Αγγελάκη-Ρουκ, Ευγνωμονώ τις ελλείψεις μου



Κατερίνα Αγγελάκη - Ρουκ



          Η ευλογία της έλλειψης

Ευγνωμονώ τις ελλείψεις μου
ό,τι μου λείπει με προστατεύει
από κείνο που θα χάσω
όλες οι ικανότητές μου
που ξεράθηκαν στο αφρόντιστο χωράφι της ζωής
με προφυλάσσουν από κινήσεις στο κενό
άχρηστες, ανούσιες.
Ό,τι μου λείπει με διδάσκει
ό,τι μου 'χει απομείνει
μ' αποπροσανατολίζει
γιατί μου προβάλλει εικόνες απ' το παρελθόν
σαν να 'ταν υποσχέσεις για το μέλλον.
Δεν μπορώ, δεν τολμώ
ούτ' έναν άγγελο περαστικό
να φανταστώ γιατί εγώ
σ' άλλον πλανήτη, χωρίς αγγέλους
κατεβαίνω.
Η αγάπη, από λαχτάρα που ήταν
έγινε φίλη καλή
μαζί γευόμαστε τη μελαγχολία του Χρόνου.
Στέρησέ με - παρακαλώ το Άγνωστο -
στέρησέ με κι άλλο
για να επιζήσω.



          Αυτοσχέδια προφητεία

Ο εαυτός μου, αυτός ο άγνωστος
αυτός που κολυμπάει σε μυστήρια νερά
σκαρφαλώνει, κατρακυλάει και ματώνει ...
Έχασε ακόμη μια χαρά
τις επιτυχίες του πια δεν απολαμβάνει
τις κακές στιγμές του μόνο αναλύει,
ξέχασε τις γλυκές αναμνήσεις
και σχέδια για το μέλλον
έχει καιρό να κάνει.
Ξαφνικά βελούδο άγγιξε
και μάντεψε τ' αγκάθια από κάτω.
Ήταν σα να 'ξερε
πως κι η αφή μπορεί να 'ναι απατηλή
ενώ η νύχτα πιο συχνά
ένα κλέφτη τώρα κρύβει
παρά ηδονικά μυστήρια.
Αλλά, να, που μια στάλα ευλογίας
σα να στάζει στην ψυχή:
βρήκε ο εαυτός μου
μια καινούρια δεξιοτεχνία
την προφητεία
κι ας προλέγει μόνο το τέλος



          Στον ουρανό του τίποτα με ελάχιστα


Από την κλειδαρότρυπα κρυφοκοιτάω τη ζωή
την κατασκοπεύω μήπως καταλάβω
πώς κερδίζει πάντα αυτή
ενώ χάνουμε όλοι εμείς.
Πώς οι αξίες γεννιούνται
κι επιβάλλονται πάνω σ' αυτό που πρώτο λιώνει:
το σώμα.
Πεθαίνω μες στο νου μου χωρίς ίχνος αρρώστιας
ζω χωρίς να χρειάζομαι ενθάρρυνση καμιά
ανασαίνω κι ας είμαι
σε κοντινή μακρινή απόσταση
απ' ό,τι ζεστό αγγίζεται, φλογίζει ...
Αναρωτιέμαι τι άλλους συνδιασμούς
θα εφεύρει η ζωή
ανάμεσα στο τραύμα της οριστικής εξαφάνισης
και το θαύμα της καθημερινής αθανασίας.
Χρωστάω τη σοφία μου στο φόβο,
πέταλα, αναστεναγμούς, αποχρώσεις
τα πετάω.
Χώμα, αέρα, ρίζες κρατάω,
να φεύγουν τα περιττά λέω
να μπω στον ουρανό του τίποτα
με ελάχιστα.



          Οι πέτρες φιλενάδες

Να 'ταν να γίνουν οι πέτρες φιλενάδες
η Αννούλα, η Μαρία, η Χριστίνα
εκεί στην πλαγιά, να μοιάζουν τα λιθάρια
με τα κεφάλια μας
σαν σκύβαμε πάνω στα βιβλία, στο σίδερο
τα φουστάνια να σιδερώσουμε για το χορό
να καίμε ολόκληρες σαν τα βότσαλα
όπως όταν μαυρίζαμε στην άμμο,
κυλάγαμε, γελάγαμε με γέλια πνιχτά
γιατί νιώθαμε νύχια αντρικά αρπαχτικά
να γαντζώνονται πάνω μας
για να ισορροπήσουν τα φανταστικά φτερά τους.

Και για τον έρωτα θα μιλάμε
οι πέτρες φιλενάδες
και θα ζηλεύει η μια την άλλη
για την αγάπη του ήλιου
που πάνω μας τρέχει
γλιστράει και φεύγει
χωρίς ποτέ να σταθεί
χωρίς ποτέ σε καμιάς
τη λίθινη αμασχάλη να κουρνιάσει.

«Να, οι καινούργιες φιλενάδες μου
οι εξομολογήτρες πέτρες»
θα πω στον ουρανό
σαν έρθει η στιγμη να τις συστήσω.

Είπε σε συνέντευξη στη lifo:   Η ποίηση δεν έχει κανόνες, δεν τους χρειάζεται! Για την ακρίβεια, έχει τους δικούς της ιδιαίτερους κανόνες, που μπορείς να τους διαμορφώνεις μόνος σου. Ίσως γι' αυτό ταίριαζε τόσο με την ιδιοσυγκρασία μου. Αν είμαι αισιόδοξη για το μέλλον της ποίησης; Κοίτα, όσο υπάρχουν άνθρωποι πάντα θα υπάρχει, πιστεύω, αυτή η βαθιά εσωτερική ανάγκη που την υπαγορεύει. Ίσως όμως και όχι. 
Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει το ίδιο το ανθρώπινο μέλλον, πόσο μάλλον αυτό της ποίησης! Στην Ελλάδα πάντως έχει «ψωμί» ακόμα, αν κρίνω από τα γραπτά που μου στέλνουν. Ποίηση μπορεί να γράψει κανείς και στην οθόνη του υπολογιστή –εγώ όχι, είμαι βλέπετε άλλης γενιάς–, το βρίσκω ωστόσο συγκινητικό σε μία τόσο προηγμένη τεχνολογικά εποχή να υπάρχουν άνθρωποι που να επιμένουν να βασανίζονται πάνω από μια κόλλα χαρτί. Θα συμβούλευα, πάντως, όποιον επιθυμεί να γίνει ποιητής να σκύψει καταρχάς στην πραγματικά μεγάλη ποίηση, να νιώσει ξετρελαμένος μαζί της, όπως εγώ μικρότερη, όταν ανακάλυψα τον Καβάφη, κι ύστερα να βάλει πλώρη για τα βαθιά. 


           Επίλογος αέρας

Ο αέρας σηκώνει τα κρίματά μας ψηλά,
τα στροβιλίζει για λίγο μακριά
απ' τις κουτές σκευωρίες μας
και τ' αφήνει να πέσουν πάλι στη γη,
εκεί ν' ανθίσουν.
Νωπές ακόμη παίρνει τις λεξούλες
να, εκεί έλα,
τις ακουμπάει στις κορφές
των αισιόδοξων δέντρων
και τις καθίζει μετά στο χώμα
σαν αναμνηστικά ξεραμένα τίποτα.
Ο αέρας σηκώνει τα σχισμένα φύλλα
της μικρής νουβέλας
κι όπως ανεβαίνουν, γίνεται ευανάγνωστη
η σελίδα της ζωής μας, για να διαβαστεί
κάποτε στη νηνεμία
σαν ένα νόημα που μας δόθηκε ακέραιο.


          Το τελευταίο φως

Εκεί που βυθίστηκα για να σε βρω
έχει χαθεί πια το ον
κι άλαλος ο προφήτης της καρδιάς μου.
Είσαι σε μια μορφή απόλυτη
απρόσιτη και στη ζωή την ίδια
μια άσπρη κηλίδα είσαι
λίγο θολό νερό.
Θέλω να φθείρω
το τελευταίο μου φως
εκεί που τίποτα
δε σταματάει το μάτι :
ούτε χελιδόνι θέλω στον ορίζοντα
καμιά αυταπάτη.
Θα 'χει πεθάνει η καρδιά μου
κι ακόμα θα ζω
θα πρσβλέπω στη φύση
και θα σε λέω καλοκαίρι
χωρίς μνήμη πια
θα σε λέω ανθό, ώσπου
ο μύθος να τραβήξει
πίσω μου την κουρτίνα:
απέναντι ο άσπρος τοίχος
όλα τεντωμένα και λευκά
κι εγώ μια πατημένη κατσαρίδα.


          Η απολυταρχία της νιότης


Σαν σκωροφαγωμένα υφάσματα
απλώνουν την ασχήμια τους τα γεράματα
ακόμη κι αν είχαν μεταξωτό παρελθόν.
Αλύγιστα πάντα τα νιάτα
όσο άκομψα κι αν είναι
όσο κι κολυμπούν
ανέραστα, σε θολά νερά
κάπου, λάμπουν σαν αστέρια.
Την ομορφιά
το σώμα της δικής μου νιότης
δεν την γνώρισε ποτέ
αλλά ξέρω τώρα
πως κρυφά την κράταγ' αγκαλιά.
Μακριά απ' τον καθρέφτη
με τη φύση μοιραζόμουνα
άνθιση και καρποφορία,
σε θάλασσες επιθυμίας ταξίδευα
με θεία πλεούμενα
τα πρόσωπα των αγοριών.
Η ιδέα του θανάτου
υπήρχε μόνον σαν έμπνευση
και το ποίημα που τότε γεννιόταν
σκέπαζε ακόμη και τη φοβερή υποψία
ότι ο πόθος τελικά υποχωρεί
μπρος στην αλήθεια
του χρονοδαρμένου σώματος.
Ναί, το ξέρω, θα 'ρθει η στιγμή
που αδιαίρετα το όμορφο και το άσκημο μαζί
θα με συνοδεύσουν στου τέλους την αρχή
την αρχή του τίποτα.


          Έρωτας η σκληρή απελπισία

Το πρωινό ανοίγει πάλι
τους λάκκους των έργων του
από πάνω κρέμεται
το κάθε τέλος
λουρίδες με κολλημένες
τις μύγες της ευαισθησίας μας
τα λεπτότατα αυτά έντομα
της εσωτερικής φθοράς μας.
Αλλά ο έρωτας είναι
η πιο σκληρή απελπισία
δεν περιέχει το τέλος του
σαν όλα τα παρήγορα πράγματα
της φύσης
διαβιώνει πριν από τη λύτρωση
σαν λύτρωση να μην υπήρχε
και τέλος να ΄ταν μόνο
της αρχής η οδύνη ...
Α! τίποτα δεν κάνω πια
να σηκωθεί ξανά
το αεράκι της ύπαρξής μου
μόνο θαυμάζοντας τη σωστή
γεωμετρία του αόρατου χρόνου
που μέσα του σε περιμένει να περάσεις
έρχομαι σε έναν παράφορο θάνατο
κοντά σου
κι αποκαλώ φως
το μαύρο φτερό που με αγγίζει.

Είπε σε συνέντευξη στη lifo:   Δεν υπάρχει καμιά υψηλά ιστάμενη μεταφυσική αλήθεια. Υπάρχει μόνο η προσωπική αλήθεια που καθένας τη βρίσκει στο τέλος μόνος του, δεν μπορεί να του την εμφυσήσει κανείς. Και τι πιο αληθινό από έναν τρόπο ζωής τέτοιο, ώστε να καταφέρνεις να μην πληγώνεις και να μην πληγώνεσαι! Εμένα εκείνο που με πληγώνει περισσότερο είναι η μωροφιλοδοξία κάποιων ανθρώπων και η τάση τους να σε εκμεταλλεύονται. Εκείνο, αντίθετα, που εκτιμώ απεριόριστα είναι η γενναιοδωρία, υλική και πνευματική. 


         Το τελευταίο φως

Εκεί που βυθίστηκα για να σε βρω
έχει χαθεί πια το ον
κι άλαλος ο προφήτης της καρδιάς μου.
Είσαι σε μια μορφή απόλυτη
απρόσιτη και στη ζωή την ίδια,
μια άσπρη κηλίδα είσαι
λίγο θολό νερό.
Θέλω να φθείρω
το τελευταίο μου φως
εκεί που τίποτα
δεν σταματάει το μάτι:
ούτε χελιδόνι θέλω στον ορίζοντα
καμιά αυταπάτη.
Θα ΄χει πεθάνει η καρδιά μου
κι ακόμα θα ζω
θα προσβλέπω στη φύση
και θα σε λέω καλοκαίρι
χωρίς μνήμη πια
θα σε λέω ανθό, ώσπου
ο μύθος να τραβήξει
πίσω μου την κουρτίνα:
απέναντι ο άσπρος τοίχος
όλα τελειωμένα και λευκά
κι εγώ μια πατημένη κατσαρίδα.



         Ποιητικό υστερόγραφο
 

Τα ποιήματα δεν μπορούν πια
να 'ναι ωραία
αφού η αλήθεια έχει ασχημύνει.
Η πείρα είναι τώρα
το μόνο σώμα των ποιημάτων
κι όσο η πείρα πλουταίνει
τόσο το ποίημα τρέφεται και ίσως δυναμώσει.
Πονάν τα γόνατά μου
και την Ποίηση δεν μπορώ πια να
προσκυνήσω,
μόνο τις έμπειρες πληγές μου
μπορώ να της χαρίσω.
Τα επίθετα μαράθηκαν,
μόνο με τις φαντασιώσεις μου
μπορώ τώρα την Ποίηση να διανθίσω.
Όμως πάντα θα την υπηρετώ
όσο βέβαια εκείνη με θέλει
γιατί μόνο αυτή με κάνει λίγο να ξεχνώ
τον κλειστό ορίζοντα του μέλλοντός μου.

                               Κατερίνα Αγγελάκη - Ρουκ

Scholeio.com

Δεν υπάρχουν σχόλια: