Μ. Αναγνωστάκης, Μες στη Φοβερή Ερημιά του Πλήθους



Μανόλης Αναγνωστάκης


          Ἀπροσδιόριστη χρονολογία

Αὐτὴ ἡ μέρα πέρασε χωρὶς καμιὰν ἀπόχρωση
Τόσο διαφορετικὴ ἀπὸ τὶς ἄλλες μέρες
(Ἴσως ἡ ἀπαρχὴ ὁμοίων ἡμερῶν)
ἔσβησεν ἔτσι ἀνάλαφρα ὅπως ᾖρθε
χωρὶς νὰ παιχνιδίσει ὁ ἥλιος στὰ κλαδιὰ
Τράβηξε τὶς κουρτίνες της μὲ διάκρισην ἡ νύχτα.
Μιὰ μέρα τόσο διάφορη ἀπ᾿ τὶς ἄλλες
Χωρὶς τὰ σύμβολα τοῦ «πλήν» καὶ τοῦ «σὺν»
π᾿ αὐλακώνουν τὴ σκέψη
Χωρὶς νὰ βαραίνει κἂν τὴ ζυγαριὰ τῆς μνήμης
Πὲς σὰ μιὰ σαπουνόφουσκα ποὺ τρυπήσαμε μὲ τὴν καρφίτσα
Σὰν τὸν καπνὸ τσιγάρου χωρὶς ἄρωμα.
Ἔτσι ἔπεσε ἕνα φύλλο ἀπὸ τὸ καλαντάρι
Δίχως τὸν παραμικρότερο ἦχο
(Χάθηκε καὶ δὲν ψάξαμε νὰ τὸ βροῦμε)
Ἔμεινε τὸ συρτάρι μας ὅπως τὸ ἀφήσαμε.
Ἴσως -λές- πὼς δὲν ἤτανε κἂν μία μέρα
Μόνο που σήμερα φωνάζουν ἀρνητικὰ οἱ ἀριθμοὶ
Τὸ ρολόι γυρισμένο ἕνα ἀκόμη εἰκοσιτετράωρο
-Λές- πῶς περάσαμε ἀσυνείδητα τὰ μεσάνυχτα
Ἕναν ὁλόισιο ἀσφαλτοστρωμένο δρόμο.


          Ὅταν μιὰν ἄνοιξη

Ὅταν μιὰν ἄνοιξη χαμογελάσει
θὰ ντυθεῖς μία καινούργια φορεσιὰ
καὶ θὰ ῾ρθεῖς νὰ σφίξεις τὰ χέρια μου
παλιέ μου φίλε

Κι ἴσως κανεὶς δὲ σὲ προσμένει νὰ γυρίσεις
μὰ ἐγὼ νιώθω τοὺς χτύπους τῆς καρδιᾶς σου
κι ἕνα ἄνθος φυτρωμένο στὴν ὥριμη,
πικραμένη σου μνήμη

Κάποιο τρένο, τὴ νύχτα, σφυρίζοντας,
ἢ ἕνα πλοῖο, μακρινὸ κι ἀπροσδόκητο
θὰ σὲ φέρει μαζὶ μὲ τὴ νιότη μας
καὶ τὰ ὄνειρά μας

Κι ἴσως τίποτα, ἀλήθεια, δὲν ξέχασες
μὰ ὁ γυρισμὸς πάντα ἀξίζει περσότερο
ἀπὸ κάθε μου ἀγάπη κι ἀγάπη σου
παλιέ μου φίλε

          Ἡ ἀπόφαση

Εἶστε ὑπὲρ ἢ κατά;
Ἔστω ἀπαντεῖστε μ᾿ ἕνα ναὶ ἢ μ᾿ ἕνα ὄχι.
Τὸ ἔχετε τὸ πρόβλημα σκεφτεῖ
Πιστεύω ἀσφαλῶς πὼς σᾶς βασάνισε
Τὰ πάντα βασανίζουν στὴ ζωὴ
Παιδιὰ γυναῖκες ἔντομα
Βλαβερὰ φυτὰ χαμένες ὦρες
Δύσκολα πάθη χαλασμένα δόντια
Μέτρια φίλμς. Κι αὐτὸ σᾶς βασάνισε ἀσφαλῶς.
Μιλᾶτε ὑπεύθυνα λοιπόν. Ἔστω μὲ ναὶ ἢ ὄχι.
Σὲ σᾶς ἀνήκει ἡ ἀπόφαση.
Δὲ σᾶς ζητοῦμε πιὰ νὰ πάψετε
Τὶς ἀσχολίες σας νὰ διακόψετε τὴ ζωή σας
Τὶς προσφιλεῖς ἐφημερίδες σας· τὶς συζητήσεις
Στὸ κουρεῖο· τὶς Κυριακές σας στὰ γήπεδα.
Μιὰ λέξη μόνο. Ἐμπρὸς λοιπόν:
Εἶστε ὑπὲρ ἢ κατά;
Σκεφθεῖτε το καλά. Θὰ περιμένω.




          Κάθε πρωΐ

Κάθε πρωὶ
Καταργοῦμε τὰ ὄνειρα
Χτίζουμε μὲ περίσκεψη τὰ λόγια
Τὰ ροῦχα μας εἶναι μιὰ φωλιὰ ἀπὸ σίδερο
Κάθε πρωὶ
Χαιρετᾶμε τοὺς χθεσινοὺς φίλους
Οἱ νύχτες μεγαλώνουν σὰν ἁρμόνικες
-Ἦχοι, καημοί, πεθαμένα φιλιά.
(Ἀσήμαντες ἀπαριθμήσεις
-Τίποτα, λέξεις μόνο γιὰ τοὺς ἄλλους.
Μὰ ποῦ τελειώνει ἡ μοναξιά;)


          Θά ῾ρθει μιὰ μέρα

Θά ῾ρθει μιὰ μέρα ποὺ δὲ θά ῾χουμε πιὰ τί νὰ ποῦμε
Θὰ καθόμαστε ἀπέναντι καὶ θὰ κοιταζόμαστε στὰ μάτια
Ἡ σιωπή μου θὰ λέει: Πόσο εἶσαι ὄμορφη, μὰ δὲ
βρίσκω ἄλλο τρόπο νὰ στὸ πῶ
Θὰ ταξιδέψουμε κάπου, ἔτσι ἀπὸ ἀνία ἢ γιὰ νὰ
ποῦμε πὼς κι ἐμεῖς ταξιδέψαμε.
Ὁ κόσμος ψάχνει σ᾿ ὅλη του τὴ ζωὴ νὰ βρεῖ τουλάχιστο
τὸν ἔρωτα, μὰ δὲν βρίσκει τίποτα.
Σκέφτομαι συχνὰ πὼς ἡ ζωή μας εἶναι τόσο μικρὴ
ποὺ δὲν ἀξίζει κἂν νὰ τὴν ἀρχίσει κανείς.
Ἀπ᾿ τὴν Ἀθήνα θὰ πάω στὸ Μοντεβίδεο ἴσως καὶ
στὴ Σαγκάη, εἶναι κάτι κι αὐτὸ δὲ μπορεῖς
νὰ τὸ ἀμφισβητήσεις.
Καπνίσαμε -θυμήσου- ἀτέλειωτα τσιγάρα
συζητώντας ἕνα βράδυ
-ξεχνῶ πάνω σὲ τί- κι εἶναι κρῖμα γιατὶ ἦταν τόσο
μα τόσο ἐνδιαφέρον.
Μιὰ μέρα, ἂς ἤτανε, νὰ φύγω μακριά σου ἀλλὰ κι
ἐκεῖ θά ῾ρθεις καὶ θὰ μὲ ζητήσεις
Δὲ μπορεῖ, Θέ μου, νὰ φύγει κανεὶς μοναχός του.


          Οἱ στίχοι αὐτοί

Οι στίχοι αυτοί μπορεί και να 'ναι οι τελευταίοι
Οι τελευταίοι στους τελευταίους που θα γραφούν
Γιατί οι μελλούμενοι ποιητές δεν ζούνε πια
Αυτοί που θα μιλούσανε πεθάναν όλοι νέοι
Τα θλιβερά τραγούδια τους γενήκανε πουλιά
Σε κάποιον άλλο ουρανό που λάμπει ξένος ήλιος
Γενήκαν άγριοι ποταμοί και τρέχουνε στη θάλασσα
Και τα νερά τους δεν μπορείς να ξεχωρίσεις
Στα θλιβερά τραγούδια τους φύτρωσε ένας λωτός
Να γεννηθούμε στο χυμό του εμείς πιο νέοι.
________________________    από τη συλλογή Εποχές 3



          Ὁ Οὐρανός

Πρῶτα νὰ πιάσω τὰ χέρια σου
Νὰ ψηλαφίσω τὸ σφυγμό σου
Ὕστερα νὰ πᾶμε μαζὶ στὸ δάσος
Ν᾿ ἀγκαλιάσουμε τὰ μεγάλα δέντρα
Ποὺ στὸν κάθε κορμὸ ἔχουμε χαράξει
Ἐδῶ καὶ χρόνια τὰ ἱερὰ ὀνόματα
Νὰ τὰ συλλαβίσουμε μαζὶ
Νὰ τὰ μετρήσουμε ἕνα-ἕνα
Μὲ τὰ μάτια ψηλὰ στὸν οὐρανὸ σὰν προσευχή.

Τὸ δικό μας τὸ δάσος δὲν τὸ κρύβει ὁ οὐρανός.
Δὲν περνοῦν ἀπὸ δῶ ξυλοκόποι.


          Τώρα εἶναι ἁπλὸς θεατής...

Τώρα εἶναι ἁπλὸς θεατὴς
Ἀσήμαντος ἀνθρωπάκος μέσα στὸ πλῆθος
Τώρα πιὰ δὲ χειροκροτεῖ δὲ χειροκροτεῖται
Ξένος περιφέρεται στῶν ὁδῶν τὸ κάλεσμα-

Ἔρχονται ἀπὸ μακριὰ οἱ νέοι σαλπιγκτὲς
Τῶν ἐπίλεκτων κλάσεων τοῦ μέλλοντος
Οἱ κραυγὲς τοὺς γκρεμίζουν τὰ σαθρὰ τείχη
Τήκουν τὴ λάσπη σὲ φωτεινοὺς ρύακες
Ἔρχονται οἱ ἁγνοί, οἱ ἀνυπόκριτοι.
Οἱ βιαστές, οἱ ἀμέτοχοι, οἱ παρθένοι.
Οἱ πονηροὶ συνδαιτυμόνες, οἱ ἀθῶοι
Οἱ ληξίαρχοι τῶν ἡμερῶν μας
Ἔρχεται τὸ μεγάλο παρανάλωμα
Μέσα στοὺς πίδακες τῶν πρόσχαρων νερῶν.
Ἔρχονται οἱ τελευταῖες προδιαγραφές

Μὰ τώρα αὐτὸς εἶναι ἁπλὸς θεατὴς
Ἀνώνυμος ἀνθρωπάκος μέσα στὸ πλῆθος
Μὲ τὰ χέρια στὸ στῆθος σὰν ἕτοιμος νεκρὸς
Τώρα πιὰ δὲ χειροκροτεῖ δὲ χειροκροτεῖται.
(Νὰ ξέρεις πάντα τὸ πότε καὶ τὸ πῶς)



          Στο παιδί μου

Στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια
Και του μιλούσανε για Δράκους και για το πιστό σκυλί
Για τα ταξίδια της Πεντάμορφης και για τον άγριο λύκο

Μα στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια

Τώρα, τα βράδια, κάθομαι και του μιλώ
Λέω το σκύλο σκύλο, το λύκο λύκο, το σκοτάδι σκοτάδι,
Του δείχνω με το χέρι τους κακούς, του μαθαίνω
Ονόματα σαν προσευχές, του τραγουδώ τους νεκρούς μας.

Α, φτάνει πια ! Πρέπει να λέμε την αλήθεια στα παιδιά.

___________________  Τα ωραιότερα ποιήματα για το παιδί 


          Στ᾿ Ἀστεῖα Παίζαμε!

Δὲ χάσαμε μόνο τὸν τιποτένιο μισθό μας
Μέσα στὴ μέθη τοῦ παιχνιδιοῦ σᾶς δώσαμε καὶ τὶς γυναῖκες μας
Τὰ πιὸ ἀκριβὰ ἐνθύμια ποὺ μέσα στὴν κάσα κρύβαμε
Στὸ τέλος τὸ ἴδιο τὸ σπίτι μας μὲ ὅλα τὰ ὑπάρχοντα.

Νύχτες ἀτέλειωτες παίζαμε, μακριὰ ἀπ᾿ τὸ φῶς τῆς ἡμέρας
Μήπως πέρασαν χρόνια; 
σαπίσαν τὰ φύλλα τοῦ ἡμεροδείχτη

Δὲ βγάλαμε ποτὲ καλὸ χαρτί, χάναμε· χάναμε ὁλοένα
Πῶς θὰ φύγουμε τώρα; 
ποῦ θὰ πᾶμε; 
ποιὸς θὰ μᾶς δεχτεῖ;

Δῶστε μας πίσω τὰ χρόνια μας δῶστε μας πίσω τὰ χαρτιά μας
Κλέφτες!
Στὰ ψέματα παίζαμε!


          Νέοι της Σιδῶνος

Κανονικὰ δὲν πρέπει νἄχουμε παράπονο
Καλὴ κι ἐγκάρδια ἡ συντροφιά σας, ὅλο νιάτα,
Κορίτσια δροσερά- ἀρτιμελῆ ἀγόρια
Γεμάτα πάθος κι ἔρωτα γιὰ τὴ ζωὴ καὶ γιὰ τὴ δράση.
Καλά, μὲ νόημα καὶ ζουμὶ καὶ τὰ τραγούδια σας
Τόσο, μὰ τόσο ἀνθρώπινα, συγκινημένα,
Γιὰ τὰ παιδάκια ποὺ πεθαίνουν σ᾿ ἄλλην Ἤπειρο
Γιὰ ἥρωες ποὺ σκοτωθῆκαν σ᾿ ἄλλα χρόνια,
Γιὰ ἐπαναστάτες Μαύρους, Πράσινους, Κιτρινωπούς,
Γιὰ τὸν καημὸ τοῦ ἐν γένει πάσχοντος Ἀνθρώπου.
Ἰδιαιτέρως σᾶς τιμᾷ τούτη ἡ συμμετοχὴ
Στὴν προβληματικὴ καὶ στοὺς ἀγῶνες τοῦ καιροῦ μας
Δίνετε ἕνα ἄμεσο παρὼν καὶ δραστικό- κατόπιν τούτου
Νομίζω δικαιοῦσθε μὲ τὸ παραπάνω
Δυὸ δυό, τρεῖς τρεῖς, νὰ παίξετε, νὰ ἐρωτευθεῖτε,
Καὶ νὰ ξεσκάσετε, ἀδελφέ, μετὰ ἀπὸ τόση κούραση.

(Μᾶς γέρασαν προώρως Γιῶργο, τὸ κατάλαβες;)


          Επιτύμβιο

Κι έγινες και συ: ο καλός,
Ο λαμπρός άνθρωπος, ο οικογενειάρχης, ο πατριώτης.
Τριάντα έξη στέφανα σε συνοδέψανε,
τρεις λόγοι αντιπροέδρων,
Εφτά ψηφίσματα για τις υπέροχες υπηρεσίες
που προσέφερες.

Α, ρε Λαυρέντη, εγώ που μόνο τόξερα τι κάθαρμα ήσουν,
Τι κάλπικος παράς, μια ολόκληρη ζωή μέσα στο ψέμα
Κοιμού εν ειρήνη, δεν θαρθώ την ησυχία σου να ταράξω.
(Εγώ, μια ολόκληρη ζωή μες στη σιωπή θα την εξαγοράσω
Πολύ ακριβά κι όχι με τίμημα το θλιβερό σου το σαρκίο).
Κοιμού εν ειρήνη. Ως ήσουν πάντα στη ζωή: o καλός ,
Ο λαμπρός άνθρωπος, ο οικογενειάρχης, ο πατριώτης.

Δε θα 'σαι ο πρώτος ούτε δα κι ο τελευταίος.


          Η αγάπη είναι φόβος 

Η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους
Όταν υπόταξαν τις μέρες μας και τις κρεμάσανε σα δάκρυα
Όταν μαζί τους πεθάνανε σε μιαν οικτρή παραμόρφωση
Τα τελευταία μας σχήματα των παιδικών αισθημάτων Και τι
κρατά τάχα το χέρι που οι άνθρωποι δίνουν ;

Ξέρει να σφίξει γερά εκεί που ο λογισμός μας ξεγελά
Την ώρα που ο χρόνος σταμάτησε και η μνήμη ξεριζώθηκε
σα μιαν εκζήτηση παράλογη πέρα από κάθε νόημα ;
(Κι αυτοί γυρίζουν πίσω μια μέρα χωρίς στο μυαλό μια ρυτίδα
Βρίσκουνε τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους που μεγάλωσαν
Πηγαίνουνε στα μικρομάγαζα και στα καφενεία της συνοικίας
Διαβάζουνε κάθε πρωί την εποποιία της καθημερινότητας.)

Πεθαίνουμε τάχα για τους άλλους ή γιατί ετσι νικούμε τη ζωή
Ή γιατί έτσι φτύνουμε ένα ένα τα τιποτένια ομειώματα
Και μια στιγμή στον στεγνωμένο νου τους περνά μια ηλιαχτίδα
Κάτι σα μια θαμπή ανάμνηση μιας ζωικής προϊστορίας.
Φτάνουνε μέρες που δεν έχεις πια τι να λογαριάσεις
Συμβάντα ερωτικά και χρηματιστηριακές επιχειρήσεις
Δε βρίσκεις καθρέφτες να φωνάξεις τ' όνομα σου
Άπλές προσθέσεις ζωής διασφαλίζουν μιάν επικαιρότητα
Ανία, πόθοι, όνειρα, συναλλαγές, εξαπατήσεις
Κι αν σκέφτομαι είναι γιατί η συνήθεια είναι πιο προσιτή από την τύψη.
Μα ποιός θάρθει να κρατήσει την ορμή μιας μπόρας που πέφτει ;
Ποιός θα μετρήσει μιά μιά τις σταγόνες πριν σβήσουν σο χώμα
Πριν γίνουν ένα με τη λάσπη σαν τις φωνές των ποιητών ;
Επαίτες μιάς άλλης ζωής της Στιγμής λιποτάχτες
Ζητούνε μιά νύχτα απρόσιτη τα σάπια τους όνειρα.
Γιατί η σιωπή μας είναι ο δισταγμός για τη ζωή και το θάνατο.


          Εκεί...

Εκεί θα τα βρεις.
Κάποιο κλειδί
Που θα πάρεις
Μονάχα εσύ που θα πάρεις
Και θα σπρώξεις την πόρτα
Θ' ανοίξεις το δωμάτιο
Θ' ανοίξεις τα παράθυρα στο φως
Ζαλισμένα τα ποντίκια θα κρυφτούν
οι καθρέφτες θα λάμψουν
Οι γλόμποι θα ξυπνήσουν απ' τον άνεμο
Εκεί θα τα βρεις

Κάπου - απ' τις βαλίτσες και τα παλιοσίδερα
Απ' τα κομμένα καρφιά, δόντια σκισμένα,
Καρφίτσες στα μαξιλάρια, τύπιες κορνίζες,
Μισοκαμμένα ξύλα, τιμόνια καραβιών.
Θα μείνεις λίγο μέσα στο φως
Ύστερα θα σφαλίσεις τα παράθυρα
Προσεχτικά τις κουρτίνες
Ξεθρρεμένα τα ποντίκια θα σε γλύφουν
Θα σκοτεινιάσουν οι καθρέφτες

Θ' ακινητήσουν οι γλόμποι
Κι εσύ θα πάρεις το κλειδί

Και με κινήσεις βέβαιες χωρίς τύψεις
Θ' αφήσεις να κυλήσε στον υπόνομο
Βαθιά βαθιά μες στα πυκνά νερά.
Τότε το ξέρεις.

(Γιατί η ποίηση δεν είναι ο τρόπος να μιλήσουμε,
Αλλά ο καλύτερος τοίχος να κρύψουμε το πρόσωπό μας).



          Αφιέρωση

Για τους ερωτευμένους που παντρεύτηκαν
Για το σπίτι που χτίστηκε
Για τα παιδάκια που μεγάλωσαν
Για τα πλοία που άραξαν
Για τη μάχη που κερδήθηκε
Για τον άσωτο που επέστρεψε
Για όλα όσα τελείωσαν χωρίς ελπίδα πιά.


          Ποιητική

Προδίδετε πάλι την Ποίηση, θα μου πεις,
Την ιερότερη εκδήλωση του Ανθρώπου
Τη χρησιμοποιείτε πάλι ως μέσον, υποζύγιον
Των σκοτεινών επιδιώξεών σας
Εν πλήρει γνώσει της ζημιάς που προκαλείτε
Με το παράδειγμά σας στους νεωτέρους.

- Το τι δ ε ν πρόδωσες ε σ ύ να μου πεις
Εσύ κι οι όμοιοί σου, χρόνια και χρόνια,
Ένα προς ένα τα υπάρχοντά σας ξεπουλώντας
Στις διεθνείς αγορές και τα λαϊκά παζάρια
Και μείνατε χωρίς μάτια για να βλέπετε, χωρίς αυτιά
Ν' ακούτε, με σφραγισμένα στόματα και δεν μιλάτε.
Για ποια ανθρώπινα ιερά μάς εγκαλείτε;

Ξέρω : κηρύγματα και ρητορείες πάλι, θα πεις.
Ε ναι λοιπόν! Κηρύγματα και ρητορείες.

Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις
Να μην τις παίρνει ο άνεμος.
__________________  από τη συλλογή Ο στόχος, 


      Θεσσαλονίκη, Μέρες τοῦ 1969 μ.Χ.

Στὴν ὁδὸ Αἰγύπτου -πρώτη πάροδος δεξιά!
Τώρα ὑψώνεται τὸ μέγαρο τῆς Τράπεζας Συναλλαγῶν
Τουριστικὰ γραφεῖα καὶ πρακτορεῖα μεταναστεύσεως.
Καὶ τὰ παιδάκια δὲν μποροῦνε πιὰ νὰ παίξουνε ἀπὸ
τὰ τόσα τροχοφόρα ποὺ περνοῦνε.
Ἄλλωστε τὰ παιδιὰ μεγάλωσαν, ὁ καιρὸς ἐκεῖνος πέρασε ποὺ ξέρατε
Τώρα πιὰ δὲ γελοῦν, δὲν ψιθυρίζουν μυστικά, δὲν ἐμπιστεύονται,
Ὅσα ἐπιζήσαν, ἐννοεῖται, γιατὶ ᾔρθανε βαριὲς ἀρρώστιες ἀπὸ τότε
Πλημμύρες, καταποντισμοί, σεισμοί, θωρακισμένοι στρατιῶτες,
Θυμοῦνται τὰ λόγια τοῦ πατέρα: ἐσὺ θὰ γνωρίσεις καλύτερες μέρες
Δὲν ἔχει σημασία τελικὰ ἂν δὲν τὶς γνώρισαν, λένε τὸ μάθημα
οἱ ἴδιοι στὰ παιδιά τους
Ἐλπίζοντας πάντοτε πὼς κάποτε θὰ σταματήσει ἡ ἁλυσίδα
Ἴσως στὰ παιδιὰ τῶν παιδιῶν τους ἣ στὰ παιδιὰ τῶν παιδιῶν
τῶν παιδιῶν τους.
Πρὸς τὸ παρόν, στὸν παλιὸ δρόμο ποὺ λέγαμε, ὑψώνεται
ἡ Τράπεζα Συναλλαγῶν
- ἐγὼ συναλλάσσομαι, ἐσὺ συναλλάσσεσαι, αὐτὸς συναλλάσσεται-
Τουριστικὰ γραφεῖα καὶ πρακτορεῖα μεταναστεύσεως
-ἐμεῖς μεταναστεύουμε, ἐσεῖς μεταναστεύετε, αὐτοὶ μεταναστεύουν-
Ὅπου καὶ νὰ ταξιδέψω ἡ Ἑλλάδα μὲ πληγώνει, ἔλεγε κι ὁ Ποιητὴς
Ἡ Ἑλλάδα μὲ τὰ ὡραῖα νησιά, τὰ ὡραῖα γραφεῖα,
τὶς ὡραῖες ἐκκλησιὲς
Ἡ Ἑλλὰς τῶν Ἑλλήνων.
_________________
*  Τὸ ποίημα ἀνήκει στὴ συλλογὴ Ὁ Στόχος (1970). Πρωτοδημοσιεύτηκε στὰ Δεκαοχτὼ Κείμενα, ποὺ ἡ ἔκδοσή τους ἀποτέλεσε τὴν πρώτη πράξη ὁμαδικῆς δημόσιας ἀντίστασης τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων κατὰ τῆς δικτατορίας. 
Εἶναι ποίημα πολιτικό, ὅπως ἐξάλλου καὶ πολλὰ ἄλλα ποιήματα τοῦ Ἀναγνωστάκη, καὶ ἀπηχεῖ τὴν πολιτικὴ καὶ κοινωνικὴ κατάσταση ἀπὸ τὴ μετακατοχικὴ περίοδο καὶ τὴ στρατιωτικὴ δικτατορία.



          Πέντε μικρὰ θέματα

   Ι

Μὲς στὴν κλειστὴ μοναξιά μου
Ἔσφιξα τὴ ζεστὴ παιδική σου ἄγνοια
Στὴν ἁγνὴ παρουσία σου καθρέφτισα τὴ χαμένη ψυχή μου.

Ἐμεῖς ἀγαπήσαμε. Ἐμεῖς
Προσευχόμαστε πάντοτε. Ἐμεῖς
Μοιραστήκαμε τὸ ψωμὶ καὶ τὸν κόπο μας

Κι ἐγὼ μέσα σὲ σένα καὶ σ᾿ ὅλους.

ΙΙ

Ἴσκιοι βουβοὶ ἀραγμένοι στὴ σκάλα
Μάτια θολὰ ποὺ κράτησαν εἰκόνες θαλασσινὲς
Κύματα μὲ τὴ γλυκιὰν ἀγωνία στὴν κάτασπρη ράχη

Γυμνὸς κυλίστηκα μέσα στὴν ἄμμο μὰ δὲν ὑποτάχτηκα
Καὶ δὲν ἀγάπησα μόνον ἐσένα ποὺ τόσο μὲ κράτησες
Ὅπως ἀγάπησα τὰ ναυαγισμένα καράβια μὲ τὰ τραγικὰ ὀνόματα
Τοὺς μακρινοὺς φάρους, τὰ φῶτα ἑνὸς ἀπίθανου ὁρίζοντα
Τὶς νύχτες ποὺ γύρευα μόνος νὰ βρῶ τὸ χαμένο ἑαυτό μου
Τὶς νύχτες ποὺ μόνος γυρνοῦσα χωρὶς κανεὶς νὰ μὲ νιώσει
Τὶς νύχτες ποὺ σκότωσα μέσα μου κάθε παλιά μου αὐταπάτη.


IV

Κάτω ἀπ᾿ τὰ ροῦχα μου δὲ χτυπᾶ πιὰ ἡ παιδική μου καρδιὰ
Λησμόνησα τὴν ἀγάπη πού ῾ναι μόνο ἀγάπη
Μερόνυχτα νὰ τριγυρνῶ χωρὶς νὰ σὲ βρίσκω μπροστά μου
Ὁρίζοντα λευκὲ τῆς ἀστραπὴς καὶ τοῦ ὄνειρου
Ἔνιωσα τὸ στῆθος μου νὰ σπάζει στὴ φυγή σου

Ψυχὴ τῆς ἀγάπης μου ἀλήτισσα
Λεπίδι τοῦ πόθου μου ἀδυσώπητο
Νικήτρα μονάχη τῆς σκέψης μου.

V

Χαρά, Χαρά, ζεστὴ ἀγαπημένη
Τραγούδι ἀστείρευτο σὲ χείλια χιμαιρικὰ 
Στὰ γυμνά μου μπράτσα τὸ εἴδωλό σου συντρίβω
Χαρὰ μακρινή, σὰν τὴ θάλασσα ἀτέλειωτη
Κουρέλι ἀκριβὸ τῆς πικρῆς ἀναζήτησης
Ἄσε νὰ φτύσω τὸ φαρμάκι τῆς ψεύτρας σου ὕπαρξης
Ἄσε νὰ ὁραματιστῶ τὶς νεκρὲς ἀναμνήσεις μου
(Ἀνελέητο κύμα τῆς νιότης μου).

Ὢ ψυχὴ τὴν ἀγωνία ἐρωτευμένη!



          Κι ήθελε ακόμα

Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει. Όμως εγώ
Δεν παραδέχτηκα την ήττα. Έβλεπα τώρα
Πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω
Πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες.
Μιλάτε, δείχνετε πληγές αλλόφρονες στους δρόμους
Τον πανικό που στραγγαλίζει την καρδιά σας σα σημαία
Καρφώσατε σ' εξώστες, με σπουδή φορτώσατε το εμπόρευμα
Η πρόγνωσις σας ασφαλής: Θα πέσει η πόλις.

Εκεί, προσεχτικά, σε μια γωνιά, μαζεύω με τάξη,
Φράζω με σύνεση το τελευταίο μου φυλάκιο
Κρεμώ κομμένα χέρια στους τοίχους, στολίζω
Με τα κομμένα κρανία τα παράθυρα, πλέκω
Με κομμένα μαλλιά το δίχτυ μου και περιμένω.

Όρθιος και μόνος σαν και πρώτα περιμένω.

________________   από τη συλλογή Η συνέχεια, 


          Δρόμοι παλιοί

Δρόμοι παλιοὶ ποὺ ἀγάπησα καὶ μίσησα ἀτέλειωτα
κάτω ἀπ᾿ τοὺς ἴσκιους τῶν σπιτιῶν νὰ περπατῶ
νύχτες τῶν γυρισμῶν ἀναπότρεπτες κι ἡ πόλη νεκρὴ
Τὴν ἀσήμαντη παρουσία μου βρίσκω σὲ κάθε γωνιὰ
κᾶμε νὰ σ᾿ ἀνταμώσω κάποτε φάσμα χαμένο τοῦ τόπου μου κι ἐγὼ
Ξεχασμένος κι ἀτίθασος νὰ περπατῶ
κρατώντας μία σπίθα τρεμόσβηστη στὶς ὑγρές μου παλάμες
Καὶ προχωροῦσα μέσα στὴ νύχτα χωρὶς νὰ γνωρίζω κανένα
κι οὔτε κανένας κι οὔτε κανένας μὲ γνώριζε μὲ γνώριζε



          Μιλώ

Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών
Για τα τελευταία κουρέλια από τα γιορτινά μας φορέματα
Για τα παιδιά μας που πουλάν τσιγάρα στους διαβάτες
Μιλώ για τα λουλούδια που μαραθήκανε στους τάφους και τα σαπίζει η βροχή
Για τα σπίτια που χάσκουνε δίχως παράθυρα σαν κρανία ξεδοντιασμένα
Για τα κορίτσια που ζητιανεύουνε δείχνοντας στα στήθια τις πληγές τους
Μιλώ για τις ξυπόλητες μάνες που σέρνονται στα χαλάσματα
Για τις φλεγόμενες πόλεις τα σωριασμένα κουφάρια στους δρόμους
Τους μαστροπούς ποιητές που τρέμουνε τις νύχτες στα κατώφλια
Μιλώ για τις ατέλειωτες νύχτες όταν το φως λιγοστεύει τα ξημερώματα
Για τα φορτωμένα καμιόνια και τους βηματισμούς στις υγρές πλάκες
Για τα προαύλια των φυλακών και για το δάκρυ των μελλοθανάτων.

Μα πιο πολύ μιλώ για τους ψαράδες
Π' αφήσανε τα δίχτυα τους και πήρανε τα βήματά Του
Κι όταν Αυτός κουράστηκε αυτοί δεν ξαποστάσαν
Κι όταν Αυτός τους πρόδωσε αυτοί δεν αρνηθήκαν
Κι όταν Αυτός δοξάστηκε αυτοί στρέψαν τα μάτια
Κι οι σύντροφοί τούς φτύνανε και τους σταυρώναν
Κι αυτοί, γαλήνιοι, το δρόμο παίρνουνε π' άκρη δεν έχει
Χωρίς το βλέμμα τους να σκοτεινιάσει ή να λυγίσει

Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους.

_____________________    από τη συλλογή Η συνέχεια 2 


          Το ναυάγιο

Θα μείνω κι εγώ μαζί σας μες στη βάρκα
Ύστερα απ' το φριχτό ναυάγιο και το χαμό
Το πλοίο βουλιάζει τώρα μακριά
(Πού πήγαν οι άλλες βάρκες; ποιοι γλιτώσαν;)
Εμείς θα βρούμε κάποτε μια ξέρα
Ένα νησί ερημικό όπως στα βιβλία
Εκεί θα χτίσουμε τα σπίτια μας
Γύρω-γύρω απ' τη μεγάλη πλατεία
Και στη μέση μια εκκλησιά
Θα κρεμάσουμε μέσα τη φωτογραφία
Του καπετάνιου μας που χάθηκε - ψηλά-ψηλά -
Λίγο πιο χαμηλά του δεύτερου, πιο χαμηλά του τρίτου
Θ' αλλάξουμε τις γυναίκες μας και θα κάνουμε
πολλά παιδιά
Κι ύστερα θα καλαφατίσουμε ένα μεγάλο καράβι
Καινούριο, ολοκαίνουριο και θα το ρίξουμε στη θάλασσα

Θα 'χουμε γεράσει μα θα μας γνωρίσουνε.

Μόνο τα παιδιά μας δε θα μοιάζουνε μ' εμάς.


        Τη νύχτα έρχονται

Τη νύχτα έρχονται οι μεγάλες αποφάσεις
Τη νύχτα πλάι στην αγαπημένη
Στους γλυκούς όρκους πριν από τη συνουσία
Τη νύχτα οδηγούν τα λεωφορεία στην αποθήκη
Όταν αρχίζουν να δουλεύουν τα πιεστήρια
Και σβήνουνε τα νυσταγμένα φώτα ένα-ένα
Τη νύχτα έρχονται οι μεγάλες αποφάσεις
Των μυστικών, τα σχέδια, επαναστάσεων,
Η λειτουργία του καζίνου, εκείνο
Το τελευταίο γράμμα, απ' το κελί σου,
Τα ιδεώδη, τελοσπάντων, για την αναπροσαρμογή.

Τη νύχτα εκείνη αρνήθηκα ν' ακολουθήσω πια
Αρνήθηκα τη μοναξιά των λέξεων,
Των εσκεμμένων συνειρμών, τη λογική του ονείρου.
Τη νύχτα εκείνη κάηκε το διανυκτερεύον φαρμακείο
Αποκοιμήθηκε βαθιά ο σκοπός στρατιώτης
Βρέθηκε μες στο δρόμο νεκρός ο φτωχός νυχτοφύλακας.

Άτιμοι! Εσείς δολοφονήσατε τον τελευταίο νυχτοφύλακα!

_____________________  Από τη συλλογή Η συνέχεια 3, 1962

          Τὸ σκάκι

Ἔλα νὰ παίξουμε...
Θὰ σοῦ χαρίσω τὴ βασίλισσά μου
Ἦταν γιὰ μένα μιὰ φορὰ ἡ ἀγαπημένη
Τώρα δὲν ἔχω πιὰ ἀγαπημένη

Θὰ σοῦ χαρίσω τοὺς πύργους μου
Τώρα πιὰ δὲν πυροβολῶ τοὺς φίλους μου
Ἔχουν πεθάνει ἀπὸ καιρὸ
πρὶν ἀπὸ μένα

Ὅλα, ὅλα καὶ τ᾿ ἄλογά μου θὰ στὰ δώσω
Ὅλα, ὅλα καὶ τ᾿ ἄλογά μου θὰ στὰ δώσω
Μονάχα ἐτοῦτο τὸν τρελό μου θὰ κρατήσω
ποὺ ξέρει μόνο σ᾿ ἕνα χρῶμα νὰ πηγαίνει

δρασκελώντας τὴν μίαν ἄκρη ὡς τὴν ἄλλη
γελώντας μπρὸς στὶς τόσες πανοπλίες σου
μπαίνοντας μέσα στὶς γραμμές σου ξαφνικὰ
ἀναστατώνοντας τὶς στέρεες παρατάξεις


          Ἔλα νὰ παίξουμε...

Ὁ βασιλιὰς αὐτὸς δὲν ἤτανε ποτὲ δικός μου
Κι ὕστερα τόσους στρατιῶτες τί τοὺς θέλω!
Τραβᾶνε μπρὸς σκυφτοὶ δίχως κἂν ὄνειρα
Ὅλα, ὅλα, καὶ τ᾿ ἄλογά μου θὰ στὰ δώσω

Ὅλα, ὅλα, καὶ τ᾿ ἄλογά μου θὰ στὰ δώσω
Μονάχα ἐτοῦτο τὸν τρελό μου θὰ κρατήσω
ποὺ ξέρει μόνο σ᾿ ἕνα χρῶμα νὰ πηγαίνει
δρασκελώντας τὴν μίαν ἄκρη ὡς τὴν ἄλλη

γελώντας μπρὸς στὶς τόσες πανοπλίες σου
μπαίνοντας μέσα στὶς γραμμές σου ξαφνικὰ
ἀναστατώνοντας τὶς στέρεες παρατάξεις
Ἔλα νὰ παίξουμε...

Κι αὐτὴ δὲν ἔχει τέλος ἡ παρτίδα...


          Χειμώνας 1942

Ξημέρωσεν ὁ δείχτης πάλι Κυριακή.

Ἑφτὰ μέρες
Ἡ μιὰ πάνω ἀπ᾿ τὴν ἄλλη
Δεμένες
Ὁλόιδιες
Σὰ χάντρες κατάμαυρες
Κόμπο λογιῶν του Σεμιναρίου.

Μιά, τέσσερις, πενηνταδυό.
Ἕξι μέρες ὅλες γιὰ μία
Ἕξι μέρες ἀναμονὴ
Ἕξι μέρες σκέψη
Γιὰ μία μέρα
Μόνο γιὰ μία μέρα
Μόνο γιὰ μίαν ὥρα
Ἀπόγευμα κι ἥλιος.

Ὧρες
Ταυτισμένες
Χωρὶς συνείδηση
Προσπαθώντας μία λάμψη
Σὲ φόντο σελίδων
Μὲ πένθιμο χρῶμα

Μιὰ μέρα ἀμφίβολης χαρᾶς
Ἴσως μόνο μίαν ὥρα
Λίγες στιγμὲς
Τὸ βράδυ ἀρχίζει πάλι ἡ ἀναμονὴ
Πάλι μίαν ἑβδομάδα, τέσσερις, πενηνταδυό

Σήμερα βρέχει ἀπ᾿ τὸ πρωί.
Ἕνα κίτρινο χιονόνερο.


          13.12.43

Θυμᾶσαι ποὺ σοῦ ῾λεγα
Ὅταν σφυρίζουν τὰ πλοῖα μὴν εἶσαι στὸ λιμάνι.
Μὰ ἡ μέρα ποὺ ἔφευγε ἤτανε δικιά μας 
καὶ δὲ θὰ θέλαμε ποτὲ νὰ τὴν ἀφήσουμε 
Ἕνα μαντήλι πικρὸ θὰ χαιρετᾶ τὴν ἀνίατου γυρισμοῦ 

Κι ἔβρεχε ἀλήθεια πολὺ κι ἤτανε ἔρημοι οἱ δρόμοι 
Μὲ μιὰ λεπτὴν ἀκαθόριστη χινοπωριάτικη γεύση 
Κλεισμένα παράθυρα κι οἱ ἄνθρωποι τόσο λησμονημένοι - 
Γιατί μᾶς ἄφησαν ὅλοι; 
Γιατί μᾶς ἄφησαν ὅλοι; 
Κι ἕσφιγγα τὰ χέρια σου 
Δὲν εἶχε τίποτα τ᾿ ἀλλόκοτο ἡ κραυγή μου.

Θὰ φύγουμε κάποτε ἀθόρυβα καὶ θὰ πλανηθοῦμε
Μὲς στὶς πολύβοες πολιτεῖες καὶ στὶς ἔρημες θάλασσες
Μὲ μιὰν ἐπιθυμία φλογισμένη στὰ χείλια μας
Εἶναι ἡ ἀγάπη ποὺ γυρέψαμε καὶ μᾶς τὴν ἀρνήθηκαν

Ξεχνοῦσες τὰ δάκρυα, τὴ χαρὰ καὶ τὴ μνήμη μας
Χαιρετώντας λευκὰ πανιὰ π᾿ ἀνεμίζονται.
Ἴσως δὲ μένει τίποτ᾿ ἄλλο παρὰ αὐτὸ νὰ θυμόμαστε.
Μὲς στὴν ψυχή μου σκιρτᾶ τὸ ἐναγώνιο Γιατί,
Ρουφῶ τὸν ἀγέρα τῆς μοναξιᾶς καὶ τῆς ἐγκατάλειψης
Χτυπῶ τοὺς τοίχους τῆς ὑγρῆς φυλακῆς μου 
καὶ δὲν προσμένω ἀπάντηση
Κανεὶς δὲ θ᾿ ἀγγίξει τὴν ἔκταση τῆς στοργῆς 
καὶ τῆς θλίψης μου.

Κι ἐσὺ περιμένεις ἕνα γράμμα ποὺ δὲν ἔρχεται
Μιὰ μακρινὴ φωνὴ γυρνᾶ στὴ μνήμη σου καὶ σβήνει
Κι ἕνας καθρέφτης μετρᾶ σκυθρωπὸς τὴ μορφή σου
Τὴ χαμένη μας ἄγνοια, τὰ χαμένα φτερά.


          Χάρης 1944
Ἤμασταν ὅλοι μαζὶ καὶ ξεδιπλώναμε ἀκούραστα τὶς ὧρες μας
Τραγουδούσαμε σιγὰ γιὰ τὶς μέρες ποὺ θὰ ῾ρχόντανε
φορτωμένες πολύχρωμα ὁράματα
Αὐτὸς τραγουδοῦσε, σωπαίναμε, ἡ φωνή του
ξυπνοῦσε μικρὲς πυρκαγιὲς
Χιλιάδες μικρὲς πυρκαγιὲς ποὺ πυρπολοῦσαν τὴ νιότη μας
Μερόνυχτα ἔπαιζε τὸ κρυφτὸ μὲ τὸ θάνατο
σὲ κάθε γωνιὰ καὶ σοκάκι
Λαχταροῦσε ξεχνώντας τὸ δικό του κορμὶ νὰ χαρίσει
στοὺς ἄλλους μίαν Ἄνοιξη.

Ἤμασταν ὅλοι μαζὶ μὰ θαρρεῖς πῶς αὐτὸς ἦταν ὅλοι.

Μιὰ μέρα μᾶς σφύριξε κάποιος στ᾿ ἀφτί: «Πέθανε ὁ Χάρης»
«Σκοτώθηκε» ἢ κάτι τέτοιο. Λέξεις ποὺ τὶς ἀκοῦμε κάθε μέρα.
Κανεὶς δὲν τὸν εἶδε. Ἦταν σούρουπο.
Θά ῾χε σφιγμένα τὰ χέρια ὅπως πάντα
Στὰ μάτια του χαράχτηκεν ἄσβηστα ἡ χαρὰ
τῆς καινούριας ζωῆς μας
Μὰ ὅλα αὐτὰ ἦταν ἁπλὰ κι ὁ καιρὸς εἶναι λίγος.
Κανεὶς δὲν προφταίνει.

...Δὲν εἴμαστε ὅλοι μαζί. Δυὸ τρεῖς ξενιτεύτηκαν
Τράβηξεν ὁ ἄλλος μακριὰ μ᾿ ἕνα φέρσιμο ἀόριστο
κι ὁ Χάρης σκοτώθηκε
Φύγανε κι ἄλλοι, μᾶς ᾖρθαν καινούριοι, γεμίσαν οἱ δρόμοι
Τὸ πλῆθος ξεχύνεται ἀβάσταχτο, ἀνεμίζουνε πάλι σημαῖες
Μαστιγώνει ὁ ἀγέρας τὰ λάβαρα.
Μὲς στὸ χάος κυματίζουν τραγούδια.

Ἂν μὲς στὶς φωνὲς ποὺ τὰ βράδια τρυποῦνε ἀνελέητα τὰ τείχη
Ξεχώρισες μία: Εἶν᾿ ἡ δική του. Ἀνάβει μικρὲς πυρκαγιὲς
Χιλιάδες μικρὲς πυρκαγιὲς ποὺ πυρπολοῦν
τὴν ἀτίθαση νιότη μας
Εἶν᾿ ἡ δική του φωνὴ ποὺ βουίζει στὸ πλῆθος
τριγύρω σὰν ἥλιος
Π᾿ ἀγκαλιάζει τὸν κόσμο σὰν ἥλιος
ποὺ σπαθίζει τὶς πίκρες σὰν ἥλιος
Ποὺ μᾶς δείχνει σὰν ἥλιος λαμπρὸς τὶς χρυσὲς πολιτεῖες
Ποὺ ξανοίγονται μπρός μας λουσμένες
στὴν Ἀλήθεια καὶ στὸ αἴθριο τὸ φῶς.


          Ἤτανε νέοι
Οἱ δρόμοι ἦταν σκοτεινοὶ καὶ λασπωμένοι
τὸ πιάτο στὸ τραπέζι λιγοστό,
τὸ φιλὶ στὸ κατώφλι ἦταν κλεφτὸ
καὶ ἔρωτες μέσα στὶς καρδοῦλες κλειδωμένοι
Ἤτανε νέοι ἤτανε νέοι, ἦταν παιδιὰ
καὶ ἔτυχε νά ῾ναι καὶ καλὴ σοδειὰ
Τὰ βράδια ξενυχτοῦσαν στὰ ὑπόγεια,
καὶ σβάρνα ὁλημερὶς στὶς γειτονιὲς
ἄχ! τὰ σοκάκια ἐκεῖνα κι οἱ γωνιὲς
σφιχτὰ ποὺ φυλάξαν τὰ τίμια λόγια
Ἤτανε νέοι ἤτανε νέοι, ἦταν παιδιὰ
καὶ ἔτυχε νά ῾ναι καὶ καλὴ σοδειὰ
Δὲν ξέρανε πατέρα, μάνα σπίτι, μάνα σπίτι
ἕναν δὲν δίναν γιὰ τὸ σήμερα παρᾶ
δὲ ρίχνανε δραχμὲς στὸν κουμπαρᾶ
δὲν κράταγαν μεζούρα καὶ διαβήτη
Ἤτανε νέοι ἤτανε νέοι, ἦταν παιδιὰ
καὶ ἔτυχε νά ῾ναι καὶ καλὴ σοδειά


          Ποιήματα ποὺ μᾶς διάβασε ἕνα βράδυ 
                           ὁ λοχίας Οtto V...
I

Σὲ δυὸ λεπτὰ θὰ ἀκουστεῖ τὸ παράγγελμα «Ἐμπρός»
Δὲν πρέπει νὰ σκεφτεῖ κανένας τίποτε ἄλλο
Ἐμπρὸς ἡ σημαία μας κι ἐμεῖς ἐφ᾿ ὅπλου λόγχη ἀπὸ πίσω
Ἀπόψε θὰ χτυπήσεις ἀνελέητα καὶ θὰ θὰ χτυπηθεῖς

Θὰ τραβήξεις μπροστὰ τραγουδώντας ρυθμικὰ ἐμβατήρια
Θὰ τραβήξεις μπροστὰ ποὺ μαντεύονται χιλιάδες ἀνήσυχα μάτια
Ἐκεῖ ποὺ χιλιάδες χέρια σφίγγονται γύρω ἀπὸ μία ἄλλη σημαία
Ἕτοιμα νὰ χτυπήσουν καὶ νὰ χτυπηθοῦν.

Σ᾿ ἕνα λεφτὸ πρέπει νὰ μᾶς δώσουν τὸ σύνθημα
Μιὰ λεξούλα μικρὴ ποὺ σὲ λίγο ἐξαίσια θὰ λάμψει.

(Κι ἐγὼ ποὺ ἔχω μία ψυχὴ παιδικὴ καὶ δειλὴ
Ποὺ δὲν θέλει τίποτε ἄλλο νὰ ξέρει ἀπὸ τὴν ἀγάπη
Κι ἐγὼ πολεμῶ τόσα χρόνια χωρίς, Θέ μου, νὰ μάθω γιατί
Καὶ δὲ βλέπω μπροστὰ τόσα χρόνια παρὰ μόνο τὸ δίδυμο ἀδερφό μου.)


II

Σὲ τούτη τὴ φωτογραφία ἤμουνα νέος κοντὰ 22
χρονῶ. ἐδῶ εἶναι ἡ γυναῖκα π᾿ ἀγαποῦσα: ἡ
γυναῖκα μου
Τὴ λέγανε Μάρθα· ἔσφιγγε τὸ γιό μου μὲ λαχτάρα
στὴν ἀγκαλιά της
Δὲ μοῦ ῾πε: «χαίρομαι ποὺ πᾶς νὰ πολεμήσεις».
Ἔκλαιγε σὰν ἕνα μικρὸ κοριτσάκι.
Κι ἐδῶ κάποιο σπίτι παλιὸ μ᾿ ἕναν κῆπο στὴ μέση
καὶ μ᾿ ἄνθη...
...Θυμᾶσαι ὅταν ἤμασταν παιδιὰ εἴχαμε ἕνα ξύλι-
νο ἄλογο καὶ μία γυαλιστερὴ τρομπέτα
Τὰ βράδια ξαγρυπνούσαμε στὰ βιβλία μὲ τὶς ἀρ-
χαῖες ἡρωικὲς ἱστορίες
Τὸν ἀθῷο μας ὕπνο τυράννησαν οἱ ἀντίλαλοι τῶν
φημισμένων πολεμιστῶν
Ὕστερα τὰ ξεχάσαμε ὅλα αὐτὰ σὲ μία γωνιὰ γε-
λώντας γιὰ τὰ παιδιάστικα καμώματα.
Ἴσως αὔριο μιὰ τόση τρυπίτσα μοῦ χαράξει τό μέ-
τωπο
Ὢ μία τρυπίτσα ποὺ χωρᾷ ὅλο τὸν πόνο τῶν ἀν-
θρώπων
Ποιὸς εἶμαι; Ποῦ βρίσκομαι; Σκίστε τὰ ροῦχα
μου ἐδῶ μπροστὰ στὸ στῆθος
Ἴσως θὰ βρεῖτε ἀκόμα τ᾿ ὄνομά μου σκαλισμένο.
Ποιὸς τὸ θυμᾶται;
Ψάξτε τὰ ροῦχα μου ἀκόμα... Ἐδῶ ἤμουνα νέος
22 μόλις χρονῶ
Κι ἐδῶ μιὰ γυναῖκα ποὺ σφίγγει μὲ λαχτάρα ἕνα
παιδὶ στὴν ἀγκαλιά της.

(Ἔκλαιγε ἀλήθεια ὅταν ἔφευγα σὰν ἕνα μικρὸ κο-
ριτσάκι).



       Αὐτοὶ δὲν εἶναι οἱ δρόμοι ποὺ γνωρίσαμε...


Αὐτοὶ δὲν εἶναι οἱ δρόμοι ποὺ γνωρίσαμε
Ἀλλότριο πλῆθος ἕρπει τώρα στὶς λεωφόρους
Ἀλλάξαν καὶ τῶν προαστίων οἱ ὀνομασίες
Ὑψώνονται ἄσυλα στὰ γήπεδα καὶ στὶς πλατεῖες.
Ποιὸς περιμένει τὴν ἐπιστροφή σου; Ἐδῶ οἱ ἐπίγονοι
Λιθοβολοῦν τοὺς ξένους, θύουν σ᾿ ὁμοιώματα,
Εἶσαι ἕνας ἄγνωστος μὲς στὸ ἄγνωστο ἐκκλησίασμα
Κι ἀπὸ τὸν ἄμβωνα ἀφορίζουνε τοὺς ξένους
Ρίχνουνε στοὺς ἀλλόγλωσσους κατάρες

Ἐσὺ στοὺς σκοτεινοὺς διαδρόμους χώσου
Στὶς δαιδαλώδεις κρύπτες ποὺ δὲν προσεγγίζει
Οὔτε φωνὴ ἀγριμιοῦ ἢ ἦχος τυμπάνου·
Ἐκεῖ δὲ θὰ σὲ βροῦν. Γιατί ἂν σ᾿ ἀφορίσουν
Κάποιοι –ἀναπόφευκτα– στὰ χείλη τους θὰ σὲ προφέρουν
Οἱ σκέψεις σου θ᾿ ἀλλοιωθοῦν, θὰ σοῦ ἀποδώσουν
Ψιθυριστὰ προθέσεις, θὰ σὲ ὑμνήσουν.
Μὲ τέτοιες προσιτὲς ἐπιτυχίες θὰ ἡττηθεῖς.
Τεντώσου ἀπορρίπτοντας τῶν λόγων σου τὴν πανοπλία
Κάθε ἐξωτερικὸ περίβλημά σου περιττὸ
Καὶ τῆς Σιωπῆς τὸ μέγα διάστημα, ἔτσι,
Τεντώσου νὰ πληρώσεις συμπαγής.


          If...

Ἂν - λέω ἄν...
ἂν ὅλα δὲ συνέβαιναν τόσο νωρὶς
ἡ ἀποβολή σου ἀπ᾿ τὸ Γυμνάσιο στὴν Ε´ τάξη,
μετὰ Χαϊδάρι, Ἅι-Στράτης, Μακρονήσι, Ἰτζεδίν,
ἂν στὰ 42 σου δὲν ἤσουν μὲ σπονδυλοαθρίτιδα
ὕστερα ἀπὸ τὰ εἴκοσι χρόνια τῆς φυλακῆς
μὲ δυὸ διαγραφὲς στὴν πλάτη σου, μιὰ δήλωση
ἀποκηρύξεως ὅταν σ᾿ ἀπομονῶσαν στὸ Ψυχιατρεῖο
ἂν - σήμερα λογιστὴς σ᾿ ἕνα κατάστημα ἐδωδίμων-
ἄχρηστος πιὰ γιὰ ὅλους, στιμμένο λεμόνι,
ξοφλημένη περίπτωση, μὲ ἰδέες ἀπὸ καιρὸ ξεπερασμένες,
ἂν - λέω ἄν...
μὲ λίγη καλὴ θέληση ἐρχόνταν ὅλα κάπως διαφορετικὰ
ἢ ἀπὸ μία τυχαία σύμπτωση, ὅπως σὲ τόσους καὶ τόσους
συμμαθητές, φίλους, συντρόφους - δὲ λέω ἀβρόχοις ποσὶ
ἀλλὰ ἄν...
(Φτάνει. Μ᾿ αὐτὰ δὲ γράφονται τὰ ποιήματα. Μὴν ἐπιμένεις.
Ἄλλον ἀέρα θέλουν γιὰ ν᾿ ἀρέσουν, ἄλλη «μετουσίωση».
Τὸ παραρίξαμε στὴ θεματογραφία).


          Τὸ πρωΐ

Τὸ πρωὶ
Στὶς 5
Ὁ ξηρὸς
Μεταλλικὸς ἦχος
Ὕστερα ἀπὸ τὰ φορτωμένα καμιόνια.
Ποὺ θρυμματίζουνε τὶς πόρτες τοῦ ὕπνου.
Καὶ τὸ τελευταῖο «ἀντίο» τῆς παραμονῆς
Καὶ οἱ τελευταῖοι βηματισμοὶ στὶς ὑγρὲς πλάκες
Καὶ τὸ τελευταῖο σου γράμμα
Στὸ παιδικὸ τετράδιο τῆς ἀριθμητικῆς
Σὰν τοῦ μικροῦ παραθυριοῦ τὸ δίχτυ
Ποὺ τεμαχίζει μὲ κάθετες μαῦρες γραμμὲς
Τοῦ πρωινοῦ χαρούμενου ἥλιου τὴν παρέλαση.


          Ἄτιτλο  (ὁ ποιητὴς ὑπογράφει ὡς: Μανοῦσος Φάσσης)

Στὸ ξενοδοχεῖο Macedonia
πλαγίασα σὲ μεταξωτὰ σεντόνια
εἴχανε καὶ μεταξωτὲς κουβέρτες
κι εἶπα: φέρτες.

Εἶπα καὶ στὴ ρεσεψιονίστα
πὼς μ᾿ ἔπιασε μεγάλη νύστα.
Θέλω ἄνεση σουίτας
εἶμαι ποιητὴς τῆς ἥττας.

Εἶμαι γενιὰ τοῦ Ἀργυρίου
(ρίου ρίου κι ἀντιρίου)
συνάδελφος τοῦ Κουλουφάκου
καὶ κάτσε κι ἄκου...
____________  (ἀπόσπασμα)



          Fair Play     (ὁ ποιητὴς ὑπογράφει ὡς: Μανοῦσος Φάσσης)
         Τῷ φίλω Μ.Ἄν.

Πόσες χιλάδες ὧρες πέρασαν μὲ συνεδρίαση,
σ᾿ αχτίδες, κόβες καὶ κομματικοὺς πυρῆνες,
στὸ τέλος πάθαμε χρονία νικοτινίαση
κι ὁ πονοκέφαλος οὔτε περνοῦσε μ᾿ ασπιρίνες.

Μάθαμε ἀπ᾿ ὄξω -βασικὰ- ὅλα τὰ προβλήματα
καὶ τὴν ἀναγκαιότητα τῆς πάλης
καὶ γίναμε τὰ δακτυλοδειχτούμενα τὰ βλήματα
κρατώντας τὸν Μὰρξ – Ἔγκελς ὑπὸ μάλης.

Μέρα τὴ μέρα θά ῾ρχονταν ἡ Ἐπανάσταση
καὶ περιμένοντας πέρασαν τὰ χρόνια
κι ὅμως σ᾿ τὸ λέγαν οἱ γονεῖς σου «ἄσ᾿ τα σὺ
πάντα θὰ βρίσκονται στὸν κόσμο ἄλλα κωθώνια».

Πάντοτε ὁ καπιταλισμὸς βρίσκει περάσματα
καὶ ξεπερνᾶ τὶς δύσκολες τὶς κρίσεις.
Κι ἕνα πρωί: «Ἀπαγορεύονται τὰ ἄσματα
καὶ κοπιάστε στὸ τμῆμα γιὰ ἀνακρίσεις».

Τώρα νὰ σπάσεις δὲν μπορεῖς πιά, σὲ χρωμάτισαν
καὶ σ᾿ ἔχουν σὰν τὸν ποντικὸ μέσα στὴ φάκα
καὶ δὲν ξεφεύγεις ἀπὸ τοῦ χαφιὲ τὸ μάτι σὰν
συναναστρέφεσαι τὸν καθ᾿ ἕνα μαλάκα.

...........................................................................................

Δὲν ἄκουσες ποτὲ τὴ μάνα σου τὴν ἅγια
σ᾿ ἐνοχλοῦσε καὶ σένα τὸ κατεστημένο,
δὲν εἶδες γύρω σου χιλιάδες τὰ ναυάγια
δὲν τὸ χαμπάρισες πὼς τὸ παιχνίδι ἦταν στημένο.


          Επίλογος

Κι ὄχι αὐταπάτες προπαντός.
Τὸ πολὺ πολὺ νὰ τοὺς ἐκλάβεις σὰ δυὸ θαμποὺς
προβολεῖς μὲς στὴν ὁμίχλη
Σὰν ἕνα δελτάριο σὲ φίλους ποὺ λείπουν
μὲ τὴ μοναδικὴ λέξη: ζῶ.

«Γιατὶ» ὅπως πολὺ σωστὰ εἶπε κάποτε κι ὁ φίλος μου ὁ Τίτος,
«κανένας στίχος σήμερα δὲν κινητοποιεῖ τὶς μᾶζες
κανένας στίχος σήμερα δὲν ἀνατρέπει καθεστῶτα.»

Ἔστω.
Ἀνάπηρος, δεῖξε τὰ χέρια σου.

Κρῖνε γιὰ νὰ κριθεῖς.
________________________________________________

*  Μανώλης Αναγνωστάκης 
 Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1925. Εκεί σπούδασε Ιατρική ενώ κατά τη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής εντάχθηκε στην ΕΠΟΝ. 

Την διετία 1943-1944 διατέλεσε αρχισυντάκτης του περιοδικού «Ξεκίνημα», του εκπολιτιστικού ομίλου του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και την ίδια περίοδο εμφανίστηκαν τα πρώτα του γραπτά στο περιοδικό «ΠειραΪκά Γράμματα».  Σημείωσε έντονη πολιτική δράση στο φοιτητικό κίνημα, κάτι για το οποίο φυλακίστηκε το 1948.
Το επόμενο έτος καταδικάστηκε σε θάνατο από έκτακτο στρατοδικείο, αλλά δυο χρόνια αργότερα, το 1951, απελευθερώθηκε με την γενική αμνηστία. 

Τα χρόνια 1955-1956 ειδικεύτηκε ως ακτινολόγος στη Βιέννη και στη συνέχεια, στη Θεσσαλονίκη, άσκησε το επάγγελμα του ακτινολόγου. 
Την περίοδο 1959 - 1961 εξέδωσε το περιοδικό Κριτική ενώ υπήρξε μέλος της εκδοτικής ομάδας των Δεκαοκτώ κειμένων (1970), των Νέων Κειμένων και του περιοδικού Η Συνέχεια (1973). 
Το 1978 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Παρά τις απογοητεύσεις, παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του πιστός στις ιδέες της Ανανεωτικής Αριστεράς και του "σοσιαλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο".Τα ποιήματα που ο Μανόλης Αναγνωστάκης άφησε πίσω του δημοσιευμένα είναι 88 και γράφτηκαν από το 1941 έως το 1971. 

Από το 1979 που κυκλοφόρησε ο συγκεντρωτικός τόμος των ποιημάτων του, και από το 1983 που κυκλοφόρησε ιδιωτικά το αυτοβιογραφικό σχόλιο «Y.Γ.» δεν υπήρξε καμία δημόσια παρέμβασή του.  Ο Μανόλης Αναγνωστάκης έφυγε από τη ζωή στις 23 Ιουνίου του 2005, στην Αθήνα.

Από τους κορυφαίους ποιητές  και  δοκιμιογράφους της μεταπολεμικής γενιάς. Φυλακίστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο για τις πολιτικές του πεποιθήσεις, ενώ χαρακτηρίστηκε ο «ποιητής της ήττας» αφού οι στίχοι του αποτύπωσαν τη
διάψευση των οραμάτων της Αριστεράς.

Ποιήματά του μεταφράστηκαν στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά, ενώ μελοποιήθηκαν από συνθέτες, όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Θάνος Μικρούτσικος, ο Μιχάλης Γρηγορίου, ο Γιάννης Μαρκόπουλος και ο Δημήτρης Παπαδημητρίου.
Τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1986) και το Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας (2002), ενώ αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας του πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. 


Scholeio.com

Σ. Μαφρέδας, Ματαίωση Ταξιδιών



Στέλιος Θ. Μαφρέδας


          Πλαστουργός οικουμένης

Τώρα λοιπόν, φιλόδοξος διακινητής της προσδοκίας,
από μνήμης πλαστουργώ μιαν οικουμένη ∙
η πρώτη ύλη απ’ τα δικά σου μεταλλεία,
από υπερπόντιες κτήσεις και υπερώα τ’ ουρανού.

Στην αίρεσή μου ακροβατώ
κι ένας αλέκτορας πριν το λάλημα με συντροφεύει•
θύω στα θέμελα με τσίκνισμα αρνιού
κάποια κραυγή στοργής κι αλληλεγγύης,
γονυπετής εισέρχομαι στα άδυτα των αδύτων,
στους κήπους της Εδέμ.
Πολέμαρχος κι επικατάρατος για ένα μυστικό
‒ μια μόνιμη απορία,
στις μύτες των ποδιών ακροπατώ•
την ξεχασμένη ευχή για την επίνοια ψηλαφίζω,
θωπεύω κλίνες των νυμφών του Έρωτα την παστάδα
τη θέση σου ορίζω στην τράπεζα του δείπνου.

Στο βάθος το πέλαγος νωθρό,
η βουνοκορφή ακόμη στην χειμέρια νάρκη.

Απρίλης !
κι αντιγράφω κανόνες του δημιουργού,
να βρει οχυρό ν’ αντισταθεί η προσμονή
στην άδικη επιβουλή του χρόνου.



          Στο άβατο της αμφιβολίας

Στους ώμους μου βάσταξα τη σιωπή μισού αιώνα,
στρίμωξα τόσα ηλιοβασιλέματα στην ψυχή μου
- όλα κουβαλούσαν μέσα τους ένα φορτίο λησμονιάς.
Έτσι έμαθα πώς περνούν τις ώρες τους 
οι κατάδικοι στην απομόνωση της φυλακής,
πώς συντηρείς την κάθε μέρα
με διαγνώσεις χαράς εξ αποστάσεως.

Κι εσύ που τώρα διεκδικείς την αμνηστία,
με την αμφιβολία με κυκλώνεις.

Όμως εγώ για σένα, αγάπη μόνον έχω.

Στο παρελθόν μου επισκέπτης τη μήτρα ψάχνω της ζωής,
δρομολόγια παιδιών που κοίταξαν 
με βλέμμα ευθύ το μέλλον
και στάθηκαν στο μέτρημα πάνω απ' τον μέσο όρο.
Οι λέξεις μου πίδακες ξεπηδούν από τη σιωπή
βουτηγμένες σε μιαν απόχρωση του γαλάζιου,
γίνονται κλίμακες ν' αυτομολήσεις στον ουρανό,
γίνονται ασπίδες και φρουροί 
φωτοβολίδες στο άβατο της αμφιβολίας.

Σε άλλη ζωή σε άκουσα να λες:
cogito ergo sum*.




          Ξύλα στο τζάκι

Γράψαμε κι εμείς κάποτε
τα ονόματά μας στους κορμούς των δέντρων,
υπογραφές ενός καιρού υπερόπτη
που δεν λογάριασε την μελαγχολία του μέλλοντος
και δεν συμφώνησε τους όρους της παράδοσής μας.

Χρόνων αντοχές - η έλευση τoυ θάμπους γέννημά τους.

Κι ως ήταν άδηλη η μετοχή στην ουτοπία
μνημόνευσα κατά την προσταγή, ολονυχτίς
τον Σολωμό, τον Κόντογλου και τον Παπαδιαμάντη,
να ' χω στο στέρνο απόψε μια χαραγμή χαράς
κάτι περίπου σαν ευτυχία.

Και βρήκε στο τζάκι θαλπωρή η αίγλη του εορτολογίου
και είχαν οι λέξεις της φωτιάς κρυφά νοήματα για σένα.

Καινούριες συμφωνίες κάνω τώρα με τα μέρη μου
μνήμες από τον ρόγχο του θανάτου να γλυτώσω,

- ένα νεκρό σπουργίτι μπρος στην επιτύμβια στήλη
του αυτοκτόνου γείτονα και καθοδηγητή μου,
τα δελφίνια του Αμβρακικού που έχασαν τον δρόμο τους
και φοβισμένα κοιτάζουν την ακτή,
το μήνυμα στη δύση της ημέρας,

από τη στάχτη τα ονόματα που κάηκαν
με τους κορμούς να αναστήσω.



          Το κέρασμα του καφέ

Όπως τον κοίταζα να στέκεται διστακτικός
πάνω απ' το τραπέζι του υπαίθριου καφενείου,
τα κέρματα να μετράει αν φτάνουν
για ένα καφέ ελληνικό,
θυμήθηκα τον πατέρα.

Ψηλόν, γεροδεμένο και στα γεράματα ακόμη,
με τα ροζιασμένα χέρια
σκληρά και άκαμπτα απ' τη φωτιά,
παραιτημένον πια απ' τη ζωή
γεμάτον καημό και νοσταλγία.

Όπως τον κοίταζα και θαύμαζα την αξιοπρέπειά του,
σκέφτηκα προς στιγμή - μα δεν το τόλμησα,
να του προσφέρω τον καφέ
ίσως και κάποιο γλύκισμα για συνοδεία.

Δεν τόλμησα!
κι ας ένιωθα ευγνωμοσύνη
για έναν άγνωστο βιοπαλαιστή
που έμοιαζε με τον πατέρα,
έτσι όπως είχα χρόνια να τον δω
έτσι όπως μου έγνεφε από μακριά πολύ

και μ' αποχαιρετούσε.





          Ματαίωση ταξιδιών

Ορθάνοιχτος στα μάτια μου μπροστά ο χάρτης,
σκυμμένος το γαλάζιο χρώμα προσκυνώ.

Πόσα λιμάνια αχαρτογράφητα στην ύπαρξή μου!
αυτή που εγκαταβίωσε σε άσφαλτο πηχτή,
στο ρετιρέ μιας πολυκατοικίας
και τώρα πάλλεται σαν τη φωνή
ικέτη προ του θυσιαστηρίου.

Βερίγγειε πορθμέ και νήσε Βόρνεο,
προορισμοί που με παιδέψατε από παιδί ακόμη
και με βυζάξατε με όνειρα και μοίρες!
σε λάκκο μέσα μου βαθύ έθαψα την ύπαρξή σας,
τα δρομολόγια στο ναυτικό φυλλάδιό μου
άλλη κατεύθυνση κοιτούσαν.

Την εκπνοή του ονείρου καταγράφω
επικύρωση για ό,τι δεν έλαχε στους ωκεανούς,
φυλάω σε κουρσάρικο κουτί
βότσαλα της ακρογιαλιάς σου
μυρωμένα απ' την αλμύρα που καίει τα άνθη στις αυλές
- το φλοίσβο της ακτής που ξέβρασε τον Οδυσσέα.

Πόση λύπη στα ματαιωμένα μου ταξίδια!
Και η πίστη δεν αρκεί
ξυπόλητος να περπατώ επί των υδάτων. 




          Κλείνεις το ρήγμα

Διχόνοια στη φύση σπέρνει απόψε ο θόλος τ’ ουρανού,
οι πρώτες ώρες μας λιμνάζουν στην αμηχανία.
Η πρόβα του εμβατηρίου πάνω στο λιθόστρωτο ηχεί
κι αυτό το πλήθος των γνωστών
‒ πανστρατιά για ένα θαύμα που όπου νάναι θ’ ακουστεί,
πώς καιροφυλακτεί να πάρει κάτι απ’ τη χαρά σου !

Έτσι που στέλνεις τους χαιρετισμούς
σε αποδέκτες κοινωνούς της εύηχης παραμυθίας,
κανένα παραπέτασμα αύριο δεν θα διαρραγεί.
Η διχοτόμηση που βεβαιώνει η Γραφή
κι όρισε το τρέμουλο της ψυχής
και μιαν ανάγνωση των στίχων ενός αφορεσμένου,
στον θάνατο στρέφει την πυρά και τις χαραγματιές της•

κλείνεις το ρήγμα των εποχών με τον δικό σου λόγο.

Και συναυλίζεσαι με εκατόνταρχους και οραματιστές
το θαύμα στα μέτρα των κοινών θνητών να προσαρμόσεις.
Στα χέρια αριθμητήριο κρατάς
να λογαριάζεις τους φιλόξενους καιρούς,

χρωστήρα κι αποκαθιστάς της φύσεως την τάξη.



          Κάποτε τελειώνουν οι λέξεις,

Κάποτε τελειώνουν οι λέξεις, 
όσες επινόησες κι αυτές
που κωδικοποιήσαμε για την περίστασή μας,
κι αρχίζει το μαρτύριο των παύσεων και της σιωπής.

Προσπαθείς να καλύψεις τα κενά
επαναλαμβάνοντας τα ίδια και τα ίδια,
πνίγοντας την αμηχανία με τίτλους εφημερίδων
σε ειδήσεις ξεχασμένες κιόλας πριν εκφωνηθούν.
Προσπαθείς,
δεν είναι ακόμη η ώρα, λες
και υποχωρείς για άλλη μια φορά,
να θρηνήσεις τις απώλειες της αναβολής,
να κηδέψεις τις αυταπάτες
που με τόσην αφέλεια καλλιέργησες.

Και τώρα, να! πάλι ζωντανεύουν
και σε κάνουν να ψάχνεις ξανά για λέξεις
ξανά για προφάσεις ομιλίας,
κι ας έχεις πια συνειδητοποιήσει 
πως τα λόγια σύντομα θα στερέψουν
και οι παύσεις και οι σιωπές
το ίδιο παιχνίδι μαζί σου πάντα θα παίζουν. 
από τη συλλογή Υπόκλιση στον αυτουργό, 2012


          Ποιητική

Όταν με ρωτάς - έγραψες κάτι;
αναγνωρίζω πως έχεις
κάθε λόγο να ενδιαφέρεσαι.

Ίσως από περιέργεια θέλεις να ιδείς
τι λέω τούτη τη φορά στο παραμιλητό μου,
ή από καλοσύνη ψάχνεις τις πληγές
που κακοφορμίζουνε στην ψυχή μου.

Νιώθω όμως
πως κάθε που σε προετοιμάζω
σε ποίημα να μεταμορφωθείς,
την ύπαρξή σου λεηλατώ
λέξη τη λέξη μέσα μου σε μεταγγίζω.
Περικοκλάδες πάνω σου τα χέρια μου
σου κόβουν την ανάσα,
οι οδυρμοί των λόγων μου στ' αυτιά σου.

Σαν με ρωτάς αν έχω γράψει κάτι,
λύτρα της ομηρίας σου ζητάς,

ασκείς το αναφαίρετο δικαίωμά σου. 




          Σημάδια ανεξίτηλα


Τα πεπραγμένα μου αξιολογώ
μα κατά βάθος ξέρω
πως ό, τι και να ισχυρίζομαι
στάχτη στα μάτια των ανθρώπων ρίχνω.

Και ως ολιγαρκής που έζησα
μου αρκεί να νιώσω ευτυχισμένος,

σημάδια στην ψυχή σου
ανεξίτηλα
οι λίγοι στίχοι μου
να μείνουν. 


από τη συλλογή Άξονας περιστροφής, 2009

Στέλιος Θ. Μαφρέδας

* cogito ergo sum: Σκέφτομαι άρα υπάρχω


Scholeio.com

Β. Φαϊτάς, Συνάντηση με το σύμπαν


Βασίλης Φαϊτάς
Μπορείς να μ' ονομάσεις όπως θέλεις
σύννεφο, κύμα, ουτοπία
κι ακόμα
αρνητή, επαναστάτη, διαφθορέα
μα 'γω κοιτάζω στο βάθος της ύπαρξης σου
εκεί που η καρδιά σου είναι
ακαθόριστο σχήμα και χρώμα
και ξέρω πως άλλο δεν έχω
παρά το όνομα του κόσμου που θα 'ρθει.




    Ο ήχος της σιωπής

Κάθε φορά που τινάζω από πάνω μου τη σιωπή
ένα ματωμένο λουλούδι πίσω απ' τα χείλια μου
μ' εμποδίζει να μιλήσω,
μπερδεύει τους ήχους και τα χρώματα
κι έτσι οι λέξεις μοιάζουν τρομαγμένα πουλιά
όπως το δάκρυ που δεν ξέρει την πηγή του. 

από την ανέκδοτη συλλογή 
Υστερόγραφα για το αύριο


          Το ποίημα
Το ποίημα είναι ένα σύμπαν
αδυσώπητη ρίζα φωτός
άλλη εκδοχή του πεπρωμένου
προϋπάρχει στο φέγγος μιας τραυματισμένης νότας
διαμελισμένο πρόσωπο με υπερβαίνει
ποτάμι που εκβάλλει στις πηγές του
αποικία κάπου στο βάθος της ηχώς
όπου οι καρδιές ανταλλάσσονται με το φως
και η πυξίδα κυνηγάει το άπειρο. 

          Καθώς ο καιρός 
Καθώς ο καιρός περνάει
η γλώσσα που με γέννησε
αργά καταρρέει εντός μου
οι λέξεις απόπειρες βρεφικές
ημιτελή τραυλίσματα
ξεθωριάζουν ανεπίστροφα στη σιωπή,
μεταλλάσσονται,
αγγελιοφόροι ξεπηδούν απ' το συσπειρωμένο φως
αλλάζει γύρω μου ο κόσμος
το χάος ξαναμπαίνει στη θήκη.
Το άστεγο άπειρο, εγώ,
κληρονόμος του κενού
θραύσμα μιας σιώνιας γλώσσας
αμείλικτα μόνος
βλέπω τα βήματα που λείπουν
την παντοτινή εφηβεία του φωτός
τις εποχές να φεύγουν απαλά
ορφανός από ουρανό
ξαναγυρίζω στο πεπρωμένο της ερήμου.

Έξω απ' το παράθυρο
το λυκόφως περιπλανιέται
εγκαταλειμμένο σκυλί
γαβγίζει
από πόρτα σε πόρτα
σ' ένα άδειο αντηχείο
μια εποχή που δεν είναι πια εδώ. 



          Συνάντηση με το σύμπαν
Φοβάμαι γιατί μέσα μου η αφυπνισμένη νιότη
γεννά αστραπές
βροχή μετεωριτών από υπερκόσμια μουσική
φανταστικές ψυχές που δε γεννήθηκαν
εξεγείρονται
θραύοντας τις διαστάσεις
ενός διάτρητου κόσμου.

Η ουτοπία είναι η σοφία που δεν κατανοήσαμε
δώρο στην καρδιά της ανθρωπότητας
ήρθε ο καιρός να εκφράσουμε τα ανείπωτο
λαμπαδηδρόμοι της μοναξιάς και των ονείρων
μύστες ενός άλματος στο χάος
χιμαιρικοί οδοιπόροι της σκοτεινής πλευράς του εγκέφαλου
προφήτες κι ερευνητές μιας γνώσης
που μας δόθηκε,
ήρθε ο καιρός, χωρίς επιστροφή,
να συναντήσουμε το σύμπαν. 



          Ψυχή σταλμένη
Πέφτει ένα φύλλο
ήχος ερειπωμένος
στιγμή αιωνιότητας στον αέρα
λησμονημένα πρόσωπα παλιά
ένας έφηβος γέρος θυμάται
το σπίτι που κατοικούσαν όνειρα
πριν αποβιβαστεί η σιωπή
ψυχή σταλμένη απ' το τίποτα
τρέμοντας σε ξένο σώμα
σαν ένας στίχος που ξεχάστηκε απ' τον θάνατο
πηδώντας από άστρο σε άστρο
ονειρεύονταν να γίνει πυρκαγιά
ή έστω ένα μικρό πουλί στο δάσος
που κελαϊδάει
χωρίς να ξέρει το γιατί. 



          Μετάλλαξη
Νόμιζα πως είχα πολύ χρόνο
να μεταλλαγώ σε κύμα
ως να υπήρχα από πάντοτε
μες στον ανοιξιάτικο άνεμο. 
Δεν ήξερα πως η ζωή και το χάος
μας δόθηκαν δανεικά
πως ήμουν η σκιά 
μια φευγαλέας αχτίδας
μύθος προορισμένος να ξεχαστεί
εκεί που η μνήμη δεν θυμάται
η συνείδηση πορεύεται μονάχη
σκοτεινό απρόσιτο ποτάμι
αγνοώντας τη γνώση τα όνειρα τα γηρατειά
κυλάει και χύνεται 
σε μιαν αδιαπέραστη κινούμενη άμμο.


          Ο δρόμος για το ανέφικτο
Άνοιξα την πόρτα και βρέθηκα στη σιωπή
οχυρωμένη στο φως
ελαφρύτερη απ' το τίποτα
η ακαθόριστη πτήση των σινιάλων
γιατί όταν ερχόταν ο λόγος
ήμουν αλλού
η μνήμη σ' άλλες απόκρημνες διαστάσεις. 
Δέντρο γερμένο στο κενό
γερασμένη ανάμνηση στον άνεμο
οι άνθρωποι
μα πιο πολύ
ο απελπισμένος έρωτας του ανέφικτου
ιερογλυφικά
κυοφορούμενου πεπρωμένου
ο ανθός μιας πληγής στο σύμπαν
μες στα βιβλία ο ουρανός ολοένα χαμηλώνει
κατά πού πέφτει η αγάπη ...
Ώρες ολόκληρες τις προφητείες μιας άνοιξης
πέρασα ξοδεύοντας
να βρω τις μυστικές λέξεις
το δρόμο για το πέραν.

Τώρα έχω να διασχίσω 
μια παλίρροια φωτός
και νεύματα αποχαιρετισμού. 


          Επικό ταξίδι
Είμαι έτοιμος πια
για ένα επικό ταξίδι
ένα υγρό θρόισμα
στο απρόσιτο γαλάζιο
τις νύχτες κυματισμοί θλίψης
μ' ανασηκώνουν στα χείλη της παλίρροιας.

Πάντα ήμουν παντού
κι όταν οι κερασιές ανθίζαν
το τέλος των δρόμων μου έγνεφε
με αδιόρατα σινιάλα
τραυματισμένες νότες
στα φθινοπωρινά βλέμματα των γυναικών. 
Πάντα ήμουν εκεί
στα κύτταρα της νιότης
του γητευτή του χάους,
κάπου βαθιά στους θορύβους της άνοιξης
ξεχασμένη από χρόνια η αγάπη
ίσως ξαναγυρίσω
πάνω στη ραγισμένη ηχώ μια χορδής
από ένα λάθος του χρόνου. 

Η ψυχή ανήκει στα χελιδόνια και στους χαρταετούς.

από τη συλλογή Συνάντηση με το σύμπαν



          Το λίκνο

Θαρρείς κι είμαι από μιαν άλλη γενιά
γεννημένος σε μια φανταστική χρονολογία
σκιά που ψάχνει τη γενέθλια ρίζα της
στα φευγαλέα ίχνη μια αδιόρατης κίνησης.

Θαρρείς πως είμαι η ψυχή μιας άλλης ψυχής
το δάκρυ από άλλα μάτια
η περιπλάνηση ενός μύθου σε μιαν άλλη νιότη.

          Ιστορία χωρίς τέλος


Πώς άραγε πεθαίνει ένας μοναχικός άνθρωπος
πώς μεταλλάσσεται η ψυχή του
σε αστρικά γονίδια
το χέρι του θεού μες στους αιώνες
που αναδεύει τη νιότη

Τι να θυμάται η αρχέγονη ψυχή του
καταρρέοντα χρώματα
κι αναγεννήσεις πόνων
το σφύριγμα του ανέμου εκσφενδονίζει
κωδικούς μηνυμάτων
στις ρίζες των κυττάρων όπου
η ζωή κάμπτεται
στην άκρη του ράμφους τους πουλιά
μεταφέρουν ανταύγειες
και παφλασμούς κυμάτων

Ποια είναι η ταυτότητά του
ο προορισμός του έστω
έτσι γυμνός και μόνος που αιωρείται
στις σήραγγες του χρόνου
έπαθλο αναπότρεπτα
της αιωνιότητας.
αδημοσίευτα

          Είμαστε εδώ

Είμαστε εδώ,
κρατάμε απ' τον ίδιο σπόρο την ίδια ρίζα
πλάι στις φυματικές θάλασσες
τα προκατακλυσμιαία δάκρυα,
στα λιμάνια ανατινάζονται τα καράβια
οι γέφυρες αγκυροβολημένες στην άβυσσο
είμαστε εδώ ... είμαστε εδώ ...
αντένες στραμμένες σε λέξεις βαθιές και ξεχασμένες
οι αισθήσεις μάς εγκαταλείπουν μία-μία
ο έρωτας λεπιδόπτερο πουλί
σέρνεται πάνω σ' αυτό που κάποτε ήταν γης
κάτω απ' αυτό που ήταν ουρανός.
Και η Γη μολυσμένο μοναχικό αιμοσφαίριο
γυρίζει ακόμα γύρω απ' τον τρόμο της
λάμνοντας έξω απ΄τον καιρό της.
Είμαστε εδώ ... είμαστε εδώ ...
πάνω σε πόλεις που κάποτε υπήρξαν
πλάι σε ποτάμια και βουνά που μένει μόνο τ' όνομά τους,
φουγάρα τινάζουν τα σωθικά μας
κι ο άνεμος ο αρχέγονος άνεμος
γράμμα γεμάτο αναμνήσεις κατεβαίνει σφυρίζοντας
στα ερείπια του ύπνου μας,
στο ράδιο μια μακρινή φωνή λέει γι' αυτό που είπαμε νιότη
είμαστε εδώ
πάνω στο μήκος κύματος μια ζωής που λιγοστεύει
είμαστε ακόμα εδώ ...


          Η επανάσταση της ουτοπίας


Κάποτε θεέ μου θα σου μιλήσω για την επανάσταση
για μια παμπάλαια στιγμή που αιωρείται στον ύπνο μας
για τη βουή στο βάθος μέσα των αρτηριών.
Όσο το αίμα μου κυλάει στις φλέβες
όσο υπάρχω κάτω απ’ το υγρό
βάρος των άστρων,
πρέπει να σου μιλήσω
για τις χίμαιρες του κύτταρου
τα παιδιά δίχως νιότη
τα πεινασμένα κορμιά που καμπυλώνουν
δίχως όνειρα, θα σου πω,
για τη φωνή μας που εκβάλλει στο τίποτα
κι ακόμα
θέλω να σου μηνύσω,
με το σώμα, με σινιάλα,
λαχανιασμένα ποδοβολητά από φως
για τα κλουβιά, τις φυλακές, το αδιέξοδο,
τη διείσδυση της νύχτας μέσα στη μέρα
τη ζωή που κείτεται μισοβυθισμένο καράβι
κάτω απ’ τη σκόνη των αιώνων.

Κάποτε θεέ μου θα σου μιλήσω
για την κιβωτό της επανάστασης
το μήκος κύματος της μοναξιάς της
κι όσο ακόμα το ματωμένο ρολόι χτυπάει στο στήθος μου
θα σου πω
πως θέλω να ‘μαι η πρώτη
ερωτευμένη σφαίρα που θα πυροβολήσει το κενό.


          Αιωνιότητα
Σε λίγο θα 'χω την ηλικία της γης
εθελοντής της ζωής με άσπρα μαλλιά
κι ακόμα μαθαίνω να ιππεύω τις ανταύγειες
ν' ανταλλάσσω ηλεκτρόνια με το χρόνο,
το αρχέγονο σύμπαν.
Θα μείνω αντάρτης,
σ' αυτόν τον αιώνα
το σκουπιδοτενεκέ,
η ταραγμένη μου διάνοια αναπνέει
βγάζοντας το κεφάλι πάνω
από τη θάλασσα των παγωμένων ημερών,
θα μείνω - θα μείνω άραγε - αντένα
σε μήκη κύματος εγκαταλειμμένα
στραμμένος στα σκοτεινά μου βάθη
ένας προφήτης μετεωρίζεται
εκεί που κάποτε γεννιόνταν το αίμα
η αρχή και το τέλος.

Η ιστορία πια τώρα έμαθε,
τη γεωγραφία του αδιεξόδου
να σφίγγει το σχοινί γύρω
απ' το λαιμό της έμαθε,
να νεκροτομεί τη ζωή.
Θέλω να πω, θέλω να ουρλιάξω
είμαι ένα νόθο που τρέφεται
απ' τη χλωροφύλλη των κιτρινισμένων ημερών.

Εδώ που όλα συγκλίνουν
σ' έναν χαιρετισμό χωρίς προοπτική,
εδώ που όλοι εγκαταλείπουν κι εγκαταλείπονται
τραβώντας ο καθένας για ένα βέβαιο στίγμα,
δεν έχω άλλο ρούχο, άλλη διέξοδο
μου μένει μόνο
να προεκταθώ στην άβυσσο.

Σ' αυτό το αστρικό ερείπιο
που καταρρέει στην καμπύλη
της μοναξιάς και της απόγνωσης
κρυώνω περιμένοντας με το αυτί
ακουμπισμένο στην πόρτα της αιωνιότητας
στην αιωρούμενη σιωπή.


          Αγρύπνια

Φως, χυμένο αίμα της νύχτας
φως, αγρύπνια γαντζωμένη στις αρτηρίες μας,
λίγο προτού η άβυσσος καταπιεί την ιστορία
η εποχή μας έχει εγκαταλείψει.
Είμαι το τελευταίο ζωντανό μήνυμα,
η τελευταία ουτοπία,
ο ασυρματιστής που εκπέμπει
την ψυχή του.



          Η θητεία

Η θητεία μας στη ζωή θα τελειώσει
όπως τελειώνει ένα γράμμα μ΄άγνωστο παραλήπτη
τα αίμα στις φλέβες ενός σφαγμένου ζώου.
Γράφοντας λέξεις ακατάληπτες χωρίς μέλλον,
ανίκανος να σου μιλήσω
για το συντριμμένο σύμπαν μέσα μου
για τις δίσεκτες ψυχές που αυτοκτονούν
ανοίγοντας μια καταπακτή στον ουρανό
δεν έχω τίποτα άλλο να σου δώσω
έξω από χάρτες, σύμβολα και μια καμπύλη
ενός μεταχειρισμένου ανθρώπου
που επιβίωσε
και τώρα
σαν το μοναχικό σκυλί
όρθιος κοιτάζει τον ωκεανό.


          Το δέντρο

Για τους παππούδες μου δεν ξέρω πολλά πράγματα
ο ένας είχε πολλές πατρίδες
και μια ζωή κομμένη στα δυο,
ο άλλος έτρεξε να σώσει το γάιδαρό του
την ώρα που οι βόμβες σημάδευαν τη ζωή
κι ύστερα λίγο πριν φύγει
μιλούσε χειρονομώντας με τους αγγέλους
έλεγε πως ο πατέρας του ήταν ένα μοναχικό δέντρο
που αγωνιζόταν να βγάλει φτερά.

Ίσως γι' αυτό και γω τώρα μιλώ για ρίζες
γι' αγκυροβολημένες φωνές
με το ένα χέρι βυθισμένο στη σιωπή.


          Κιβωτός

Σαράντα χρόνια πέρασε 
               κωπηλατώντας στο αίμα
η ψυχή του διάφανη αντένα ανιχνεύοντας
ό,τι έμαθε πως είναι ζωή.
Το 'ξερε πως θα πεθάνει και λυπόταν
γιατί δεν είχε ν' αφήσει τίποτα στον κόσμο
παρά ένα βαθύ ανυπόταχτο τραγούδι.



          Ο άλλος

Κείτεται μες στην ιστορία χιλιάδες χρόνια
στη σιωπή των μουσείων, στα βιβλία
σαν αδιόρατη κραυγή σ' ένα άλλο μήκος κύματος
κάτω από τη σκόνη των αιώνων.

Κείτεται μέσα μου
με την ψυχή του διάτρητη
τοιχογραφία της φθοράς,
διαρρέει από τις φλέβες του ο καιρός
σπέρνοντας λέξεις που σφυρίζουν σαν τον άνεμο
ψάχνοντας ένα τόπο ν' ακουμπήσουν
τα μελλούμενα χρόνια
να μοιράσουν τ' αγέννητα παιδιά.


Βασίλης Φαϊτάς
από την ανέκδοτη συλλογή  Υστερόγραφα για το αύριο

Scholeio.com

Παπαντωνίου, Εκείνοι που με πλήγωσαν ήταν αγαπημένοι



Ζαχαρίας Παπαντωνίου


          Η προσευχή του ταπεινού

Κύριε, σαν ήρθεν η βραδιά σου λέω την προσευχή μου.
Άλλη ψυχή δεν έβλαψα στον κόσμο απ' τη δική μου.
Εκείνοι που με πλήγωσαν ήταν αγαπημένοι.
Την πίκρα μου τη βάστηξα. Μου δίνεις και την ξένη.

Μ' απαρνηθήκαν οι χαρές. Δεν τις γυρεύω πίσω.
Προσμένω τα χειρότερα. Είν' αμαρτία να ελπίσω.
Σαν ευτυχία την αγαπώ της νύχτας τη φοβέρα.
Στην πόρτα μου άλλος δε χτυπά κανείς απ' τον αγέρα.

Δεν έχω δόξα. Είν' ήσυχα τα έργα που έχω πράξει.
Άκουσα τη γλυκειά βροχή. Τη δύση έχω κοιτάξει  

Έδωκα στα παιδιά χαρές, σε σκύλους λίγο χάδι.
Ζευγάδες καλησπέρισα που γύριζαν το βράδυ.

Τώρα δεν έχω τίποτα να διώξω ή να κρατήσω.
Δεν περιμένω ανταμοιβή. Πολύ 'ναι τέτοια ελπίδα.
Ευδόκησε ν' αφανιστώ, χωρίς να ξαναζήσω...
Σ' ευχαριστώ για τα βουνά και για τους κάμπους που είδα.


 

          Ρούμελη

Τὴ μάννα μου τὴ Ρούμελη ν᾿ ἀγνάντευα τὸ λαχταρῶ...
ψηλὰ ποὺ μὲ νανούριζες καημένο Καρπενήσι!
Τρανὰ πλατάνια ξεδιψοῦν στὶς βρύσες μὲ τὸ κρύο νερό.
Σαρακατσάνα ροβολάει καὶ πάει γιὰ νὰ γεμίσει.

Μὲ κρουσταλλένια σφυριχτὰ σὲ λόγγους φεύγουν σκοτεινοὺς
κοτσύφια καὶ βοσκόπουλα μὲ τὰ λαμπρά τὰ μάτια,
νερὰ βροντοῦνε στὸ γκρεμὸ καὶ πᾶνε πρὸς τοὺς οὐρανοὺς
ἴσια κι ὀρθὰ σὰν τὴν ψυχὴ τῆς Ρούμελης τὰ ἐλάτια.

Κάμπε ἀττικέ, μὲ πλάνεψες κι ἐγὼ γιὰ τὶς κορφὲς πονῶ
καὶ γιὰ τραχιὲς ἀνηφοριὲς σηκώνω τὸ κεφάλι...
Φυλακωμένη πέρδικα ποὺ κλαίει γι᾿ ἀλαργινὸ βουνὸ
δένει ἡ ψυχή μου στὸ κλουβὶ τὰ νύχια της κοράλλι.





          Ο Γεροβοσκός

   Πόσα χρόνια πέρασα
      κι ἄσπρισα κι ἐγέρασα
      πάνω στὰ ψηλώματα
      βόσκοντας τὰ πρόβατα!

     Τὶς κορφὲς ἐπάτησα
     καὶ νυχτοπερπάτησα
     καὶ σὲ δέντρα γερικὰ
     εἶδα κι εἶδ᾿ ἀγερικά!

     Σὲ ψηλὲς ἀνηφοριὲς
     σὰ κοτσύφι χύθηκα
     κι ἔπεσα σὲ ρεματιὲς
     καὶ ἀποκοιμήθηκα!

    Πάνω στὴ καπότα μου,
    φορεσιὰ καὶ στρῶμα μου,
    εἶδα ῾νείρατα γυρτὸς
    ξυπνητὸς καὶ κοιμιστός!

    Σ᾿ ἀητοράχη ἐσκάλωσα
    μὲ τὸ λύκο μάλωσα
    κι ἄναψα τρανὲς φωτιές,
    σὲ τετράψηλες κορφές!

    Εἶδα τ᾿ ἄστρι στὸ βουνό,
    ποὺ τὸ λεν᾿ Αὐγερινὸ
    καὶ στὴ καθαρὴ βραδιὰ
    χόρτασα τὴ ξαστεριά!

    Μύρμηγκα δὲ ζήμιωσα
    κι ἄνθρωπο δὲ θύμωσα.
    Πῆρα τὰ μικρὰ τ᾿ ἀρνιά,
    σὰ παιδιὰ στὴν ἀγκαλιά!

    Μιὰ ζωὴν ἐπέρασα
    κι εἶπ᾿ ὁ Θεὸς κι ἐγέρασα
    καὶ τὸ χιόνι τὸ πολύ,
    μοῦ ῾πεσε στὴ κεφαλή!

    Ἄειντε προβατάκια μου,
    περπατᾶτ᾿ ἀρνάκια μου,
    πάμετε σιγὰ-σιγὰ
    καὶ μᾶς ῾πῆρεν ἡ βραδιά...



*  Ζαχαρίας Παπαντωνίου  Γεννήθηκε στη Γρανίτσα Ευρυτανίας τον Φεβρουάριο του 1877 και πέρασε τα πρώτα χρόνια της ζωής του στη Γρανίτσα όπου υπηρετούσε ως δάσκαλος ο πατέρας του. Το 1890 έφυγαν και εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα. Τελείωσε το γυμνάσιο και γράφτηκε στην Ιατρική Σχολή Αθηνών, την οποία δεν τελείωσε ποτέ. Παράλληλα σπουδάζει ζωγραφική. Αφοσιώθηκε από νωρίς στη δημοσιογραφία (που ήταν το μεγάλο του πάθος), ως πολιτικός αρθρογράφος, χρονογράφος και συγγραφέας τεχνοκριτικών άρθρων. "Ακρόπολις", "Εφημερίδα των Συζητήσεων", "Σκριπ", "Χρόνος", "Εμπρός" ως ανταποκριτής της στο Παρίσι για τρία χρόνια στην οποία και δημοσίευσε τα Παρισινά Γράμματα τα οποία έκαναν μεγάλη εντύπωση όταν κυκλοφόρησαν μετά τον θάνατο του σε τόμο ως Φιλολογικά Χρονογραφήματα. "Παναθήναια", "Νουμάς", "Καλλιτέχνης", "Νέα Ζωή", "Νέα Εστία", "Ελεύθερο Βήμα" κλπ., είναι τα έντυπα που φιλοξένησαν γραπτά του. 
Το 1912  έως το 1017 γίνεται Νομάρχης στη  στη Ζάκυνθο, στην Καλαμάτα και άλλες πόλεις από την κυβέρνηση Βενιζέλου και το 1919  διορίζεται διευθυντής της Εθνικής Πινακοθήκης, όπου παρέμεινε 20 χρόνια. Το 1923 έλαβε το Αριστείον των Γραμμάτων και Τεχνών και το 1938 έγινε ακαδημαϊκός στην έδρα της Λογοτεχνίας, οπότε και εκφώνησε τον εισιτήριο λόγο του για τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο στη δημοτική γλώσσα.


".... Το ψυχικό βάθος του Γκρέκο ήταν οπωσδήποτε ανατολικό. Και στη ζωή του, όση γνωρίζουμε και στη τέχνη του, φανερώνει το απροσάρμοστό του προς τη Δύση, την αδιάκοπη νοσταλγία μιας Ανατολής του ονείρου, του μυστηρίου και του πάθους..."

"...Πήγε στη Ισπανία. Πριν από αυτόν η ισπανική τέχνη ήταν απλή επαρχία της ιταλικής. Ο Γκρέκο της έδωσε την ανεξαρτησία της, τον ισπανισμό... 

Τον χαρακτήρισαν "πρίγκιπα του νεοελληνικού λόγου", ενώ αποτύπωσε στο χαρτί την ελληνική επαρχία, με έμφαση στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Υπηρέτησε όλα τα είδη του λόγου. Ιδιαίτερη ήταν η επίδοση του στο δοκίμιο και την κριτική.

Scholeio.com

Βρεττάκος: η ψυχή του ένα περίεργο σταυροδρόμι....







Νικηφόρος Βρεττάκος


          Η Περίληψη

   Κάθε πρόσωπο είναι μία σύνθεση
   Είμαι κ' εγώ, όπως κ' εσύ,
   μιά περίληψη του
   Θεού και του σύμπαντος.




       Τα δύο διαστήματα

Ένας κόσμος αδιάπλευστος ο σπόρος

του σιναπιού, λειτουργός του υψίστου
ο εγκέφαλος του μικρού μυρμηγκιού,
περιέχουνε λόγους, έχουν
να ειπούν περισσότερα απ' όσα
το φεγγάρι στους αστροναύτες.

Το ανυπολόγιστο διάστημα
της δική τους πληρότητας
αναμένει: ν' ανοιγούν οι αμέτρητες
μέσα τους πόρτες και ν' αρχίσει
ο μεγάλος διάπλους του πνεύματος.




       Τα εφτά ελεγεία I

Κάποτε αφελής, κάποτε ανόητος, κάποτε κ' ευφής,
πότε σε λόγια στηριγμένος πότε σε όνειρα,
προσόρμισε σε όλες σχεδόν τις φάσεις του χρόνου του:

Ένα γέρικο δέντρο. Ώστόσο, πολλά, συλλογίζονταν,
θα κριθούν από τον καιρό. Άν οι επρχόμενες
βροχές είναι ήρεμες, έλεγε, κι ο ίδιος δεν ήξερε
ποιοί νέοι κλώνοι μπορεί να ετοίμαζαν μέσα του
άνθη και φύλλα. Κι αυτό που ποτέ
δεν κατάλαβε, ήταν πως είχε
σχηματιστεί κ' ένα δεύτερο στρώμα ζωής
λίγο-λίγο στα βάθη του. Ένα στρώμα σκληρό
από πόνους, που έπεφταν ο ένας τους πάνω
στον άλλο, διαρκώς.
                             Κάτι ανάλογο
με ορυχείο λιγνίτη, που κάποτε θάλιωνε
όπως ο πάγος και τότε θα φύτρωναν σε όλη
την έκταση μέσα του, μαύρα λουλούδια.


                                    II

Πολλές φορές του πέρασε απ' το νου: να σηκωθεί
άξαφνα απ' την καρέκλα και χτυπώντας
με όλη του, δύναμη του στο τραπέζι
το χέρι του, να το κομμάτιαζε. Αλλά σκέφτονταν: Γιατί
να το χαλάσει το μικρό αριστούργημα; Τι τούφταιξε;
Αν δεν δυνήθηκε πολλά να κάνει, αν λόγου χάρη
δεν ετεχνούργησε αρκετά ή δεν έφτιαξε ένα φράγμα
σ' ένα σημείο των εγκρεμών του αιώνα του, δεν έπαψε
νάναι το ίδιο, το μικρό αυτό έργο του Θεού,
ένα αριστούργημα. Και σέβονταν,
τότε το ξένο ποίημα.

                                     III

Έλεγε πως θα τόχνιαχνε το περιβόλι,
Τι μάταια λόγια που έλεγε ! Τα χέρια του
ήταν δυό αξίνες: έπεφταν με πείσμα στα χαρτιά
που έμοιζαν με πλαγιές γρανίτη. Να φυτέψει
δέντρα για τα πουλιά κι ανθάκια για τις μέλισσες.
'Ηξερε: στα παιδιά άρεσαν τα δαμάσκηνα,
τα πορτοκάλια στους περαστικούς αγγέλους το πρωί.
'Ηξερε, μα με τι νερό, τι ήλιο και τι φράχτες;
Περνούσαν οι δεινόσαυροι κ' έφευγαν με τα δέντρα
στα δόντια τους, κατασκηνώναν οι πολεμιστές.
'Ολα περνούσαν πάνω του. Το ανάσκαφταν
τα κάρα που κουβάλαγαν τους πεθαμένους.
Κι αυτός έλεγε: "ήλιε μου !" κ' έσκαβε. Όσο που τέλος
εχτύπησεν η αξίνα του πάνω στο παραπέτασμα
της νύχτας που είχε κατεβεί. Καρφώθη και έμεινε.

                                          IV

Θέλει να φανταστεί τον κόσμο, όπως ήτανε
τότε: όταν έτρεχε στα ευρύχωρα δωμάτια,
με τα παράθυρα που νόμιζες πως ήτανε του ορίζοντα,
ακολουθώντας μια λεπτή έγχρωμη πεταλούδα,
που είχε κι αυτή την αίσθηση τ' ουρανού μες στο σπίτι
ή και κανά πουλί που τον επισκεπτόταν
- όχι ορισμένη ώρα, όποτε ήθελε -
φέρνοντας γύρους σαν μικρός άγγελος στα δωμάτια.

(Βουνά ψηλά κι αρμονικά στο βάθος, λόγγοι πράσινοι,
καθόλου σπίτια γύρω, μοναχά περαστικά γεράκια
ή συννεφάκια
και μονάχα κουδούνια εδώ κι εκεί από γιδοπρόβατα).

Τον κόσμο αυτό όπως ακριβώς ήτανε τότε θέλει
να φανταστεί, κρατώντας το κεφάλι του
γιομάτο μνήμες, μουσική, ήλιο, σκυμμένο κάτω
που φουσκωμένη, σκοτεινή, πηγαινοέρχεται η άβυσσο.

                                           V

Πολύ μετά κατάλαβε πως ήταν η ψυχή του
ένα περιέργο σταυροδρόμι, χιλιοπατημένο,
σημαδεμένο από τακούνια, πρόκες από αρβύλες,
αυλακωμένο από βαριές ρόδες κάθε λογής
αρμάτων.
              Ένα σταυροδρόμι
γιομάτο απαίσια λάσπη, ζυμωμένη
από φτυσίματα ρητόρων, απορρίματα
περαστικών προσφύγων, δάκρυα ζητιάνων
που ακίνητοι στην ίδια στάση ολημερίς, τυφλοί,
απλώνανε τα σκουριαμένα τους τενεκεδάκια
για έλεος, κι ο ουρανός έβρεχε και τους έλιωνε.

Πολύ μετά κατάλαβε πως του χρειαζόταν
η λάσπη αυτή, ότι καλά έγιναν τα ίσα έγιναν
και ότι - δόξα σοι ο Θεός - έζησε εξήντα χρόνια
κι έκαμε το καλύτερο: αγάπησε με πάθος
τον κόσμο κι ας απότυχε από τη λάσπη αυτή,
τη λάσπη που χαριστικά του δόθηκε, να φτιάξει
ζυμώνοντας τη με τον ήλιο του ένα είδος
καινούριου ανθρώπου στην κορφή
του όρους θλίψη, ή Ταύγετος.

                                            VI

Έγραψε τη ζωή του στο χαρτί και την παράδωσε στο
    δικαστήριο.
Ο χρόνος δεν αρνιέται βλέπετε να παραλάβει τίποτα.
Τα πιο πολλά τα εξαφανίζει, μερικά κρατά,
τα μελετάει με προσοχή, τα κοσκινίζει.
Κατόπιν αποφαίνεται. Δεν ξέρει από τα πριν
κανένας πως θα τον δεχτεί - αν τον δχτεί - κατήγορο,
μάρτυρα ή κατηγορούμενο. Πάντως, αυτός, τελείωσε.
Έγραψε τη ζωή του στο χαρτί και υπόγραψε. Μετά
κοίταξε μιά τη θάλασσα μιά τα βουνά του κ' έφυγε
να πάει να βρει ένα ήσυχο μέρος να κοιμηθεί.

                                          VII

Σαν ένα κύμα ξεσκισμένο σε υψηλά
βράχια η ψυχή του, έλαμψε
για μια στιγμή. Μετά,
στη θέση της έγινε νύχτα.


                         Νικηφόρος Βρεττάκος
_________________________________________


[...]

Ἀλλὰ τὰ παιδιὰ
τὸ ξέρω πὼς μέσ᾿ ἀπὸ τὰ
βιβλία μου αὔριο θὰ μαζεύουν
λουλούδια καὶ πὼς θὰ μιλοῦν
γιὰ τὸ θαῦμα - ζωή, κοιτώντας
τὸν κόσμο μέσ᾿ ἀπ᾿ τοὺς στίχους μου. 


 από το ''Ποιήματα από το ίδιο βουνό''     η συνέχεια εδώ 


Scholeio.com