όλα βολετά
προσμένουμε το άγγελο σαν το πανάρχαιο δράμα
την ώρα που του δειλινού χάνουνται τ' ανοιχτά
τριαντάφυλλα... Ρόδο άλικο του ανέμου και της μοίρας,
μόνο στη μνήμη απόμεινες, ένας βαρύς ρυθμός
ρόδο της νύχτας πέρασες, τρικύμισμα πορφύρας
τρικύμισμα της θάλασσας... Ο κόσμος είναι απλός.




           Ευριπίδης, Αθηναίος

Γέρασε ἀνάμεσα στὴ φωτιὰ τῆς Τροίας
καὶ στὰ λατομεῖα τῆς Σικελίας.

Τοῦ ἄρεσαν οἱ σπηλιὲς στὴν ἀμμουδιὰ κι οἱ ζωγραφιὲς τῆς
θάλασσας.
Εἶδε τὶς φλέβες τῶν ἀνθρώπων
σὰν ἕνα δίχτυ τῶν θεῶν, ὅπου μᾶς πιάνουν σὰν τ᾿ ἀγρίμια· 5
προσπάθησε νὰ τὸ τρυπήσει.
Ἦταν στρυφνός, οἱ φίλοι του ἦταν λίγοι·
ἦρθε ὁ καιρὸς καὶ τὸν σπαράξαν τὰ σκυλιά.




           Φυγή 

Δὲν ἦταν ἄλλη ἡ ἀγάπη μας
ἔφευγε ξαναγύριζε καὶ μᾶς ἔφερνε
ἕνα χαμηλωμένο βλέφαρο πολὺ μακρινὸ
ἕνα χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο
μέσα στὸ πρωινὸ χορτάρι
ἕνα παράξενο κοχύλι ποὺ δοκίμαζε
νὰ τὸ ἐξηγήσει ἐπίμονα ἡ ψυχή μας.

Ἡ ἀγάπη μας δὲν ἦταν ἄλλη ψηλαφοῦσε
σιγὰ μέσα στὰ πράγματα ποὺ μᾶς τριγύριζαν
νὰ ἐξηγήσει γιατί δὲ θέλουμε νὰ πεθάνουμε
μὲ τόσο πάθος.

Κι ἂν κρατηθήκαμε ἀπὸ λαγόνια κι ἂν ἀγκαλιάσαμε
μ᾿ ὅλη τὴ δύναμή μας ἄλλους αὐχένες
κι ἂν σμίξαμε τὴν ἀνάσα μας μὲ τὴν ἀνάσα
ἐκείνου τοῦ ἀνθρώπου
κι ἂν κλείσαμε τὰ μάτια μας, δὲν ἦταν ἄλλη
μονάχα αὐτὸς ὁ βαθύτερος καημὸς νὰ κρατηθοῦμε
μέσα στὴ φυγή.


          Αλληλεγγύη

Εἶναι ἐκεῖ δὲν μπορῶ ν᾿ ἀλλάξω
μὲ δυὸ μεγάλα μάτια πίσω ἀπ᾿ τὸ κύμα
ἀπὸ τὸ μέρος ποὺ φυσᾶ ὁ ἀγέρας
ἀκολουθώντας τὶς φτεροῦγες τῶν πουλιῶν
εἶναι ἐκεῖ μὲ δυὸ μεγάλα μάτια
μήπως ἄλλαξε κανεὶς ποτέ του.

Τί γυρεύετε; τὰ μηνύματά σας
ἔρχουνται ἀλλαγμένα ὡς τὸ καράβι
ἡ ἀγάπη σας γίνεται μίσος
ἡ γαλήνη σας γίνεται ταραχὴ
καὶ δὲν μπορῶ νὰ γυρίσω πίσω
νὰ ἰδῶ τὰ πρόσωπά σας στ᾿ ἀκρογιάλι.

Εἶναι ἐκεῖ τὰ μεγάλα μάτια
κι ὅταν μένω καρφωμένος στὴ γραμμή μου
κι ὅταν πέφτουν στὸν ὁρίζοντα τ᾿ ἀστέρια
εἶναι ἐκεῖ δεμένα στὸν αἰθέρα
σὰ μιὰ τύχη πιὸ δική μου ἀπ᾿ τὴ δική μου.

Τὰ λόγια σας συνήθεια τῆς ἀκοῆς
βουίζουν μέσα στὰ ξάρτια καὶ περνᾶνε
μήπως πιστεύω στὴν ὕπαρξή σας
μοιραῖοι σύντροφοι, ἀνυπόστατοι ἴσκιοι.

Ἔχασε τὸ χρῶμα του πιὰ αὐτὸς ὁ κόσμος
καθὼς τὰ φύκια στ᾿ ἀκρογιάλι τοῦ ἄλλου χρόνου
γκρίζα ξερὰ στὸ ἔλεος τοῦ ἀνέμου.

Ἕνα μεγάλο πέλαγο δυὸ μάτια
εὐκίνητα καὶ ἀκίνητα σὰν τὸν ἀγέρα
καὶ τὰ πανιά μου ὅσο κρατήσουν, κι ὁ θεός μου.



          Περιμένοντας να ξεκινήσει 
               το ατμόπλοιο Αυλίς, 

Ὅπου καὶ νὰ ταξιδέψω ἡ Ἑλλάδα μὲ πληγώνει
Στὸ Πήλιο μέσα στὶς καστανιὲς τὸ πουκάμισο τοῦ Κενταύρου
γλιστροῦσε μέσα στὰ φύλλα γιὰ νὰ τυλιχτεῖ στὸ κορμί μου
καθὼς ἀνέβαινα τὴν ἀνηφόρα κι ἡ θάλασσα μ᾿ ἀκολουθοῦσε
ἀνεβαίνοντας κι αὐτὴ σὰν τὸν ὑδράργυρο θερμομέτρου
ὡς ποὺ νὰ βροῦμε τὰ νερὰ τοῦ βουνοῦ.

Στὴ Σαντορίνη ἀγγίζοντας νησιὰ ποὺ βουλιάζαν
ἀκούγοντας νὰ παίζει ἕνα σουραύλι κάπου στὶς ἀλαφρόπετρες
μοῦ κάρφωσε τὸ χέρι στὴν κουπαστὴ
μιὰ σαΐτα τιναγμένη ξαφνικὰ
ἀπὸ τὰ πέρατα μιᾶς νιότης βασιλεμένης.

Στὶς Μυκῆνες σήκωσα τὶς μεγάλες πέτρες καὶ τοὺς θησαυροὺς τῶν Ἀτρειδῶν
καὶ πλάγιασα μαζί τους στὸ ξενοδοχεῖο τῆς «Ὡραίας Ἑλένης τοῦ Μενελάου»
χάθηκαν μόνο τὴν αὐγὴ ποὺ λάλησε ἡ Κασσάντρα
μ᾿ ἕναν κόκορα κρεμασμένο στὸ μαῦρο λαιμό της.
Στὶς Σπέτσες στὸν Πόρο καὶ στὴ Μύκονο
μὲ χτίκιασαν οἱ βαρκαρόλες.

Τί θέλουν ὅλοι αὐτοὶ ποὺ λένε
πὼς βρίσκουνται στὴν Ἀθήνα ἢ στὸν Πειραιά;
Ὁ ἕνας ἔρχεται ἀπὸ Σαλαμίνα καὶ ρωτάει τὸν ἄλλο μήπως «ἔρχεται ἐξ Ὁμονοίας»
«Ὄχι ἔρχομαι ἐκ Συντάγματος» ἀπαντᾶ κι εἶν᾿ εὐχαριστημένος
«βρῆκα τὸ Γιάννη καὶ μὲ κέρασε ἕνα παγωτό».
Στὸ μεταξὺ ἡ Ἑλλάδα ταξιδεύει
δὲν ξέρουμε τὴν πίκρα τοῦ λιμανιοῦ σὰν ταξιδεύουν ὅλα τὰ καράβια
περιγελᾶμε ἐκείνους ποὺ τὴ νιώθουν.

Παράξενος κόσμος ποὺ λέει πὼς βρίσκεται στὴν Ἀττικὴ
καὶ δὲ βρίσκεται πουθενὰ
ἀγοράζουν κουφέτα γιὰ νὰ παντρευτοῦνε
κρατοῦν «σωσίτριχα» φωτογραφίζουνται
ὁ ἄνθρωπος ποὺ εἶδα σήμερα καθισμένος σ᾿ ἕνα φόντο μὲ πιτσούνια καὶ μὲ λουλούδια
δέχουνταν τὸ χέρι τοῦ γέρο φωτογράφου νὰ τοῦ στρώνει τὶς ρυτίδες
ποὺ εἶχαν ἀφήσει στὸ πρόσωπό του
ὅλα τὰ πετεινὰ τ᾿ οὐρανοῦ.
Στὸ μεταξὺ ἡ Ἑλλάδα ταξιδεύει ὁλοένα ταξιδεύει
κι ἂν «ὁρῶμεν ἀνθοῦν πέλαγος Αἰγαῖον νεκροῖς»
εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ θέλησαν νὰ πιάσουν τὸ μεγάλο καράβι μὲ τὸ κολύμπι
ἐκεῖνοι ποὺ βαρέθηκαν νὰ περιμένουν τὰ καράβια ποὺ δὲν μποροῦν νὰ κινήσουν
τὴν Έλση τὴ Σαμοθράκη τὸν Αμβρακικό.

Σφυρίζουν τὰ καράβια τώρα ποὺ βραδιάζει στὸν Πειραιὰ
σφυρίζουν ὁλοένα σφυρίζουν μὰ δὲν κουνιέται κανένας εργάτης
καμμιὰ ἁλυσίδα δὲν ἔλαμψε βρεμένη στὸ στερνὸ φῶς ποὺ βασιλεύει
ὁ καπετάνιος μένει μαρμαρωμένος μὲς στ᾿ ἄσπρα καὶ στὰ χρυσά.

Ὅπου καὶ νὰ ταξιδέψω ἡ Ἑλλάδα μὲ πληγώνει
παραπετάσματα βουνῶν ἀρχιπέλαγα γυμνοὶ γρανίτες...
τὸ καράβι ποὺ ταξιδεύει τὸ λένε Αγωνία 937. 



           Τελευταίος σταθμός


Λίγες οἱ νύχτες μὲ φεγγάρι ποὺ μ᾿ ἀρέσαν.
Τ᾿ ἀλφαβητάρι τῶν ἄστρων ποὺ συλλαβίζεις
ὅπως τὸ φέρει ὁ κόπος τῆς τελειωμένης μέρας
καὶ βγάζεις ἄλλα νοήματα κι ἄλλες ἐλπίδες,
πιὸ καθαρὰ μπορεῖς νὰ τὸ διαβάσεις.
Τώρα ποὺ κάθομαι ἄνεργος καὶ λογαριάζω
λίγα φεγγάρια ἀπόμειναν στὴ μνήμη-
νησιά, χρῶμα Θλιμμένης Παναγίας, ἀργὰ στὴ χάση
ἢ φεγγαρόφωτα σὲ πολιτεῖες τοῦ βοριὰ ρίχνοντας κάποτε
σὲ ταραγμένους δρόμους ποταμοὺς καὶ μέλη ἀνθρώπων
βαριὰ μία νάρκη.
Κι ὅμως χτὲς βράδυ ἐδῶ, σὲ τούτη τὴ στερνή μας σκάλα
ὅπου προσμένουμε τὴν ὥρα τῆς ἐπιστροφῆς μας νὰ χα-
ράξει
σὰν ἕνα χρέος παλιό, μονέδα ποὺ ἔμεινε γιὰ χρόνια
στὴν κάσα ἑνὸς φιλάργυρου, καὶ τέλος
ἦρθε ἡ στιγμὴ τῆς πλερωμῆς κι ἀκούγονται
νομίσματα νὰ πέφτουν πάνω στὸ τραπέζι-
σὲ τοῦτο τὸ τυρρηνικὸ χωριό, πίσω ἀπὸ τὴ Θάλασσα τοῦ
Σαλέρνο
πίσω ἀπὸ τὰ λιμάνια τοῦ γυρισμοῦ, στὴν ἄκρη
μιᾶς φθινοπωρινῆς μπόρας, τὸ φεγγάρι
ξεπέρασε τὰ σύννεφα, καὶ γίναν
τὰ σπίτια στὴν ἀντίπερα πλαγιὰ ἀπὸ σμάλτο.
Σιωπὲς ἀγαπημένες τῆς σελήνης.

Εἶναι κι αὐτὸς ἕνας εἱρμὸς τῆς σκέψης, ἕνας τρόπος
ν᾿ ἀρχίσεις νὰ μιλᾶς γιὰ πράγματα ποὺ ὁμολογεῖς
δύσκολα, σὲ ὧρες ὅπου δὲ βαστᾶς, σὲ φίλο
ποὺ ξέφυγε κρυφὰ καὶ φέρνει
μαντάτα ἀπὸ τὸ σπίτι κι ἀπὸ τοὺς συντρόφους,
καὶ βιάζεσαι ν᾿ ἀνοίξεις τὴ καρδιά σου
μὴ σὲ προλάβει ἡ ξενιτιὰ καὶ τὸν ἀλλάξει.
Ἐρχόμαστε ἀπ᾿ τὴν Ἀραπιά, τὴν Αἴγυπτο τὴν Παλαιστίνη
τὴ Συρία
τὸ κρατίδιο
τῆς Κομμαγηνῆς πού ῾σβησε σὰν τὸ μικρὸ λυχνάρι
πολλὲς φορὲς γυρίζει στὸ μυαλό μας,
καὶ πολιτεῖες μεγάλες ποὺ ἔζησαν χιλιάδες χρόνια
κι ἔπειτα ἀπόμειναν τόπος βοσκῆς γιὰ τὶς γκαμοῦζες
χωράφια γιὰ ζαχαροκάλαμα καὶ καλαμπόκια.
Ἐρχόμαστε ἀπ᾿ τὴν ἄμμο τῆς ἔρημος ἀπ᾿ τὶς Θάλασσες τοῦ
Πρωτέα,
ψυχὲς μαραγκιασμένες ἀπὸ δημόσιες ἁμαρτίες,
καθένας κι ἕνα ἀξίωμα σὰν τὸ πουλὶ μὲς στὸ κλουβί του.
Τὸ βροχερὸ φθινόπωρο σ᾿ αὐτὴ τὴ γούβα
κακοφορμίζει τὴν πληγὴ τοῦ καθενός μας
ἢ αὐτὸ ποὺ θἄ ῾λεγες ἀλλιῶς, νέμεση μοίρα
ἢ μοναχὰ κακὲς συνήθειες, δόλο καὶ ἀπάτη,
ἢ ἀκόμη ἰδιοτέλεια νὰ καρπωθεῖς τὸ αἷμα τῶν ἄλλων.
Εὔκολα τρίβεται ὁ ἄνθρωπος μὲς στοὺς πολέμους-
ὁ ἄνθρωπος εἶναι μαλακός, ἕνα δεμάτι χόρτο-
χείλια καὶ δάχτυλα ποὺ λαχταροῦν ἕνα ἄσπρο στῆθος
μάτια ποὺ μισοκλείνουν στὸ λαμπύρισμα τῆς μέρας
καὶ πόδια ποὺ θὰ τρέχανε, κι ἂς εἶναι τόσο κουρασμένα,
στὸ παραμικρὸ σφύριγμα τοῦ κέρδους.
Ὁ ἄνθρωπος εἶναι μαλακὸς καὶ διψασμένος σὰν τὸ χόρτο,
ἄπληστος σὰν τὸ χόρτο, ρίζες τὰ νεῦρα του κι ἀπλώνουν-
σὰν ἔρθει ὁ Θέρος
προτιμᾶ νὰ σφυρίξουν τὰ δρεπάνια στ᾿ ἄλλο χωράφι-
σὰν ἔρθει ὁ Θέρος
ἄλλοι φωνάζουνε γιὰ νὰ ξορκίσουν τὸ δαιμονικὸ
ἄλλοι μπερδεύουνται μὲς στ᾿ ἀγαθά τους, ἄλλοι ρητο-
ρεύουν.
Ἀλλὰ τὰ ξόρκια τ᾿ ἀγαθὰ τὶς ρητορεῖες,
σὰν εἶναι οἱ ζωντανοὶ μακριά, τί θὰ τὰ κάνεις;
Μήπως ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἄλλο πράγμα;
Μὴν εἶναι αὐτὸ ποὺ μεταδίνει τὴ ζωή;
Καιρὸς τοῦ σπείρειν, καιρὸς τοῦ θερίζειν.

Πάλι τὰ ἴδια καὶ τὰ ἴδια, θὰ μοῦ πεῖς, φίλε.
Ὅμως τὴ σκέψη τοῦ πρόσφυγα τὴ σκέψη τοῦ αἰχμάλωτου
τὴ σκέψη
τοῦ ἀνθρώπου σὰν κατάντησε κι αὐτὸς πραμάτεια
δοκίμασε νὰ τὴν ἀλλάξεις, δὲν μπορεῖς.
Ἴσως καὶ νἄ ῾θελε νὰ μείνει βασιλιὰς ἀνθρωποφάγων
ξοδεύοντας δυνάμεις ποὺ κανεὶς δὲν ἀγοράζει,
νὰ σεργιανᾶ μέσα σὲ κάμπους ἀγαπάνθων
ν᾿ ἀκούει τὰ τουμπελέκια κάτω ἀπ᾿ τὸ δέντρο τοῦ μπαμποῦ,
καθὼς χορεύουν οἱ αὐλικοί με τερατώδεις προσωπίδες.
Ὅμως ὁ τόπος ποὺ τὸν πελεκοῦν καὶ ποὺ τοῦ καῖνε σὰν
τὸ πεῦκο, καὶ τὸν βλέπεις
εἴτε στὸ σκοτεινὸ βαγόνι, χωρὶς νερό, σπασμένα τζάμια,
νύχτες καὶ νύχτες
εἴτε στὸ πυρωμένο πλοῖο ποὺ θὰ βουλιάξει καθὼς τὸ δεί-
χνουν οἱ στατιστικές,
ἐτοῦτα ρίζωσαν μὲς στὸ μυαλὸ καὶ δὲν ἀλλάζουν
ἐτοῦτα φύτεψαν εἰκόνες ἴδιες με τὰ δέντρα ἐκεῖνα
ποὺ ρίχνουν τὰ κλωνάρια τους μὲς στὰ παρθένα δάση
κι αὐτὰ καρφώνουνται στὸ χῶμα καὶ ξαναφυτρώνουν-
ρίχνουν κλωνάρια καὶ ξαναφυτρώνουν δρασκελόντας
λεῦγες καὶ λεῦγες-
ἕνα παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων τὸ μυαλό μας.
Κι ἂ σου μιλῶ μὲ παραμύθια καὶ παραβολὲς
εἶναι γιατὶ τ᾿ ἀκοῦς γλυκότερα, κι ἡ φρίκη
δὲν κουβεντιάζεται γιατὶ εἶναι ζωντανὴ
γιατὶ εἶναι ἀμίλητη καὶ προχωράει-
στάζει τὴ μέρα, στάζει στὸν ὕπνο
μνησιπήμων πόνος.

Νὰ μιλήσω γιὰ ἥρωες νὰ μιλήσω γιὰ ἥρωες: ὁ Μιχάλης
ποὺ ἔφυγε μ᾿ ἀνοιχτὲς πληγὲς ἀπ᾿ τὸ νοσοκομεῖο
ἴσως μιλοῦσε γιὰ ἥρωες ὅταν, τὴ νύχτα ἐκείνη
ποὺ ἔσερνε τὸ ποδάρι του μὲς στὴ συσκοτισμένη πολιτεία,
οὔρλιαζε ψηλαφώντας τὸν πόνο μας- «Στὰ σκοτεινὰ
πηγαίνουμε, στὰ σκοτεινὰ προχωροῦμε...»
Οἱ ἥρωες προχωροῦν στὰ σκοτεινά.

Λίγες οἱ νύχτες μὲ φεγγάρι ποὺ μ᾿ ἀρέσουν.

                                                          Γ. Σεφέρης

Scholeio.com