Χ. Μελιτάς, Σεργιάνι στη πόλη να βγούνε οι καρδιές



Χάρης Μελιτάς


        Το  Άβατο

Τη μάσκα μου μπορείτε να θαυμάσετε.
Εκτίθεται σε θέατρα σκιών
και σε μουσεία.

Τα λόγια μου μπορείτε ν' αγοράσετε.
Πωλούνται σε τιμές ελκυστικές
κάτω του κόστους. 

Τη γεύση μου μπορείτε να μαντέψετε.
Παλιώνω σε κελάρι σκοτεινό
να ωριμάσω.

Τα ρούχα μου μπορείτε να μυρίσετε.
Αρώματα φοράω ακριβά
Επιταφίων.

Τις σκέψεις μου μονάχα μην αγγίξετε.
Το χέρσο ναρκοπέδιο του νου 
με τις αλήθειες




        Η Άγνωστη

   Την πρόφτασε ξημέρωμα στη σκάλα.

      Της λέει:
      Καμιά γυναίκα.
      Καμιά γυναίκα δεν μου έδειξε τη θάλασσα.
      Του σεντινιού τις αμμουδιές
      ακόμα το κορμί σου αυλακώνει.
      Ας ήξερα τουλάχιστον
      ποιο είναι τ' όνομά σου.

      Του λέει:
      Όνειρο είναι.



        Καρέ της μοίρας

Έβγαλε απ' την τσέπη του μια ξεβαμμένη τράπουλα
έκοψε, ανακάτεψε κι άρχισε να μοιράζει.
του Γιάννη, του Νώντα, του Έκτορα, δικό του.
Και πάλι
Του Γιάννη, του Νώντα, του Έκτορα, δικό του.
Κύριε, τον έκοψε ο σερβιτόρος.
Δεν είστε στο καφενείο της γειτονιάς.
Ασχημονείτε σε κυλικείο νεκροταφείου.
Μάζεψε ντροπιασμένος τα χαρτιά
φίλησε σταυρωτά τη χήρα του τενθνεώτος
και βγήκε στο δρόμο.
Που να τους εξηγήσει τέτοιες ώρες
για το θανατικό που ξεκλήρισε το καρέ.
Ο Γιάννης έφυγε προχτές από καρδιά
ο Νώντας τις προάλλες στην εγχείρηση
ο Έκτορας ανήμερα Χριστούγεννα
κανείς δεν έμαθε από τι πήγε.
Όσο γι αυτόν, είχε πεθένει απ' το Φθινόπωρο
κι ας μην το είχε πει ούτε στο σπίτι.

Έστησε το τραπέζι του στη γέφυρα
έκοψε, ανακάτεψε κι άρχισε να μοιράζει.
Του Γιάννη, του Νώντα, του Έκτορα, δικό του.
Και πάλι.
Του Γιάννη, του Νώντα, του Έκτορα...




        Μάνα κουράγιο

   Προσμονή.
     Αγγελία.
     Αγαλλίαση. Γέννα

     Οίκος ευτυχίας.
     Μάνα απάγκιο.

     Προσευχή.
     Προστασία.
     Επαγρύπνησης βλέμμα.

     Οίκος ευδοκίας.
     Μάνα κουράγιο.

     Προστριβή.
     Προδοσία.
     Αποξένωση. Ψέμα.

     Οίκος ευγηρίας.
     Μάνα κουράγιο.

                 από τη  συλλογή  Η Διαθήκη



        Εκείνο το γυαλί ανάμεσά μας

Σε είδα να σαλεύεις στα Εξάρχεια.
Πρόσωπο δίχως πρόσωπο.
Κορμί χωρίς πυξίδα.
Συγκεχυμένο πλάσμα, ετοιμόρροπο.
Χαμένος μονομάχος στην αρένα.

Σκέφτηκα να σε κρύψω σ' ένα ποίημα.
Να σε τυλίξω λέξεις μυστικές.
Να μην κρυώνεις.

Άλλη μια αυταπάτη δωρεάν.
Το ίδιο παγωμένο λεξιλόγιο.
Οι ένοχες κραυγές των φωνηέντων.
Τα υλικά της σιγουριάς. Τα πλαίσια.
Εκείνο το γυαλί ανάμεσα μας.

Να σε καταλαβαίνω μόνο δεν αρκεί.
Θα 'πρεπε να μπορώ να σ' αγκαλιάσω.
Να μην κρυώνω.



          Ωράριο εργασίας

    Εσχάτως έβαλα ωράριο στην ποίηση.
        Οκτάωρο τις καθημερινές.
        Υπερωρίες Κυριακές και αργίες.
        Πάει καιρός που κυνηγάω συλλαβές
        φυλλομετρώντας τα κιτάπια της ζωής μου.
        Οι λέξεις λες κατέθεσαν τα όπλα
        χαθήκανε στις τούφες της ομίχλης
        και τα ρυάκια στο μυαλό μου στέρεψαν
        πέτρινες φράσεις σκίζουν τις σελίδες.
        Βδομάδες τώρα ξύνω τα μολύβια μου.
        Βουλιάζω σε γραφές κι ανθολογίες.
        Μάταια στα υπόγεια της νύχτας αλυχτώ
        ν' ανοίξω χαραμάδα στο σκοτάδι.
        Την περασμένη Κυριακή, δεν άντεξα την ήττα.
        Άφησα πίσω μου μελάνια και χαρτιά
        ξανοίχτηκα στον άνεμο και βγήκα στο μουράγιο.
        Να παίξω με τα σύννεφα κρυφτό.
        Να πιω ένα κρασί με τους ψαράδες.
        Να περπατήσω κατά μήκος της ακτής
        ως το σοφό ναυάγιο που λιάζεται στο μόλο.

        Και να που άνοιξε η βεντάλια με τις λέξεις.
        Και να που άνθισε το ποίημα στην ξέρα.



          Τυχαία συνάντηση

Τακτοποιώντας της ζωής μου τα συρτάρια
σε συνάντησα.
Σε κάτι στίχους μου παλιούς είχες τρυπώσει.
Φορούσες το γαλάζιο σου παλτό
κι όπως με κοίταζες κρυφά στον Επιτάφιο
στο άδειο μου πακέτο σε ζωγράφισα
να 'χω δυο χείλη να φιλήσω της Ανάσταση.
Σε ρώτησα: Που πήγαν οι γιορτές ;
Οι περατζάδες στη βροχή χωρίς ομπρέλα ;
Οι παντομίμες στον Ηλεκτρικό ;
Εκείνα τα φιλιά στη διαδήλωση
απέναντι στις άναυδες ασπίδες ;
Σε ρώτησα: Ποιος έκλεισε το ράδιο ;
Ποιος έκλεψε τα χρώματα της νύχτας ;
Ποιος άνοιξε την πόρτα στο βοριά ;
Ποιος άφησε τα χιόνια να περάσουν ;

Μα το χειρότερο είναι πως μου απάντησες.
Απ' την κουζίνα.



        Οι χαμαιλέοντες

   Εάν του κλάσματος οι όροι αντιστραφούν
      και πολλαπλασιάσουμε αντί να διαιρούμε
      το αποτέλεσμα τυπώνεται στην κάρτα μας:
      Κουκουλοφόροι υπεράνω υποψίας.

      Δεν πυρπολούμε τοκογλύφους κι απορρίματα
      μόνο του μέλλοντος σκορπίζουμε τις στάχτες
      εντεταλμένοι ολετήρες-εμπρηστές
      των πυκνοϋφαντων δασών που πλέκουν οι ιδέες.

      Δεν καταστρέφουμε βιτρίνες στεγανές
      μόνο ελπίδες θρυμματίζουμε λαθραία
      συνειδητοί υπεργολάβοι βομβιστές
     των αγαλμάτων που φρουρούν το φως της ουτοπίας.

      Περιφερόμαστε ως άγνωστοι-γνωστοί
      όλοι μάς ξέρουνε, κανείς δεν μας αγγίζει
      δεν ξεκολλάει η κουκούλα μας ποτέ
      τα ίδια μας τα πρόσωπα φοράμε προσωπεία.

      Κι όταν οπλίζουμε το χέρι του σκοπού
      βάζουμε πάντα αλεξίσφαιρο γιλέκο
      έτσι που αν καμιά αδέσποτη μας βρει
      τυχαία να κατευθυνθεί στο στήθος του αθώου.



        Της πλατείας

Εντός, αυθαιρετούν οι αιρετοί
Εκτός, αιρετικοί διαδηλώνουν,
Ενδιαμέσως, ρόπαλα και κράνη
τα θύματα αθροίζουν στην αρένα.

Από τη μια, πολυτεχνίτες πωλητές
πολύχρωμοι πολίτες απ' την άλλη.
Ενδιαμέσως, Άγνωστοι Στρατιώτες 
συνθήματα θυμίζουν λαβωμένα.

Κι ο ουρανός μελαχροινός ν' ασφυκτιά
πνιγμένος σε καπνούς και δακρυγόνα.



          Το χταπόδι

   Μ' έχεις σκλαβώσει
      είπε στον αιχμάλωτο.
      Πρώτα με γέμισες λεφτά
      με τις προβλέψεις σου
      και τώρα θα μου κάνεις το τραπέζι.

      Ξυδάτο ή ψητό ;
     Αναρωτήθηκε.
     Κι άρχισε να χτυπάει αδυσώπητα
     τον πρώην ευεργέτη του στο βράχο.

                                από την συλλογή  Παράσταση Ήττας




          Μια νύχτα...

   Μια νύχτα θα στρώσω
      λουλούδια στους δρόμους
      θα σβήσω τους νόμους και τις εντολές
      ν' ανοίξουν οι πόρτες
      που σφάλισαν όλοι
      να βγούνε στην πόλη σεργιάνι οι καρδιές.

      Μια νύχτα θ' ανάψω
      φωτιές στα μπαλκόνια
      να λιώσω τα χιόνια και τη μοναξιά
      να βγούνε οι άνθρωποι
      μαζί με τ' αστέρια
      να δώσουν τα χέρια, να γίνουν παιδιά.

      Μια νύχτα θα γράψω
      με χρώμα στους τοίχους
      εκείνους τους στίχους που μου 'λεγες χτες
      πως μια στάλα αγάπη
      αρκεί για ν' αλλάξει
      τον κόσμο σαν στάξει
      στις άδειες ματιές.


από τις συλλογές: Η Διαθήκη, Παράσταση Ήττας, Η νύχτα στο πιάνο

Χάρης Μελιτάς

Scholeio.com

Δεν υπάρχουν σχόλια: