Ζ. Βάκη, Πώς θ' αγγίξω την αλήθεια



Ζέττα Βάκη


             Ύμνος στο άπληστο


   Σέρνεις τον εαυτούλη σου

     στα μονοπάτια της
     σύγχρονης ζωής.

Πιάνεσαι, μη και γλιστρήσεις
στα λάδια της χαλασμένης
μηχανή σου.
Κοιτάς, με βλέμμα αρπακτικό,
τριγύρω σου να βρεις
κι άλλο να φας.

     Φτιάχνεις κάθε μέρα και πιο
     πολλά, μα παραπονιέσαι που
     δεν έχεις περισσότερα.

Κοιτάς πιο ψηλά από σένα και
τα χείλια σου τραβιούνται σε
γκριμάτσα δουλικού γέλιου...
Σκύβεις πιο χαμηλά από σένα
και κατσουφιάζεις.

     Πατάς σφιχτά το πόδι να
     κρατήσεις την κυριαρχία σου.
    Δίνεις λίγα και παίρνεις πολλά.
    Προσφέρεις λεφτά και
    αγοράζεις ανθρώπινες ψυχές.

Κλωτσάς τα χαλίκια που σ'
ενοχλούν...
Δίνεις δηλητηριασμένο σιτάρι
στα πουλιά που χαλούν τον
ύπνο σου.
Αγαπάς και παίρνεις,
σ' αγαπούν και πάλι παίρνεις.
Ερωτεύεσαι και μετράς
τι σου δίνουν...
Σ' ερωτεύονται και ζητάς
να σου δώσουν.
Μεγαλώνεις τα παιδιά σου
και περιμένεις την προσφορά τους.

     Τους γέρους σου πετάς
     γιατί δεν σου προσφέρουν πια...
     Χτίζεις, με κόπο πολύ -αλήθεια-
     τη δόλια σου προσωπικότητα,
     δύστυχε, πάμφτωχε,
     κραταιέ της ζωής.




              Στοχάζομαι

Στοχάζομαι τι είναι 
όλα τούτα που μας
περιτριγυρίζουν.
Σκέφτομαι αν αξίζουν
τη θυσία του ανθρώπου
για αυτά.

     Ωραία σπίτια, γρήγορα
     αυτοκίνητα, δυνατές
     σβέλτες μηχανές.
     Οργανώσεις που κάθε
     πρωί μιλάνε για κάτι,
     που ποτέ δεν γίνεται...

Ωραίες σκέψεις, ωραίοι
αγώνες, ωραία λόγια...
Άσχημη πραγματικότητα,
φοβερά όπλα...
σκληρά αποτελέσματα.

Πως θ΄αγγίξω την αλήθεια
που χρόνια ψάχνω να βρώ...
Πως θα μαντέψω το ψέμα,
που στη ζωή μας δεσπόζει,
και δεν μπορώ να το δω...



            Τι είσαι ;


Είσαι κομμουνιστής... αίσχος

Είσαι δεξιός... πάλι αίχος
Είσαι αναρχικός... σώπα καημένε,
σ' όλα τα παζάρια του κόσμου
πουλιώνται τέτοιες κονκάρδες...
Ψάξε το πετσί σου, όμως...

     Ψάξε να δεις, αν στον ερχομό σου
     στη ζωή, σου πατήσανε τη
     σφραγίδα της πρώτης ποιότητας,
     κι αν τη βρεις, τυχερά,
     τότε κάρφωσε τη στο στήθος σου,
     την κονκάρδα που δεν πουλιέται πουθενά...
     Την κονκάρδα που γράφει
     ΑΝΘΡΩΠΟΣ.




            Λάσπη

Βρόμικη ζωή, απίθανε

άνθρωπε της λάσπης,
σέρνεσαι και λερώνεσαι.
Χτυπάς τα χέρια, από χαρά,
σαν το καμπανάκι της
κατάχτησης σου χτυπάει.
Αλλοτριώνεσαι και θαρρείς
πως πέτυχες
Ανεβαίνεις και όσο ανεβαίνεις,
ξεθωριάζει η μορφή σου...
Ξεθωριάζει, και ξεμακραίνει
μέσα στην καταχνιά του
μέσου ύψους.
Ανεβαίνεις και τα πόδια σου
μένουν κολλημένα στον δρόμο...
Δεν μπορείς να τα ξεκολλήσεις
να αλαφρώσεις και μετά να
υψωθείς πάνω από τα σύννεφα,
στον γαλάζιο ουρανό
να ατενίσεις τον Λυτρωτή
ήλιο σου, να γνωρίσεις
τη μόνη αλήθεια.



            Προσφορά


Δίνεις πολλά και παίρνεις λίγα...
Δίνεις περισσότερα
και παίρνεις τίποτα...
Κοιτάς τα χέρια σου και την
καρδιά σου, που μένουν άδεια...

Κρίνει και σκέφτεσαι και
νιώθεις μέσα σου σεισμό
κι αντάρα...
Τη σημαία της επανάστασης
θέλεις να στήσεις, με νέα
χρώματα, μα είναι αργά.

Στο μονοπάτι σου έχει αρχίσει
να σουρουπώνει...
Λάθος το βήμα σου κι οι τόσοι
κόποι, που σε τραβήξανε σε
λάθος κίνηση, λάθος ματιά...
Πως να σηκώσεις πια τη
σημαία σου που είναι αργά...




            Βαράτε του 

Βαράτε του... δεν είναι κομουνιστής
Βαράτε του... δεν είναι δεξιός
Βαράτε του... δεν είναι βιομήχανος
Βαράτε του... δεν βουλευτής
Είναι ένας ταπεινός που δεν έχει
τίποτα να δείξει,
ούτε μεγάλες Ιδέες
ούτε πολλά λεφτά
ούτε περίεργη κουλτούρα.
Ούτε βγήκε στο στίβο από τη
βούληση του λαού ούτε πληρώνεται
να βολεύει καταστάσεις...
Είναι ένας ταπεινός
που γεννήθηκε από την αγάπη,
που ζει για την αγάπη
που δίνει μόνο αγάπη...
ΒΑΡΑΤΕ ΤΟΥ...


            Ώρα μηδέν

Κανέναν δεν νοιάζουν
ετούτα που γράφω,
στην ψυχή μου σημαίνει
η ώρα μηδέν.

Μια σταγόνα αδιάφορης
σχέσης και απ' το ανοιχτό
παραθύρι σκύβω να δω
τη γαλήνη, την τάξη,
τη λησμοσύνη, τη μέθη
και γελάω με τούτα
που ψάχνω να βρω...

Ώρα μηδέν, δεν υπάρχω,
τώρα ξέρω την αλήθεια
στο βλέμμα των άλλων να δω.
Ώρα μηδέν, δεν υπάρχω
και κανένα δεν νοιάζει
τι ήμουν, τι είμαι
και τι θέλω να πω...

                              Ζέττα Βάκη


Scholeio.com

Απίστευτη θηριωδία, Ποιός επιτέλους θα το σταματήσει ;




Παρακαλώ δώστε ιδιαίτερη προσοχή σε αυτό 

που συμβαίνει στον κόσμο του 2014 μ.Χ. και διαδώστε το!!!

Στην πολιτισμένη Δανία η θάλασσα έχει χρωματιστεί με κόκκινο χρώμα και δεν είναι λόγω των επιπτώσεων της φύσης ή κάποιας αλλαγής του κλίματος.
Είναι αποτέλεσμα της σκληρότητας από ανθρώπους ( πολιτισμένους; ) οι οποίοι σκοτώνουν εκατοντάδες από τα πιο διάσημα και ευφυή δελφίνια τα Calderon .
Αυτό συμβαίνει κάθε χρόνο στα Νησιά Φερόες στη Δανία . Σε αυτή τη σφαγή οι κύριοι συμμετέχοντες είναι νέοι έφηβοι .
ΓΙΑΤΙ ;


Απλώς είναι μια γιορτή , για να δείξουν ότι είναι ενήλικες και ώριμοι!
Σε αυτή τη μεγάλη γιορτή , δε λείπει τίποτα από ένα πάρτι.
Ο καθένας που συμμετέχει με τον δικό του τρόπο σε αυτή την σφαγή...ακόμα και ο ατάραχος θεατής.
Είναι απαραίτητο να αναφερθεί ότι τα δελφίνια calderon όπως όλα τα άλλα είδη δελφινιών είναι υπό εξαφάνιση και περνούν δίπλα από τους δολοφόνους τους για να παίξουν.. κάτι σαν επιδίωξη μίας καινούργιας αγνής φιλία.







Δεν πεθαίνουν αμέσως όμως...κόβονται 1, 2 ή 3 φορές με χοντρά άγκιστρα.
Εκείνη τη στιγμή τα δελφίνια παράγουν μια ζοφερή κραυγή , όπως αυτή του νεογέννητου παιδιού.
Παρόλα αυτά συνεχίζεται ο βασανισμός χωρίς καμιά συμπόνια , ενώ αυτό το υπέροχο πλάσμα πεθαίνει σιγά-σιγά μέσα στο αίμα του.
Αλλά ως εδώ!
Θα δημοσιεύουμε αυτό το μήνυμα μέχρι να φτάσει σε κάθε ένωση που υπερασπίζεται τα ζώα και δεν πρέπει να μείνουμε στην ανάγνωση.
Αυτό θα μας κάνει συνεργούς - θεατές!
Παρακαλώ κοινοποιήστε αυτό το μήνυμα.


Scholeio.com

Incredible brutality, who will stop it




Please keep this going around the world...2014-01-18 ABC

Please keep list going around the world....hit forward
Denmark is a big shame. The sea is stained in red and in the meanwhile it’s not because of the climate effects of nature.
It's because of the cruelty that the human beings (civilised human) kill hundreds of the famous and intelligent Calderon dolphins.
This happens every year in Feroe Iland in Denmark . In this slaughter the main participants are young teens.
WHY?

Εμπειρίκος, Βλέφαρα διάφανες αυλαίες



Ανδρέας Εμπειρίκος

Είναι τα βλέφαρά μου 
διάφανες αυλαίες. 

Όταν τ'ανοίγω 
βλέπω  εμπρός μου ότι τύχει. 

Όταν τα κλείνω 
βλέπω εμπρός μου ότι ποθώ.




          Σκοπός


Σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμέρπεια. 
Yπάρχουν απειράκις ωραιότερα πράγματα 
και απ' αυτήν την αγαλματώδη παρουσία 
του περασμένου έπους. 
Σκοπός της ζωής μας είναι η αγάπη. 
Σκοπός της ζωής μας είναι η ατελεύτητη μάζα μας. 
Σκοπός της ζωής μας είναι 
η λυσιτελής παραδοχή της ζωής μας 
και της κάθε μας ευχής εν παντί τόπω 
εις πάσαν στιγμήν 
εις κάθε ένθερμον αναμόχλευσιν των υπαρχόντων. 
Σκοπός της ζωής μας είναι 
το σεσημασμένον δέρας της υπάρξεώς μας.



          Στιγμή Πορφύρας

Kαμιά σχισμή δεν διευρύνεται χωρίς τον πόθο
Στα κάγκελα του κήπου ανοίγουν τα φτερά τους τα πουλιά
H γειτνίασις του ποταμού τα προσελκύει
Tο πάθος του γυπαετού για το άσπρο περιστέρι
Eίναι αποκορύφωμα βουνού με χιονισμένη κορυφή
Όταν λυώνουν οι πάγοι τραγουδάμε στις κοιλάδες
Tα νερά μάς μεθούν
Oι κόρες των ματιών μας πλένουν τους θησαυρούς των
Άλλες ξανθές και άλλες μελαχροινές
Έχουν στην όψι τους την ανταύγεια των ελπίδων μας
Έχουν στο στήθος τους το γάλα της ζωής μας
K' εμείς στεκόμαστε τριγύρω τους
Παντοτινά κελεύσματα μας περιβάλλουν
Oι θρόμβοι των βουνών πάλλονται και διαλύονται
Tα χιόνια τους είναι τραγούδια της ελεύσεως των νέων
χρόνων
Tα χρόνια αυτά είναι η ζωή μας
Mέσ' στις κουφάλες τους αναπαύονται το μεσημέρι τα πουλιά
Kαμιά σχισμή δεν διευρύνεται χωρίς τον πόθο της διευ-
ρύνσεως
Kαμιά φορά γινόμαστε κλεψύδρες
K' οι σπόγγοι σφαδάζουν για την κάθε μας σταγόνα.



          Η ρευστότης των υδάτων


Διασυρόμεθα διαπομπευόμεθα 

και χάνουμε στα ζάρια
Μα τίποτε δεν μας εμποδίζει
Να σηκωθούμε να σαλπάρουμε
Σαν τους καλούς μας στοχασμούς
Και να ξεφύγουμε να ξεχυθούμε
Στα κύματα που μας προσμένουν.

Οι διαστολές έχουν και αυτές κάποιαν ανάγκη

Δεσμεύονται στους πόνους των
Γελούνε νευρικά μέσ' στις πτυχές των γέλιων των
Μαζεύουν δίχτυα και ξυλοκοπούν τα περασμένα
Πάντα σαν κήρυκες που παρακάμπτουν τ' ακρωτήρια
Κάθε αντιξοότητος που συναντούν μπροστά των.

Προσχώσεις δεν υπάρχουν δίχως αίματα

Εκρήξεις δεν υπάρχουν δίχως λάμψεις
Δριμύς ο ρήτωρ της μεταρρυθμίσεως
Των σκηνικών διακόσμων ρασοφόρων
Που κρύβουν βρέφη μέσ' στα ράσα των
Αναφανδόν διοχετεύοντες τον φόβον
Κάθε αλλαγής κάθε συμβιβασμού των άστρων
Με τις γλυκειές γυναίκες των αγάδων.

Η θλίψις των ξεσχίζει τα χαρέμια

Και τρέχουν οι λαλάδες με λουλάδες
Οι καταχνιές των ενδοψυχικών διενέξεων
Οι συγκρούσεις των ενδοκομματικών πολέμων
Αναξέουν τις πληγές και επικαλούνται
Την έλευσιν των ιατρών με τις κραυγές των.

Και ιδού που με βοτάνια φθάνουν οι άνδρες

Της κυκλικής καθοσιώσεως των μαρτύρων
Σε χώρες οιμωγών σε χέρσους τόπους
Και ιδού που επέρχονται άλλες ώρες
Που μοιάζουν με αναστήλωσιν δικαιοσύνης
Μπρος στην γλυκύτητα της καλωσύνης
Των ακραιφνών και των ολβίων.

Και ιδού που αλλάζουν οι καιροί

Τ' αμπάρια των σουλτάνων είναι άδεια
Κι αν τρώνε ακόμη σήμερα κουβικουλάριοι και πασάδες
Βελούδα και πέπλους γηρασμένων παλλακίδων
Και τις μακριές ουρές των ιππουρίδων
Σε λίγα χρόνια δεν θα υπάρχουν ούτε αυτά.

Διότι βέβαιον απολύτως είναι

Ότι θα έλθη γρήγορα μια μέρα
Μια μέρα σαν λευκή γυναίκα
Μια μέρα τελέσεως θριάμβου
Αφού η βούλησις η ελευθέρα
Τα "Ααχ !" και Ωωχ !" του διαπύρου πάθους
Η έξοδος από τα δάση της ανίας
Η θραύσις των δεσμών πάσης δουλείας
Κυοφορούν στη σάρκα μας
Τις πράξεις και την δόξαν της μελλούσης ιστορίας.
Ω πώς λοιπόν να μείνουμε κρυμμένοι
Οι τηλαυγείς διδάχοι της αγάπης
Αφού είναι έτοιμοι προς εξόρμησιν
Αφού είναι έτοιμοι προς συνουσίαν
Με όλα τα κύμβαλά των απαστράπτοντα
Με όλα τα πλήκτρα των σηκωμένα
Με τα όργανα των σφύζοντα σε πλήρη σπάργωσιν
Με τις χορδές των τεντωμένες
Με τις ψυχές των ανοικτές
Παρά τα χάρτινα περιτυλίγματα
Και τις φωνές ή τους ψιθύρους
Διπλωματών ακρότατα υπευθύνων
Για όλα τα ψεύδη της παραποιήσεως
Κειμένων της καθημερινής ζωής
Κειμένων της αλήθειας.



          Ο σωστός δρόμος

Η εσωτερική μας όψι είναι το σύννεφο

Που διαρκώς αλλάζει σχήμα.

Έτσι συμπεραίνω

Πως τα καράβια που παρέκαμψαν τους κάβους
Των μεσημβρινών χωρών δεν είναι γυμνωμένα
Σαν ακρωτήρια στερούμενα χλωρίδος
Μα έχουν στολίδια και πανιά έχουν κατάρτια
Μπαρούμες χονδρές σαν τους κορμούς ρητινοφόρων δένδρων
Δένδρων πανύψηλων που στέκουν σ' ένα πόδι
Με ολολύζοντας πιθήκους στα κλαριά των.

Αίφνης

Μια θύελλα περνά ντυμένη με φουστάνι
Μαινάδος που φορεί στο πρόσωπο της μάσκα
Ω το φιλί που μούδωσε
Θα το θυμάμαι πάντα
Ήταν γλυκύτατο
Μέγα κεράσι ώριμο
Που δύο το πιπιλίζουν χείλη
Πόθων ζεστών που πάλλονται
Όπως τα εν στύσει δένδρα.

Τέλος μια κόκκινη φρεγάδα πλησιάζει

Οργώνοντας τα κύματα σαν ρόδα αυτοκινήτου
που προχωρεί σε λάσπες κοιμισμένης χώρας
Μέσα στο βάθος της νυκτός
Μέσα στο βάθος των ονείρων
Με αναμμένους τους φανούς σαν δόξα.




          Κλωστήριον Νυκτερινής ανάπαυλας

Eίμεθα όλοι εντός του μέλλοντός μας. 
Όταν τραγουδάμε εμπρός 
στους εκφραστικούς πίνακες των ζωγράφων 
όταν σκύβουμε εμπρός στα άχυρα μιας καμμένης πόλεως 
όταν προσεταιριζόμεθα την ψιχάλα του ρίγους 
είμεθα όλοι εντός του μέλλοντός μας 
γιατί ό,τι και αν επιδιώξουμε 
δεν είναι δυνατόν να πούμε όχι να πούμε ναι 
χωρίς το μέλλον του προορισμού μας 
όπως μια γυναίκα δεν μπορεί να κάμη τίποτε 
χωρίς την πυρκαγιά που κλείνει μέσα στη στάχτη των ποδιών της. 

Όσοι την είδαν δεν στάθηκαν να ενατενίσουν 
ούτε τα συστρεφόμενα κηπάρια 
ούτε την ευωχία των μαλλιών 
που λατρεύτηκαν ούτε τα σουραύλια 
των εργαστηριακών μεταγγίσεων 
από μια χώρα σε φλέβες κόλπου θερμού 
προστατευομένου από τα εγκόσμια 
και τα μελτέμια της κυανής ανταύγειας λιγυρών παρθένων. 

Eίμεθα όλοι εντός του μέλλοντος 
μιας πολυσύνθετης σημαίας 
που κρατεί τους εχθρικούς στόλους 
εμπρός στα τείχη της καρδιάς μου 
κατοχυρώνοντες ψευδαισθήσεις 
πιστοποιούντες ενδιάμεσες παρακλητικές μεταρρυθμίσεις 
χωρίς να νοηθή το αντικείμενον της πάλης. 

Στιγμιότυπα μας απέδειξαν 
την ορθότητα της πορείας μας 
προς τον προπονητήν του ιδίου φαντάσματος της προελεύσεως των ονείρων 
και του καθενός κατοίκου της καρδιάς μιας παμπαλαίας πόλης. 

Όταν εξαντληθούν τα χρονικά μας 
θα φανούμε γυμνότεροι 
και από την άφιξι της καταδίκης παρομοίων πλοκαμιών 
και παστρικών βαρούλκων 
γιατί όλοι μας είμεθα εντός της σιωπής 
του κρημνιζομένου πόνου 
στα γάργαρα τεχνάσματα του μέλλοντός μας. 
__________________________________
                                                                 
*Ανδρέας Εμπειρίκος (2 Σεπτεμβρίου 1901 - 3 Αυγούστου 1975) ήταν Έλληνας ποιητής, πεζογράφος, φωτογράφος και ψυχαναλυτής. Γεννημένος στη Μπράιλα της Ρουμανίας, εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα το 1902 και αργότερα παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας και αγγλικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στο King's College του Λονδίνου. Την περίοδο 1926-1931 έζησε στο Παρίσι, όπου συνδέθηκε με τον κύκλο των υπερρεαλιστών και ασχολήθηκε ενεργά με την ψυχανάλυση, κοντά στον ιδρυτή της Ψυχαναλυτικής Εταιρείας του Παρισιού, Ρενέ Λαφόργκ. Το 1931 εγκαταστάθηκε οριστικά στην Ελλάδα, πραγματοποιώντας την πρώτη εμφάνισή του στα ελληνικά γράμματα το 1935.

Ως λογοτέχνης ανήκει στη Γενιά του '30 και αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του ελληνικού υπερρεαλισμού. Ο Εμπειρίκος υπήρξε εισηγητής του υπερρεαλισμού στην Ελλάδα, καθώς και ο πρώτος που άσκησε την ψυχανάλυση στον ελληνικό χώρο, ασκώντας την ψυχαναλυτική πρακτική κατά την περίοδο 1935-1951. 

Χαρακτηρίζεται ως ένας από τους κατεξοχήν «οραματιστές ποιητές», κατέχοντας περίοπτη θέση στον ελληνικό λογοτεχνικό κανόνα, παρά τη δυσπιστία με την οποία αντιμετωπίστηκε αρχικά το έργο του. Από το σύνολο του έργου του ξεχωρίζει η πρώτη ποιητική συλλογή του, με τίτλο Υψικάμινος, ως το πρώτο αμιγώς υπερρεαλιστικό κείμενο στην Ελλάδα, ενώ ανάμεσα στα πεζά έργα του διακρίνεται το τολμηρό ερωτογράφημα Ο Μέγας Ανατολικός,
 που προκάλεσε αντιδράσεις για την ελευθεροστομία και το ερωτικό περιεχόμενό του. Σημαντικό τμήμα του έργου του εκδόθηκε μετά τον θάνατό του.


Scholeio.com

Λειβαδίτης, ....γιὰ νὰ μὴν ἀκούσω ποὺ δὲ μοῦ ἀποκρίθηκαν


  

Τάσος Λειβαδίτης


Γράφω για κείνους που δεν ξέρουν να διαβάσουν
για τους εργάτες που γυρίζουνε το βράδυ με τα μάτια κόκκινα απ’ τον άμμο
για σας χωριάτες, που ήπιαμε μαζί στα χάνια τις χειμωνιάτικες νύχτες του αγώνα
ενώ μακριά ακουγότανε το ντουφεκίδι των συντρόφων μας.
Γράφω να με διαβάζουν αυτοί που μαζεύουν τα χαρτιά απ’ τους δρόμους
και σκορπίζουνε τους σπόρους όλων των αυριανών μας τραγουδιών
γράφω για τους καρβουνιάρηδες, για τους γυρολόγους και τις πλύστρες.

Γράφω για σας
αδέρφια μου στο θάνατο
συντρόφοι μου στην ελπίδα
που σας αγάπησα βαθιά κι απέραντα
όπως ενώνεται κανείς με μια γυναίκα.
Κι όταν πεθάνω και δε θα ΄μαι ούτε λίγη σκόνη πια μέσα στους δρόμους σας
τα βιβλία μου, στέρεα κι απλά
θα βρίσκουν πάντοτε μια θέση πάνω στα ξύλινα τραπέζια
ανάμεσα στο ψωμί και τα εργαλεία του λαού.

                       ___ *** ___


          Αλλά τα βράδια

Καὶ νὰ ποὺ φτάσαμε ἐδῶ

Χωρὶς ἀποσκευὲς
Μὰ μ᾿ ἕνα τόσο ὡραῖο φεγγάρι
Καὶ ἐγὼ ὀνειρεύτηκα ἕναν καλύτερο κόσμο
Φτωχὴ ἀνθρωπότητα, δὲν μπόρεσες
οὔτε ἕνα κεφαλαῖο νὰ γράψεις ἀκόμα
Σὰ σανίδα ἀπὸ θλιβερὸ ναυάγιο
ταξιδεύει ἡ γηραιά μας ἤπειρος

Ἀλλὰ τὰ βράδια τί ὄμορφα

ποῦ μυρίζει ἡ γῆ

Βέβαια ἀγάπησε

τὰ ἰδανικά της ἀνθρωπότητας,
ἀλλὰ τὰ πουλιὰ
πετοῦσαν πιὸ πέρα

Σκληρός, ἄκαρδος κόσμος,

ποῦ δὲν ἄνοιξε ποτὲ μίαν ὀμπρέλα
πάνω ἀπ᾿ τὸ δέντρο ποὺ βρέχεται

Ἀλλὰ τὰ βράδια τί ὄμορφα

ποῦ μυρίζει ἡ γῆ

Ὕστερα ἀνακάλυψαν τὴν πυξίδα

γιὰ νὰ πεθαίνουν κι ἀλλοῦ
καὶ τὴν ἀπληστία
γιὰ νὰ μένουν νεκροὶ γιὰ πάντα

Ἀλλὰ καθὼς βραδιάζει

ἕνα φλάουτο κάπου
ἢ ἕνα ἄστρο συνηγορεῖ
γιὰ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα

Ἀλλὰ τὰ βράδια τί ὄμορφα

ποῦ μυρίζει ἡ γῆ

Καθὼς μένω στὸ δωμάτιό μου,

μοῦ ᾿ρχονται ἄξαφνα φαεινὲς ἰδέες
Φοράω τὸ σακάκι τοῦ πατέρα
κι ἔτσι εἴμαστε δύο,
κι ἂν κάποτε μ᾿ ἄκουσαν νὰ γαβγίζω
ἦταν γιὰ νὰ δώσω
ἕναν ἀέρα ἐξοχῆς στὸ δωμάτιο

Ἀλλὰ τὰ βράδια τί ὄμορφα

ποῦ μυρίζει ἡ γῆ

Κάποτε θὰ ἀποδίδουμε δικαιοσύνη

μ᾿ ἕνα ἄστρο ἢ μ᾿ ἕνα γιασεμὶ
σὰν ἕνα τραγοῦδι ποὺ καθὼς βρέχει
παίρνει τὸ μέρος τῶν φτωχῶν

Ἀλλὰ τὰ βράδια τί ὄμορφα

ποῦ μυρίζει ἡ γῆ!

Δῶς μου τὸ χέρι σου..

Δῶς μου τὸ χέρι σου

από "Νυχτερινός επισκέπτης"

          ___ *** ___



   - Ώ απέραντη νοσταλγία 
   για κάτι που ποτέ δεν ζήσαμε
   κι όμως αυτό υπήρξε όλη η ζωή μας…

   - Ένα σπίτι για να γεννηθείς

   ένα δέντρο για ν’ ανασάνεις
   ένας στίχος για να κρυφτείς
   ένας κόσμος για να πεθάνεις.

   - Κι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον

   είμαστε κιόλας νεκροί.




     Αιώνες πολλαπλότητας

Συλλογιέμαι καμιά φορά τους ανθρώπους που γνώρισα,
τους συντρόφους στα παιδικά χρόνια, τις πέτρες που μαζεύαμε
όταν έβρεχε
και τις ακουμπάγαμε κάτω απ' τα υπόστεγα, μην κρυώσουν,
άλλοι πέθαναν, άλλοι βούλιαζαν μες τη ζωή, άλλοι πάτησαν πάνω μου
να περάσουν,
τους συντρόφους στη μάχη, πάνω στο χιόνι ή σ' ένα πρόχειρο αμπρί,
εκείνους που δε γύρισαν, αυτούς που λιποτάχτησαν, τους άλλους
που συνθηκολόγησαν. Συλλογιέμαι τους συντρόφους στη φυλακή,
τα τσιγάρα που μοιραζόμαστε, τη μοναξιά
που έμενε στον καθένα ολόκληρη δική του, τα μακρόσυρτα βλέματα
απ' το παράθυρο


και κείνους τους αδάκρυτος, σιωπηλούς αποχαιρετισμούς
με τους μελλοθανάτους. Άνθρωποι μεγαλόψυχοι ή τιποτένιοι,
ανυπεράσπιστοι ή δυνατοί,
αφύνοντας ο ένας μέσα στον άλλον, όλα όσα του έδωσε
ή του αρνήθηκε. Τόσα λόγια, τόσες χειρονομίες, τόσα πρόσωπα μέσα μου
που πα δεν είμ' εγώ.
Κ' εσύ, αγαπημένη, όταν με διώχνεις, κλείνεις έξω απ' την πόρτα σου
έναν ολάκαιρο πικραμένο κόσμο.

               ___ *** ___


       Σε μια γυναίκα

   Θυμᾶσαι τὶς νύχτες; 

   Γιὰ νὰ σὲ κάνω νὰ γελάσεις 
   περπατοῦσα πάνω
   ……στὸ γυαλὶ τῆς λάμπας.
   «Πῶς γίνεται αὐτό;» ρώταγες. 
   Μὰ ἦταν τόσο ἁπλὸ
   ἀφοῦ μ᾿ ἀγαποῦσες


      Κανείς δεν είναι μόνος


   «Ἦρθα», ἔλεγες πάντα 

   μπαίνοντας στὸ δωμάτιο, 
   παρ᾿ ὅλο ποὺ δὲν
   ……σὲ περίμενε κανείς.
   Ὅμως ἀκριβῶς αὐτό 
   σου ἔδινε μιὰ βαθύτερη ἀπάντηση.

    ἀπὸ "Ἀνακάλυψη"



      Που είσαι


Ἔβρεχε ἐκεῖνο τὸ βράδυ, ἔβρεχε

ἀνέβηκα τὰ σκαλιὰ κανεὶς στὴν κάμαρα
Ἔβρεχε; ἔτρεμε στ᾿ ἀνοιχτὸ παράθυρο ἡ κουρτίνα
Ἔβρεχε…

«Φεύγω μὴ ζητήσεις νὰ μὲ βρεῖς. 

Ἀγαπῶ ἄλλον!», ἔγραφε
Ἀγαπῶ ἄλλον;
Ποῦ εἶσαι; Ποῦ νὰ πάω;
Φυσάει, κρυώνω;
Ποῦ εἶσαι; Ποῦ νὰ πάω;
Φυσάει, κρυώνω;
Οἱ δρόμοι λασπωμένοι, 
κίτρινα φῶτα, ἔβρεχε

Ζευγάρια ἀγκαλιασμένα 

κάτω ἀπ᾿ τὶς ὀμπρέλες τους
σὲ λίγο θὰ ἀνάβουνε τὸ φῶς
Θὰ κοιτάζονται στὰ μάτια 
καὶ θὰ πετᾶν ἀπὸ πάνω τους 
ὅλη τὴ μοναξιὰ
Οἱ φωτεινὲς ρεκλάμες 
ἀνοιγοκλείνουνε τὰ μάτια τους
Ὅλα στὴν ἐποχὴ μᾶς διαφημίζονται 
γιατί ὄχι καὶ αὐτὸ …

Ἔβρεχε


«Ἀγαπῶ ἄλλον!»

Μὲ κόκκινα πελώρια γράμματα 
θὰ ᾿τᾶν ὑπέροχη διαφήμιση
γιατί ὄχι καὶ αὐτό: «Ἀγαπῶ ἄλλον!»

«Θὰ ἀγαπῶ ἄλλον»;

Ποῦ εἶσαι;
Ποῦ νὰ πάω;
Φυσάει κρυώνω
Ποῦ εἶσαι;


      Συχώρα με, αγάπη μου,
     που ζούσα πριν να σε γνωρίσω..


   Ήξερες να δίνεσαι αγάπη μου..
   Δινόσουνα ολάκερη
   και δεν κράταγες για τον εαυτό σου
   παρά μόνο την έγνοια
   αν ολάκερη έχεις δοθεί..

   Όλα μπορούσανε να γίνουνε
   στον κόσμο αγάπη μου
   τότε που μου χαμογελούσες..

   Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωη μου
   είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρα μου
   αγαπημένη μου..
   Μα και τι να πει κανείς..
   Όταν ο κόσμος είναι τόσο φωτεινός

   και τα μάτια σου τόσο μεγάλα..

   Στην πιο μικρή στιγμή μαζί σου
   έζησα όλη τη ζωή..
   Θα ξαναβρεθούμε μια μέρα
   και τότε όλα τα βράδια
   κι όλα τα τραγούδια θάναι δικά μας..


   Θάθελα να φωνάξω τ’ονομά σου,αγάπη,
   μ’ όλη μου τη δύναμη..
   Να το φωνάξω τόσο δυνατά

   που να μην ξανακοιμηθεί κανένα όνειρο στον κόσμο,
   καμιά ελπίδα να μη πεθάνει..

   Θε μου πόσο ήταν όμορφη
   σαν ένα φωτισμένο δέντρο
   μια παλιά νύχτα των Χριστουγέννων

   Συχώρα με, αγάπη μου,
   που ζούσα πριν να σε γνωρίσω..

   Μισώ τα μάτια μου,
   που πια δεν καθρεφτίζουν το χαμόγελό σου.

   Θα σ’ ακούω σαν τον τυφλό που κλαίει,
   ακούγοντας μακριά τη βουή μιας μεγάλης γιορτής
   σ’ αναζητάω σαν τον τυφλό,
   που ψάχνει να βρει το πόμολο της πόρτας
   σ’ενα σπίτι που’ πιασε φωτιά,
   α, για να γεννηθείς εσύ
   κι εγώ για να σε συναντήσω
   γι αυτό έγινε ο κόσμος..

   Κι εσύ, αγαπημένη, όταν με διώχνεις,
   κλείνεις έξω απ’ την πόρτα σου
   έναν ολάκερο πικραμένο κόσμο..

   Κι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον,
   είμαστε κιόλας νεκροί..

   Αν βρουν έναν άνθρωπο νεκρό
   έξω απ’ την πόρτα σου,
   εσύ θα ξέρεις,
   πως πέθανε σφαγμένος
   απ’ τα μαχαίρια του φιλιού,
   που ονειρευότανε για σένα..

   Ποδοπάτησε με,
   να έχω τουλάχιστον την ευτυχία
   να μ’αγγίζεις..



      




    Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας

                                 V
Θά ῾θελᾳ νὰ φωνάξω τ᾿ ὄνομά σου, ἀγάπη, 
μ᾿ ὅλη μου τὴν δύναμη.
Νὰ τ᾿ ἀκούσουν οἱ χτίστες ἀπ᾿ τὶς σκαλωσιὲς καὶ νὰ φιλιοῦνται μὲ τὸν ἥλιο
νὰ τὸ μάθουν στὰ καράβια οἱ θερμαστὲς καὶ 
ν᾿ ανασάνουν ὅλα τὰ τριαντάφυλλα
νὰ τ᾿ ἀκούσει ἡ ἄνοιξη καὶ νά ῾ρχεται πιὸ γρήγορα
νὰ τὸ μάθουν τὰ παιδιὰ γιὰ νὰ μὴν φοβοῦνται 
τὸ σκοτάδι,
νὰ τὸ λένε τὰ καλάμια στὶς ἀκροποταμιές, 
τὰ τρυγόνια πάνω στοὺς φράχτες
νὰ τ᾿ ἀκούσουν οἱ πρωτεύουσες τοῦ κόσμου 
καὶ νὰ τὸ ξαναποῦνε μ ὅλες τὶς καμπάνες τους
νὰ τὸ κουβεντιάζουνε τὰ βράδια οἱ πλύστρες χαϊδεύοντας τὰ πρησμένα χέρια τους.

Νὰ τὸ φωνάξω τόσο δυνατὰ

ποὺ νὰ μὴν ξανακοιμηθεῖ κανένα ὄνειρο στὸν κόσμο
καμιὰ ἐλπίδα πιὰ νὰ μὴν πεθάνει.
Νὰ τ᾿ ἀκούσει ὁ χρόνος καὶ νὰ μὴν σ᾿ ἀγγίξει, ἀγάπη μου, ποτέ.


                                                               IV

Ναὶ ἀγαπημένη μου,
ἐμεῖς γι᾿ αὐτὰ τὰ λίγα κι ἁπλὰ πράγματα πολεμᾶμε
γιὰ νὰ μποροῦμε νά ῾χουμε μία πόρτα, ἕν᾿ ἄστρο, ἕνα σκαμνὶ
ἕνα χαρούμενο δρόμο τὸ πρωὶ
ἕνα ἤρεμο ὄνειρο τὸ βράδι.
Γιὰ νά ῾χουμε ἕναν ἔρωτα ποὺ νὰ μὴ μᾶς τὸν λερώνουν
ἕνα τραγούδι ποὺ νὰ μποροῦμε νὰ τραγουδᾶμε

Ὅμως αὐτοὶ σπᾶνε τὶς πόρτες μας

πατᾶνε πάνω στὸν ἔρωτά μας.
Πρὶν ποῦμε τὸ τραγούδι μας
μᾶς σκοτώνουν.

Μᾶς φοβοῦνται καὶ μᾶς σκοτώνουν.

Φοβοῦνται τὸν οὐρανὸ ποὺ κοιτάζουμε
φοβοῦνται τὸ πεζούλι ποὺ ἀκουμπᾶμε
φοβοῦνται τὸ ἀδράχτι τῆς μητέρας μας καὶ τὸ ἀλφαβητάρι τοῦ παιδιοῦ μας
φοβοῦνται τὰ χέρια σου ποὺ ξέρουν νὰ ἀγγαλιάζουν τόσο τρυφερὰ
καὶ νὰ μοχτοῦν τόσο ἀντρίκια
φοβοῦνται τὰ λόγια ποὺ λέμε οἱ δυό μας μὲ φωνὴ χαμηλωμένη
φοβοῦνται τὰ λόγια ποὺ θὰ λέμε αὔριο ὅλοι μαζὶ
μᾶς φοβοῦνται, ἀγάπη μου, καὶ ὅταν μᾶς σκοτώνουν
νεκροὺς μᾶς φοβοῦνται πιὸ πολύ.


     ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Κι ἂν ἔφτασα τόσο μακριά, ἦταν γιὰ νὰ μὴν ἀκούσω ποὺ δὲ μοῦ ἀποκρίθηκαν

κι ἄχ, πλανήθηκα πολὺ σὲ δρόμους, ἀκολουθώντας τοῦτο ἡ ἐκεῖνο, κληρονόμος μιᾶς ἀνεξήγητης ὥρας: τότε ποὺ ὅλα θὰ ἐξηγηθοῦν,
……χωρὶς λόγια ἢ καὶ χωρὶς νὰ ὑπάρχουμε καν — ὅταν, τέλος, ξαναγύρισα ἡ πόλη εἶχε λεηλατηθεῖ, τὰ βαγόνια ἀναποδογυρισμένα,
……ἡ ἐξέγερση ἦταν πιὰ παρελθὸν κι ὅσοι ἀπόμεναν ὄρθιοι πυροβολοῦσαν ἀκόμα
γιὰ ἕνα φτωχὸ ἔπαθλο στὰ ὑπαίθρια σκοπευτήρια
……καὶ τὸ βράδυ «τί ὥρα εἶναι;» ρωτᾷς, «ὀχτώ» σου ἀπαντᾶνε, μὲ τέτοιες ἄθλιες βεβαιότητες ζοῦμε
καὶ κανεὶς δὲν εἶδε τὸ ἔγκλημα — ἀφοῦ τὸ τέλειο ἔγκλημα ἔγινε
……ἐκεῖ ποὺ δὲν μπορεῖ πιὰ τίποτα νὰ συμβεῖ. Ὅμως ἐγὼ ὑπῆρξα ἀνυπόμονος
σὰν κάποιον ποὺ ἀνοίγει τὴν ὀμπρέλα του σὲ καιροὺς ξηρασίας (ἴσως γιατί δὲ θέλει νὰ ξεχάσει),
……ἢ κάποιον ποὺ ντύνεται γυναῖκα γιὰ νὰ πεῖ ἕνα ψέμα ἀκόμα παιδικὸ —
μὴ μ᾿ ἀδικεῖτε, λοιπόν, ἂν ἔκλεισα τὰ μάτια, ἦταν γιὰ νὰ ὑπερασπίσω τὸν κόσμο
……ἢ θυμόμουν τὰ χέρια τῆς μητέρας καθὼς ἔβαζαν τὴ σκοῦπα πίσω ἀπ᾿ τὴ χαλαρωμένη πόρτα
……— στερεώνοντας ἴσως κάτι πιὸ μακρινό,
……ἐνῷ τὸ κοιμητῆρι, ἀντίκρυ, θρόιζε ἁπαλά, σὰν τὸ σύντομο ἐπίλογο ἑνὸς μυστηρίου.

από "Ανακάλυψη"


  


            ΦΥΣΑΕΙ

Ἦταν ἕνας νέος ὠχρός. Καθόταν στὸ πεζοδρόμιο.

Χειμῶνας, κρύωνε.
Τί περιμένεις; τοῦ λέω.
Τὸν ἄλλον αἰῶνα, μοῦ λέει.

Ποῦ νὰ πάω


Ὅσο γιὰ μένα, ἔμεινα πάντα ἕνας πλανόδιος πωλητὴς ἀλλοτινῶν πραγμάτων,

ἀλλά… ἀλλὰ ποιὸς σήμερα ν᾿ ἀγοράσει ὀμπρέλες ἀπὸ ἀρχαίους κατακλυσμούς.

Χρωματίζω πουλιὰ καὶ περιμένω νὰ κελαηδήσουν


Ἀλλὰ μιὰ μέρα δὲν ἄντεξα.

Ἐμένα μὲ γνωρίζετε, τοὺς λέω.
Ὄχι, μοῦ λένε.
Ἔτσι πῆρα τὴν ἐκδίκησή μου καὶ δὲ στερήθηκα ποτὲ τοὺς μακρινοὺς ἤχους.

Τραγουδάω, ὅπως τραγουδάει τὸ ποτάμι


Κι ὕστερα στὸ νοσοκομεῖο ποὺ μὲ πῆγαν βιαστικά…
Τί ἔχετε, μοῦ λένε.
Ἐγώ; Ἐγὼ τίποτα, τοὺς λέω. Μόνο πέστε μου γιατί μᾶς μεταχειρίστηκαν,
μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο.

Τὸ βράδυ ἔχω βρεῖ ἕναν ὡραῖο τρόπο νὰ κοιμᾶμαι.

Τοὺς συγχωρῶ ἕναν-ἕναν ὅλους.
Ἄλλοτε πάλι θέλω νὰ σώσω τὴν ἀνθρωπότητα,
ἀλλὰ ἐκείνη ἀρνεῖται.

Ὅμως ἀπόψε, βιάζομαι ἀπόψε,

νὰ παραμερίσω ὅλη τὴ λησμονιὰ
καὶ στὴ θέση τῆς ν᾿ ἀκουμπήσω,
μιὰ μικρὴ ἀνεμώνη.

Κύριε, ἁμάρτησα ἐνώπιόν σου, ὀνειρεύτηκα πολὺ

μιὰ μικρὴ ἀνεμώνη. Ἔτσι ξέχασα νὰ ζήσω.
Μόνο καμιὰ φορᾷ μ᾿ ἕνα μυστικὸ ποὺ τὸ ᾿χὰ μάθει ἀπὸ παιδί,
ξαναγύριζα στὸν ἀληθινὸ κόσμο, ἀλλὰ ἐκεῖ κανεὶς δὲ μὲ γνώριζε.
Σὰν τοὺς θαυματοποιοὺς ποὺ ὅλη τὴ μέρα χάρισαν τ᾿ ὄνειρα στὰ παιδιὰ
καὶ τὸ βράδυ γυρίζουν στὶς σοφίτες τοὺς πιὸ φτωχοὶ κι ἀπ᾿ τοὺς ἀγγέλους.

Ζήσαμε πάντοτε ἀλλοῦ.

Καὶ μόνο ὅταν κάποιος μᾶς ἀγαπήσει, ἐρχόμαστε γιὰ λίγο
κι ὅταν δὲν πεθαίνει ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλον εἴμαστε κιόλας νεκροί.

Sos, sos, sos, sos

Φυσάει ἀπόψε φυσάει,
τρέχουν οἱ δρόμοι λαχανιασμένοι φυσάει,
κάτω ἀπὸ τὶς γέφυρες φυσάει,
μὲς στὶς κιθάρες φυσάει.

Φυσάει ἀπόψε φυσάει,

μὲς στὶς κιθάρες φυσάει.

Δώσ᾿ μου τὸ χέρι σου φυσάει,

δώσ᾿ μου τὸ χέρι σου

 από "Νυχτερινός Επισκέπτης"



*  Αναστάσιος-Παντελεήμων Λειβαδίτης,  Αυτό είναι το μικρό ταξίδι ενός τόσο σημαντικού Έλληνα ποιητή που γεννήθηκε και πέθανε στην Αθήνα, έχοντας καταγωγή από την Κοντοβάζαινα Αρκαδίας.

Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 20 Απριλίου του 1922, μεγάλωσε στο Μεταξουργείο και από το Γυμνάσιο κιόλας είναι και δηλώνει ποιητής. Η Κατοχή τον βρίσκει στη Νομική Σχολή, που δεν καταφέρνει να τελειώσει. Παλεύει μέσα από τις γραμμές της ΕΑΜικής Αντίστασης. 

Το 1940 γνωρίζεται με το Ρίτσο και παραμένει ο πιο αγαπημένος του φίλος μέχρι το θάνατό του. Πρωτοεμφανίζεται στα Γράμματα μέσα από το περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα» του Δημήτρη Φωτιάδη. Μεταπολεμικά, συνεργάστηκε και με τη «Νέα Εστία», ενώ υπήρξε ιδρυτικό μέλος του βραχυχρόνιου περιοδικού «Θεμέλιο».

Το 1946 παντρεύεται την ''αγαπημένη'' και φύλακα - άγγελο της ζωής του Μαρία Στούπα, ενώ το 1947 εξορίζεται στη Μακρόνησο. Ακολουθούν η Λήμνος και ο Αϊ-Στράτης, μέχρι το 1952, χρονιά που εξέδωσε τα πρώτα του βιβλία «Μάχη στην άκρη της νύχτας» και «Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας».

Το 1953 δημοσιεύει το «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου», για το οποίο τού απονέμεται το πρώτο βραβείο Ποίησης στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Νεολαίας στη Βαρσοβία, ενώ το 1955 δικάστηκε στο Πενταμελές Εφετείο για το έργο αυτό.

Το 1961 γράφει το σενάριο της ταινίας «Συνοικία το 'Ονειρο», όπου ακούγονται τα τραγούδια «Βρέχει στη φτωχογειτονιά» και «Σαββατόβραδο» όλα σε δικούς του στίχους, τα οποία μαζί με άλλα του τραγούδια θα συμπεριλάβει αργότερα ο Θεοδωράκης στο δίσκο του «Πολιτεία».

Το 1965, εκδίδονται σε τόμο με τίτλο «Ποίηση 1952-65» όλες οι μέχρι τότε ποιητικές του συλλογές.

Βυθίζεται στη μεγάλη του σιώπή από το 1967 έως το 1972. Μένει άνεργος και για λόγους επιβίωσης διασκευάζει ή μεταφράζει, με το ψευδώνυμο Ρόκκος, έργα λογοτεχνικά για περιοδικά ποικίλης ύλης. 

Το 1972, εκδίδει το βιβλίο «Νυχτερινός επισκέπτης». Το 1976 και το 1979, του απονέμεται το Β' και Α' Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τα βιβλία του «Βιολί για μονόχειρα» και «Εγχειρίδιο ευθανασίας», αντίστοιχα.

Το 1982 νοσηλεύεται με έμφραγμα, ενώ το 1987 εκδίδεται ο δεύτερος τόμος με τα μέχρι τότε έργα του με τον τίτλο «Ποίηση Β».


Ο Τάσος Λειβαδίτης «φεύγει» στις 30 Οκτώβρη 1988, το μήνα «με τα μαραμένα φύλλα και τις εξεγέρσεις», όπως έγραψε ο ίδιος. Το 1990 ολοκληρώθηκε και ο τρίτος τόμος των Απάντων του με τίτλο «Ποίηση Γ».


Scholeio.com

Μ. Αναγνωστοπούλου, Χωρίς εξηγήσεις





Μυρτώ Αναγνωστοπούλου


Εκτός σχεδίου

Δεν είμαστε από κείνους που φυλακίζουν τα πουλιά
για να τα μελετήσουν
ούτε από κείνους που ζωγραφίζουνε παράθυρα
στους τοίχους
για να κοιτάζουν ουρανό
δεν μοιάζουμε με κείνους που με πλεγμένα χέρια
ονειρεύονται χώρια
ούτε με κείνους που τα κλειστά τους βλέφαρα
είναι αυλαίες της θλιβερής τους γύμνιας
σε μας τα χελιδόνια είναι ελεύθερα ν' αναγγέλλουν
την άνοιξη κάθε εποχή
πάνω στο κλειστά μας μάτια στάζει την προστασία του
το φεγγάρι
καθώς μ' ακατάβλητα χέρια ξετυλίγουμε ο ένας τον άλλο
ως τον απύθμενο εσωτερικό ουρανό.


Από τη συλλογή Κυκλικά



Ήρθε η ώρα

Ήρθε η ώρα να τολμήσω
όσα δεν πρόφτασα με την αιδώ
όσα δεν άντεχε
το ερωτευμένο σώμα
που αδηφάγα έπαιρνε
και απαγόρευε
ήρθε η ώρα να γίνω πλήθος
και λήθη
και λυγμός
χωρίς την πολυτέλεια
του λάθους.


από την αδημοσίευτη συλλογή Τόσα χρόνια στη θάλασσα



Μνήμη ζώου


Είχα στα χέρια μου φρούτα. 

τα έστιψα μέσα στο
στόμα μου και είπα:  φως. 
και είπα: ζω. 
κι έγινα το ζώο που είμαι. 
από τότε πεινώ. 
δεν μου φτάνουν τα μικρά τρυφερά απογεύματα. 
μουγκρίζω. κυλιέμαι
πάνω στους στίχους μου. 
ψάχνω για την τροφή μου.
κι έρχεται από μακριά. 
από την εποχή των σπηλαίων.
ροκ ερπετά και τρίτωνες με καλούν με το όνομά μου.
πέφτω μέσα στον κρατήρα σου. 
ανοίγω το στόμα και πίνω. 
κλείνω τα μάτια. 
χλιμιντρίζω. 
λόγχες κι ακόντια με τρυπούν μα δεν πονώ. 
με σπέρνει ηφαιστείου γέννα. 
χίλια αυγά για χίλια χρόνια
σε μία μέρα σε μία ώρα. 
δροσίζει. 
βαθιά μέσα στη  μνήμη η λάβα κινείται προς τον ουρανό.

από τη συλλογή Το ζώο που κρύβω και άλλα πλάσματα



Παιχνίδι

Αν έχω αγοράσει αυτόν τον τενεκέ και επιμένω
πως είναι καράβι και θα ταξιδέψω, είναι γιατί
να παίξω θέλω μαζί σου. 

Έχω κι ένα κατάρτι
σφηνωμένο στην πλάτη, 
που μου επιτρέπει 
να βλέπω καθαρά το βυθό 
και είναι αυτό που βλέπω
τρομερά ενδιαφέρον γιατί ακόμα δε μου ανήκει
και αν κρατάς μυστικά 
σου λέω πως ούτε τενεκέ
ούτε κατάρτι ποτέ μου είχα 
μα είμαι πάντα εγώ
η ίδια μια σχεδία κι έτσι μ' αρέσει να ζω 
χωρίς εξηγήσεις.

από τη συλλογή Πειρατικός σταθμός

Μυρτώ Αναγνωστοπούλου


Scholeio.com