Ρίλκε, Μέσα στο αίμα μου θα σ' έχω πάλι...

Κάστρο Ντουίνο
Ο Ρενέ Καρλ Ουίλιαμ Τζων Γιόζεφ Μαρία Ρίλκε  (René Karl Wilhelm Johann Josef Maria Rilke) γεννήθηκε στην Πράγα. Η καταγωγή του γερμανική. Η εποχή που μεγαλώνει είναι ταραγμένη. Οι έντονες θρησκευτικές διαμάχες, η ηθική κατάπτωση και μια παγκόσμια αναστάτωση, δημιουργούν μια ταραγμένη εποχή και ακριβώς αυτές οι παιδικές του μνήμες είναι και το πρώτο υλικό για το κατοπινό έργο του.  Είναι ακόμη η αιτία που τον έσπρωξε να περιπλανηθεί σ' όλη σχεδόν την Ευρώπη, από την Ιταλία και Γαλλία έως τη Ρωσία.

Σβήσε τα μάτια μου· μπορώ να σε κοιτάζω,
τ’ αυτιά μου σφράγισέ τα, να σ’ ακούω μπορώ.
Χωρίς τα πόδια μου μπορώ να ’ρθω σ’ εσένα,
και δίχως στόμα, θα μπορώ να σε παρακαλώ.
Κόψε τα χέρια μου, θα σε σφιχταγκαλιάζω,
σαν να ήταν χέρια, όμοια καλά, με την καρδιά.
Σταμάτησέ μου την καρδιά, και θα καρδιοχτυπώ
με το κεφάλι.
Κι αν κάμεις το κεφάλι μου σύντριμμα, στάχτη, εγώ
μέσα στο αίμα μου θα σ’ έχω πάλι. -Ράινερ Μαρία Ριλκε -

μτφρ. Κωστής Παλαμάς

Κοντός, ασθενικός με μακρόστενο κεφάλι, μεγάλη μύτη και ζωγραφιστά χείλη που τονίζουν το ελαφρώς πεταχτό πιγούνι του με το βαθύ λακκάκι. Έχει όμορφα και τεράστια μάτια και σύμφωνα με την περιγραφή της πριγκίπισσας Τάξις είχε «μάτια γυναίκας με μια αναλαμπή σκανταλιάρικης παιδικότητας».
- «Τι τα θέλετε», είπε κάποτε ο φίλος του Κάσνερ προσπαθώντας να εξηγήσει στην πριγκίπισσα μια καινούρια εξαφάνιση του Ρίλκε. «Όλες αυτές οι γυναίκες στο τέλος τον κάνουν πάντα να πλήττει…».
 Οι γυναίκες που βρέθηκαν κοντά του συμφωνούσαν ότι η συντροφιά του ήταν πολύ ευχάριστη. Ο ίδιος έλεγε ότι μόνο με τις γυναίκες μπορούσε να μιλάει, ότι μόνο εκείνες καταλάβαινε και ότι μόνο με εκείνες ένιωθε άνετα. Όχι όμως για μεγάλα διαστήματα...

Ο Ρίλκε με τη ζωγράφο Μπαλαντίν Κλοσσόφσκα και τον γιο της
Έζησε με αναρίθμητες γυναίκες της αριστοκρατίας μέχρι να βρει την λυρική του έμπνευση. Γιατί του πήρε δέκα χρόνια μέχρι να γράψει τις ελεγείες του...
Διαβάζοντας τις επιστολές και τα ημερολόγιά του συμπεραίνουμε ότι ο Ρίλκε πέρασε όλη του τη ζωή εν αναμονή της λυρικής έμπνευσης και ακριβώς αυτή την αναμονή μοιραζόταν με διάφορες γυναίκες...  Οι περισσότερες αριστοκράτισσες που, πολύ πρόθυμα είναι αλήθεια, του έδιναν καταφύγιο στα κάστρα και τις ιδιοκτησίες τους, ώστε να «περιμένει» με μεγαλύτερη άνεση....
 
Τρέφει ερωτικά ή απλώς φιλικά αισθήματα για τη γοητευτική Λου Αντρέας – Σαλόμε, την απελπισμένη Ελεονόρα Ντούζε, την πριγκίπισσα Μαρί φον Τουρν και πολλές ακόμη που συνθέτουν μια ατελείωτη λίστα, η οποία μπορεί ίσως να φαντάζει υπερβολική, αλλά δεν είναι.
Με την κόμισσα Ντε Νοάιγ η σχέση του δεν ευτύχησε και τόσο... τον βρήκε άσχημο και η πρώτη ερώτηση που του απηύθυνε με πολύ σοβαρό τόνο, αμέσως μόλις συστήθηκαν, ήταν:
- «Κύριε Ρίλκε, τι πιστεύετε για τον έρωτα; Τι σκέφτεστε για τον θάνατο;».

Και με τη ντίβα Ντούζε, που ο Ρίλκε ένιωθε μεγάλο θαυμασμό, παρότι όταν τη γνώρισε ήταν ήδη ανήμπορη, ηλικιωμένη και ψυχικά διαταραγμένη, η στενή τους φιλία διακόπηκε απότομα εξαιτίας ενός παγονιού, όταν ενώ βρίσκονται σε ειδυλλιακό πικνίκ σε κάποιο από τα νησιά της Βενετίας και πίνουν το τσάι τους, το πτηνό πλησίασε από πίσω και με τη δυνατή, βραχνή φωνή έκραξε μέσα στο αυτί της ηθοποιού.... Η γυναίκα πετάγεται από τη θέση της σαν να τη χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα... και τρομοκρατημένη φεύγει τρέχοντας όχι μόνο από το πικνίκ, αλλά και από την ζωή του Ρίλκε…

Είναι πολύ νέος όταν επισκέπτεται τον ηλικιωμένο Τολστόι στο κτήμα του... στον περίπατό που κάνουν μαζί στην εξοχή, συντροφιά με την πανταχού παρούσα Λου Αντρέας – Σαλομέ, ο Τολστόι ρωτάει με ενδιαφέρον τον Ρίλκε:
- «Σε τι είστε αφιερωμένος αυτή την εποχή;»...
- «Στη λυρική ποίηση» απαντά ο ποιητής συνεσταλμένα.
Ο Ρίλκε ξαφνιάζεται από την προσβλητική αντίδραση του Τολστόι... Είναι ένας πραγματικός λίβελος εναντίον κάθε είδους λυρικής έκφρασης, στην οποία όπως λέει "...δεν πρέπει να αφιερώνεται κανείς και για κανένα λόγο".
Δεν υπάρχει αμφιβολία πως τα λόγια του ηλικιωμένου Ρώσου συγγραφέα, μετά το πρώτο ξάφνιασμα του, μπήκαν από το ένα αυτί του νεαρού Ρίλκε και βγήκαν από το άλλο, καθώς στην ιστορία της λογοτεχνίας δεν πρέπει να υπάρχουν πολλοί ποιητές που να έχουν περισσότερο αφιερωθεί, με όλη τη σημασία της λέξης στη λυρική έκφραση !

Περνάει όλη του τη ζωή υποφέροντας από αρρώστιες τόσο σωματικές όσο και ψυχικές, ενόσω "περιμένει" τη λυρική έμπνευση. Οι κοντινοί του άνθρωποι τον βλέπουν πάντα να υποφέρει και να
βασανίζεται. Εκείνος δεν δίσταζε να αναφέρει στις άφθονες επιστολές και τα ημερολόγιά του ότι ήταν «οι αδιάκοπες κακοτυχίες» του τον εμπόδιζαν «να εργαστεί σοβαρά» όπου κι αν βρισκόταν.
Όταν φιλοξενείτο στον έξοχο πύργο Μπεργκ, στο καντόνι της Ζυρίχης, ο μακρινός ήχος ενός ηλεκτρικού πριονιστηρίου στην άλλη άκρη του πάρκου τον δυσκόλευε να συγκεντρωθεί και να συλλάβει τους στίχους του.
Η σύνθεση των «Ελεγειών του Ντουίνο» του πήρε δέκα χρόνια, εκ των οποίων τα περισσότερα ήταν απλώς χρόνια αναμονής.
Όταν είναι "τυχερός", ακούει φωνές! Όπως τότε που μέσα στην αντάρα μιας καταιγίδας, άκουσε μια φωνή να τον καλεί. Του ψιθύρισε στο αυτί: «Ποιος τάχα θα με άκουγε, αν φώναζα, από τις τάξεις των αγγέλων;
Μένει ακίνητος... ακούει τη φωνή του Θεού. Στη συνέχεια βγάζει το μικρό σημειωματάριο που έχει πάντα μαζί του, σημειώνει αυτούς τους στίχους και ύστερα μερικούς ακόμη που σχηματίστηκαν
σχεδόν άθελά του.... Ως το βράδυ η «Πρώτη Ελεγεία» έχει τελειώσει.

Ο Ρίλκε γεννήθηκε στις 4 Δεκεμβρίου του 1875 και πέθανε από λευχαιμία με φριχτούς πόνους σε νοσοκομείο του Βαλμόν στην Ελβετία, στις 29 Δεκεμβρίου 1926, σε ηλικία 51 ετών.
Στην επιτάφιο πλάκα χάραξαν τους στίχους που είχε συνθέσει ο ίδιος:

"Ρόδο, ω καθαρή αντινομία, απόλαυση
Του κανενός ο ύπνος να ‘σαι κάτω από τόσα
Βλέφαρα...."
Ο πατέρας του, Γιόζεφ Ρίλκε (Josef Rilke, 1838-1906), έγινε ανώτερος υπάλληλος στους σιδηροδρόμους μετά από μια ανεπιτυχή στρατιωτική σταδιοδρομία. Η μητέρα του, Sophie ("Phia") Entz (1851-1931), καταγόταν από μια ευκατάστατη οικογένεια βιομηχάνων της Πράγας, τους Entz-Kinzelbergers, οι οποίοι κατοικούσαν σε ένα μέγαρο στην οδό Herrengasse (Panská) 8, όπου ο μικρός Ρενέ μεγάλωσε. Ο γάμος των γονέων του έγινε το 1884.
Η σχέση μεταξύ της Phia και του μοναδικού γιου της βαρυνόταν από το παρατεταμένο πένθος της για τη μεγαλύτερη κόρη της.
Φοίτησε στη Στρατιωτική Σχολή του Ζανκτ Πλέτεν (Sankt Ploeten) της Αυστρίας, μετά από πίεση των γονιών του να ακολουθήσει σταδιοδρομία στρατιωτική, για μια πενταετία (1886 - 1891) αλλά αναγκάζεται να εγκαταλείψει λόγω ασθένειας.
Το 1895 αρχίζει να φοιτά στο Πανεπιστήμιο του Καρόλου στην Πράγα. Εκεί σπουδάζει γερμανική λογοτεχνία, ιστορία της τέχνης και φιλοσοφία.  Από το 1892 αρχίζει να συμμετέχει σε φιλολογικούς κύκλους της Πράγας. Σ' αυτήν την εποχή χρονολογούνται και οι πρώτες ποιητικές συλλογές του.
  
Η φιλία του με τον Ροντέν, η ζωή του Παρισιού, ο γάμος του τον Απρίλιο του 1901 με τη νεαρή γλύπτρια Κλάρα Βέστχοφ από τη Βρέμη διαμόρφωσαν μια μυστικιστική διάθεση στη δεύτερη περίοδο της ποίησής του. Στα Νέα Ποιήματα (1907 - 1908) διαφαίνεται μια μεταφυσική ανησυχία μπροστά στο μυστήριο της δημιουργίας και του σύμπαντος.
Το 1910 ο Ρίλκε ταξίδεψε στη Δαλματία, στη Βόρεια Αφρική και στην Αίγυπτο. Κατά τον Α' Παγκόσμιο πόλεμο εγκαταστάθηκε στο Μόναχο. Τότε δημοσίευσε και τα αριστουργήματά του Ελεγείες του Ντουίνο (Duineser Elegien, 1911 - 1922), που άρχισε να γράφει κατά τη διάρκεια της παραμονής του στον Πύργο του Ντουίνο της Δαλματίας, κοντά στη Τεργέστη, και τα Σονέτα στον Ορφέα (Sonette an Orpheus, 1922).
Με τα δυο αυτά του έργα, με τον πλούσιο λυρισμό τους, το υμνητικό ύφος και την όρεξη για ζωή, ο Ρίλκε έφθασε στο αποκορύφωμα του ποιητικού του έργου.
Το μυθιστόρημα "Οι Σημειώσεις του Μάλτε Λάουριτς Μπρίγκε" (Die Aufzeichnungen des Malte Laurids Brigge, 1910), που άρχισε να το γράφει στη Ρώμη το 1904, "μπορεί να θεωρηθεί ως ο πρόδρομος της γραφής των Υπαρξιστών".
Το 1929 δημοσιεύθηκε το πολύ ενδιαφέρον έργο του, που διαβάστηκε κι αγαπήθηκε ιδιαίτερα από τους νέους, Γράμματα σ' ένα νέο ποιητή (Briefe an einem jungen Dichter). Η πλούσια αλληλογραφία του Ρίλκε περιέχει πολύτιμες πληροφορίες για το έργο του.

Οι επιρροές του Ρίλκε είναι διάφορες... Τον γοήτευσε τo ύφος του Δανού ποιητή Γενς Πέτερ Γιάκομπσεν (Jacobsen, 1847 - 1885) αλλά ενδιαφέρθηκε και διάβασε τον Βέλγο δραματουργό Μωρίς Μαίτερλινκ (Maeterlinck, 1862 - 1949), όπως και τον χριστιανικό υπαρξισμό του Σαίρεν Κίρκεγκωρ (Kierkegaard, 1813 - 1855), τον Ωγκύστ Ροντέν και την ψυχανάλυση του Σίγκμουντ Φρόυντ και μαζί με τον Αυστριακό ποιητή και δραματουργό Ούγκο φον Χόφμανσταλ και τον λυρικό Γερμανό ποιητή Στέφαν Γκεόργκε αποτελούν την τριάδα της νεωτεριστικής ποίησης στην Κεντρική Ευρώπη.
Με τη μελέτη όμως του έργου του διαπιστώνεται ότι ο Γαλλικός Ιμπρεσιονισμός στη ζωγραφική αλλά και ο συμβολισμός στην ποίηση διαμορφώνουν ιδαίτερα το στίχο του.
_____________________________________________________________
Ανθρώπινες Πορείες - Scholeio.com

 
[...] Ο Ρίλκε δεν βιαβάζει ποτέ κριτικές για τα βιβλία του. Οι επιστολές του συνιστούν προεκτάσεις της ποίησής του. Τα ημερολόγια του είναι καταθέσεις ψυχής, αναπτύγματα ενός κόσμου που διαπλατυνόταν και βάθαινε μέσα στη συνείδησή του σε τέτοιο σημείο ώστε να εμπνέει όχι μόνο τους αναγνώστες και τους ομοτέχνους του αλλά και ανθρώπους με διαφορετικά ενδιαφέροντα. Το dasein του Χάιντεγκερ, επί παραδείγματι, δεν είναι άστοχο αν το εκλάβει κάποιος ως φιλοσοφική προέκταση του κόσμου του Ρίλκε. Η φαινομενολογία του Χούσερλ έχει επηρεαστεί από το έργο του και η κατάδυση του Τόμας Μαν στον κόσμο της αρρώστιας, από όπου αναδύεται ένα πάθος ζωής που γίνεται τόσο πιο έντονο όσο πιο σοβαρή είναι η αρρώστια, οφείλει πολλά στον ποιητή αυτόν, ο οποίος πριν από ενενήντα χρόνια κατάφερε στο κάστρο του Ντουίνο, ατενίζοντας την υδάτινη πεδιάδα της Αδριατικής, να ακούσει τα φτεροκοπήματα των αγγέλων και να «δει» τα Χερουβείμ του χρόνου πάνω από την άβυσσο.

"Ζήστε όπως ο Ρίλκε", απόσπασμα από το άρθρο του Αναστάση Βιστωνίτη, στο Βήμα:


  Scholeio.com 



Βινκέλμαν, Ο Πρώτος Αρχαιολόγος



      Ο θεμελιωτής της Αρχαιολογίας 

 Απομάκρυνε την Αρχαιολογία από τον ερασιτεχνικό-αρχαιοδιφικό προσανατολισμό της και την τοποθέτησε στη σωστή της βάση, της έδωσε για πρώτη φορά επιστημονικό χαρακτήρα που της έπρεπε.  
Κάθε χρόνο, τις πρώτες εβδομάδες του Δεκεμβρίου, το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο στο Βερολίνο, στη Ρώμη και στην Αθήνα, όπως και πολλά πανεπιστήμια της Γερμανίας, γιορτάζουν την ενάτη Δεκεμβρίου του χίλια επτακόσια δέκα επτά 9.12.1717... Είναι η ημέρα που γεννιέται ο ιδρυτής της επιστήμης της Κλασικής Αρχαιολογίας, ο Ιωάννης-Ιωακείμ Βίνκελμαν.  

Η ανικανοποίητη δίψα του για μάθηση και η ακαταμάχητη επιθυμία να γνωρίσει και να προσεγγίσει όσο το δυνατόν πλησιέστερα την κλασική αρχαιότητα, τον οδηγούν να εγκαταλείψει τα περιορισμένης δυνατότητας σχολεία της ιδιαίτερης πατρίδας του στο Stendal του Magdeburg. Γράφεται σε γυμνάσιο του Βερολίνου. Γρήγορα όμως οικονομικές δυσκολίες τον αναγκάζουν (ο πατέρας του είναι τσαγκάρης) ­ να επιστρέψει στην πατρίδα του και να αποφοιτήσει από το γυμνάσιο του γειτονικού Salzwedel.
Οι οικονομικές δυσκολίες τον κυνηγούν και είναι η αιτία που τον κάνουν να σταματήσει και την ενασχόλησή του με την τόσο αγαπημένη του Ελληνορωμαϊκή Αρχαιότητα και να στραφεί σε θεολογικές σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Halle (1738). 

Τελικά, έχοντας παρακολουθήσει και κάποια μαθήματα ιατρικής στο Πανεπιστήμιο της Iena, ασκεί το επάγγελμα του παιδαγωγού και στη συνέχεια του δασκάλου, για να γίνει το 1748 βιβλιοθηκάριος στην περίφημη βιβλιοθήκη του κόμητα Bunau στο Nothnitz, κοντά στη Δρέσδη. 
Αυτός είναι ο Πρώτος σταθμός, από εδώ ξεκινάει ένα υπέροχο ταξίδι στον αγαπημένο του κόσμο, αυτόν της Κλασικής Αρχαιότητας. Μέσα από τα βιβλία αυτής της βιβλιοθήκης θα αντλήσει πλήθος νέων πληροφοριών σχετικών με  αυτόν,  ενώ συγχρόνως η αξιόλογη αρχαιολογική συλλογή της γειτονικής Δρέσδης τού δίνει τη δυνατότητα να αποκτήσει και άμεση αντίληψη Αρχαίων Έργων.

Επόμενος σταθμός είναι η μοιραία συνάντηση με τον καρδινάλιο Αρχίντο,
έναν διπλωμάτη της αυλής του Βατικανού. Ο διορατικός ισχυρός άνδρας εντυπωσιάζεται από τις γνώσεις του Βίνκελμαν. Συγκινείται βαθύτατα από το όνειρο του νεαρού Ιωάννη-Ιωακείμ να επισκεφθεί τη Ρώμη και προσφέρεται να τον βοηθήσει, με αντάλλαγμα να απαρνηθεί τον Λούθηρο και να γίνει καθολικός ! Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα και ο Winckelmann το 1754 ασπάζεται τον καθολικισμό. Με βασιλική υποτροφία και με λαμπρές συστατικές επιστολές φθάνει το 1755 στην αιώνια πόλη και αμέσως γίνεται δεκτός στον κύκλο των μορφωμένων και των ανώτερων κληρικών.
Λίγο πριν αναχωρήσει για τη Ρώμη εκδίδει και το πρώτο του βιβλίο «Σκέψεις για τη μίμηση των ελληνικών έργων στη ζωγραφική και στη γλυπτική». Σ’ αυτό ασχολείται βασικά με θέματα της σύγχρονης τέχνης, υποδεικνύοντας στους καλλιτέχνες να αναζητούν τα πρότυπά τους σε δημιουργίες της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας. 

Τώρα, στη Ρώμη, ο προστάτης του καρδινάλιος Αρχίντο, γραμματέας τον καιρό αυτό του παπικού κράτους, τον προσλαμβάνει ως βιβλιοθηκάριο στη μεγάλη Βιβλιοθήκη του Βατικανού.

Τώρα πλέον, έχει όλες τις δυνατότητες να στραφεί απερίσκεπτα στη μελέτη της αρχαίας τέχνης, την οποία τώρα γνωρίζει εκ του σύνεγγυς, εξαιτίας του πλήθους των αρχαιοτήτων που διαθέτει η Ρώμη. Θέλοντας να γνωρίσει όσο το δυνατόν περισσότερα αρχαία μνημεία, δεν αρκείται μόνο σε αυτά της Ρώμης αλλά επισκέπτεται και μελετά τις αρχαιότητες και άλλων πόλεων, όπως της Φλωρεντίας και της Νεάπολης. Στην πόλη των Μεδίκων αναλαμβάνει μάλιστα την επιστημονική καταγραφή μιας σπουδαίας συλλογής σφραγιδολίθων, αυτής του βαρόνου Stosch, την οποία και εξέδωσε σε βιβλίο το 1760.

Ο θάνατος του καρδιναλίου Αρχίντο έχει ως αποτέλεσμα να εγκαταλείψει την παπική Βιβλιοθήκη αλλά αμέσως προσλαμβάνεται (το 1758) ως έμπιστος σύμβουλος από τον καρδινάλιο Αλμπάνι, του οποίου η σημαντικότατη συλλογή, κυρίως αρχαίων γλυπτών, του δίνει τη δυνατότητα να εμβαθύνει και να εμπλουτίσει ακόμη περισσότερο τις γνώσεις του στην ελληνορωμαϊκή τέχνη. 

Ώριμος πλέον περατώνει το 1761 τη σπουδαία και πρωτοποριακή για την εποχή του εργασία με τον τίτλο «Ιστορία της Τέχνης της Αρχαιότητας», που είδε το φως της δημοσιότητας το 1764, ενώ δύο χρόνια αργότερα, το 1766, εκδίδει και ένα συμπληρωματικό φυλλάδιο «Σημειώσεις στην Ιστορία της Τέχνης της Αρχαιότητας». Πρόκειται για ένα έργο στο οποίο με σαφήνεια διαγράφονται οι διάφορες φάσεις εξέλιξης της αρχαίας ελληνικής τέχνης, την οποία, ας σημειωθεί, ο Winckelmann τη γνώριζε όχι από πρωτότυπα έργα αλλά μέσω ρωμαϊκών αντιγράφων. Αλλωστε δεν πρόλαβε να επισκεφθεί την υπόδουλη τότε Ελλάδα και να ικανοποιήσει τον διακαή πόθο του για μια αρχαιολογική εξερεύνηση της Αρχαίας Ολυμπίας.

Για να προσδιορίσει την εξελικτική πορεία της αρχαίας ελληνικής τέχνης εισάγει τον όρο Στυλ, που τον δανείστηκε από τη φιλολογία, ενώ για την καλύτερη κατανόησή της προστρέχει στην Ιστορία, κάνει κριτικές και αισθητικές παρατηρήσεις στα μνημεία και προτείνει ερμηνείες τους ως επί το πλείστον σωστές, αντλώντας κάθε σχετική πληροφορία που είχε από τα αρχαία γραπτά κείμενα. 

Αν και πολλές από τις απόψεις του παρουσιάζουν ατέλειες και σφάλματα, και το πεδίο έρευνας της Κλασικής Αρχαιολογίας στο έργο του παρουσιάζεται εξαιρετικά περιορισμένο, είναι η πρώτη φορά που η Αρχαία Ελληνική Τέχνη αντιμετωπίζεται με Επιστημονική Μέθοδο.

Ο Winckelmann γίνεται γνωστός σε όλους τους κύκλους της διανόησης και αναλαμβάνει τη διεύθυνση του Τμήματος των Ρωμαϊκών Αρχαιοτήτων του Βατικανού ως ο επίσημος αρχαιολόγος του Πάπα. 

Πριν από το 1764 είχε εκδώσει τις εργασίες «Σημειώσεις για την αρχιτεκτονική των αρχαίων ναών του Ακράγαντα της Σικελίας» (1759) και 
«Σημειώσεις για την αρχιτεκτονική των αρχαίων» (1761) έχοντας μελετήσει αυτοπροσώπως τους πολύ καλά σωζόμενους αρχαίους ναούς της Ποσειδωνίας, στην Κάτω Ιταλία. 
Το 1762 και το 1764, έχοντας επισκεφθεί και πάλι τη Νεάπολη και την περιοχή του Βεζουβίου, εκδίδει δύο μελέτες με τις οποίες πληροφορεί το κοινό, με τρόπο υπεύθυνο, για τα συναρπαστικά ευρήματα που είχαν αποκαλυφθεί τότε στο Herculaneum και για τη σημασία τους. 
Η έξοχη εργασία του «Ανέκδοτα μνημεία», που εξεδόθη το 1768, έμελλε να είναι η τελευταία. Σε αυτήν πραγματεύεται κυρίως αρχαιότητες της συλλογής Albani και οι χαλκογραφίες που τη συνοδεύουν έγιναν από τον αδελφό του Καζανόβα (του πασίγνωστου καρδιοκατακτητή). Για τη σωστή ερμηνεία των μνημείων αυτών ο Winckelmann καταφεύγει και στη βοήθεια της ελληνικής μυθολογίας, ενώ ως τότε η αποκλειστική πηγή για σχετικές πληροφορίες ήταν η Ρωμαϊκή Μυθολογία.

Το 1768 νοσταλγώντας την πατρίδα του αποφασίζει να την επισκεφθεί. Φθάνοντας στη Βιέννη, γίνεται δεκτός με τιμές από τη βασίλισσα Μαρία-Θηρεσία. Ωστόσο για ανεξήγητους λόγους αποφασίζει να διακόψει το ταξίδι του προς τη Γερμανία και προγραμματίζει την επιστροφή του στη Ρώμη. Αυτή η αλλαγή του ταξιδιού του στάθηκε μοιραία.
Ο άκρατος
ενθουσιασμός του του κόστισε τελικά τη ζωή του. 
Καθώς επέστρεφε από τη Νάπολη, σε ένα πανδοχείο της Τεργέστης έπιασε κουβέντα με έναν ταξιδιώτη. Ο Βίνκελμαν του μιλάει για τα θαυμάσια ευρήματα των ανασκαφών... 
Του δείχνει και μερικά χρυσά νομίσματα που είχε αποκτήσει στη Βιέννη. 
Δεν ξέρει βέβαια ότι έχει μπροστά του έναν παράνομο που είχε στο ενεργητικό του αρκετές ληστείες και μόλις έχει βγει από τη φυλακή... 
Λίγο αργότερα εκείνη τη μέρα του 1768, ο ληστής, οπλισμένος με μαχαίρι και κρατώντας ένα σκοινί, αιφνιδίασε τον Βίνκελμαν που έγραφε στο δωμάτιό του. Προσπάθησε να τον πνίξει, αλλά ο αρχαιολόγος ήταν δυνατός και τον απώθησε. Τότε ο ληστής μαχαιρώνει τον Πρώτο Αρχαιολόγο στην ιστορία. Η είδηση του βίαιου και αιφνίδιου θανάτου του διαδίδεται γρήγορα σε ολόκληρη την Ευρώπη, συγκλονίζοντας τους φιλολογικούς, επιστημονικούς και καλλιτεχνικούς κύκλους, καθώς εκείνη την εποχή ο Βίνκελμαν είχε αποκτήσει μεγάλη φήμη στη Γηραιά Ήπειρο.

Κατά τον Winckelmann η τέχνη της Κλασικής Εποχής είναι a priori ιδανική, τέλεια. 

Μια τέτοια όμως αντιμετώπιση της τέχνης της εποχής του Περικλή προϋποθέτει και την ύπαρξη ενός ιδανικού και αψεγάδιαστου κόσμου. Και ένας τέτοιος κόσμος ποτέ δεν υπήρξε. Η τελειοθηρική αντιμετώπιση της τέχνης, όπως και τα δόγματα, δεν έχουν θέση σε οποιαδήποτε επιστημονική συζήτηση. Ακόμη η κατάχρηση κατά την έρευνα της Αρχαίας Ελληνικής Τέχνης αισθητικών αξιολογήσεων και αναλύσεων εγκυμονεί τον κίνδυνο να απομακρύνει την Κλασική Αρχαιολογία από αυτό που λέγεται επιστήμη. Ωστόσο δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι ο Winckelmann ήταν ο πρώτος που έκανε την Κλασική Αρχαιολογία επιστήμη και στο κάτω κάτω της γραφής θεοποίησε την τέχνη ενός πολιτισμού οι αξίες του οποίου, ακόμη και σήμερα, θεωρούνται, από ένα μεγάλο κομμάτι του πλανήτη μας, τα Ιδανικά του Ελεύθερου και Πολιτισμένου Ανθρώπου.
______________________________________________

* Γιόχαν Γιόαχιμ Βίνκελμαν, Ο πρώτος αρχαιολόγος, ο πατέρας της κλασικής αρχαιολογίας.
Ο πρώτος «αρχαιολόγος», με την έννοια που δίνουμε σήμερα στον επιστημονικό κλάδο της αρχαιολογίας, υπήρξε ο Γιόχαν Γιόαχιμ Βίνκελμαν (Johann Joachim Winkelmann), ο οποίος γεννήθηκε το 1717 στην Πρωσία. Από μικρό τον γοήτευαν οι παλαιοί σκελετοί των Ούννων του 4ου αι. μ.Χ., που είχαν κατακλύσει την Ευρώπη. Μεγαλώνοντας, απέκτησε έντονο ενδιαφέρον για την αρχαία τέχνη και επισκέφθηκε πολλά ιδιωτικά μουσεία και συλλογές των πλούσιων αστών.
Το σημαντικότερο από τα βιβλία που έγραψε είναι η "Ιστορία της Τέχνης της Αρχαιότητας" που τον έκανε ευρύτατα γνωστό. Ήταν ο πρώτος ερευνητής της αρχαιότητας που υποστήριξε πως η μελέτη της τέχνης και της μυθολογίας μπορεί να αποκαλύψει πολλά για έναν αρχαίο πολιτισμό. Ο Βίνκελμαν παρακολούθησε τις ανασκαφές στην Ηράκλεια (Herculaneum) και την Πομπηία.

________________

 
* Φωτό: Ο σχεδιασμός των ερειπίων ενός ναού της Ποσειδωνίας από τον ζωγράφο Ρομπέρ Υμπέρ 1760.
 

  Scholeio.com