Όταν ο Παυσανίας συμβουλεύτηκε το Τροφώνειο Μαντείο



  Η μαντική σπηλιά 


   
  Τὸ Τροφώνιο ὑπῆρξε ἕνα ἰδιόμορφο ἡρωομαντεῖο, ἀφοῦ ὁ χρηστηριαζόμενος δὲν ὑποβαλλόταν σὲ ἐγκοίμησι, ἀλλά, περιερχόμενος σὲ ἔκστασι, ἄκουγε τὴν ἴδια τὴ φωνὴ τοῦ πνεύματος νὰ τοῦ ὁμιλεῖ. 

   Γι’αὐτὸ τὸ Τροφώνιο ἐθεωρεῖτο «αὐτὸφωνο Μαντεῖο». 


   Τὸ μαντεῖο αὐτὸ εὑρισκόταν ἐπάνω σ’ἕναν ἀπόκρημνο, πυκνὰ δασωμένο λόφο κοντὰ στὴ Λειβαδιά, δίπλα στὶς πηγὲς τῆς Ἕρκυνας (τοῦ ποταμοῦ ποὺ διασχίζει τὴν πόλη), καὶ ἦταν ὑπόγειο. 

   Τὴν ὕπαρξη αὐτοῦ τοῦ μαντείου εἶχαν ὑποδείξει κάποτε οἱ Δελφοὶ σ’ ἕναν χρηστηριαζόμενο, ὁ ὁποῖος, ἐρευνῶντας τὸν λόφο αὐτὸν τῆς Βοιωτίας, ἐντόπισε σμῆνος μελισσῶν νὰ εἰσέρχεται σὲ μιὰ γήινη ὀπή. Ἦταν ἡ ὀπή, ὅπου κατὰ τὸν δελφικὸ χρησμό, εἶχε εἰσέλθει καὶ εἶχε ἀποβιώσει ὁ Τροφώνιος, ὁ κτήτωρ τοῦ πρώτου ναοῦ τῶν Δελφῶν. Ἀπὸ τότε τὸ Τροφώνιο Μαντεῖο ἔγινε διάσημο καὶ ἐθεωρεῖτο στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα ἱερώτατο.

Το αρχαίο Τροφώνιο Μαντείο ή Τροφώνιο Άντρο, στη Λιβαδειά, βρίσκεται στους πρόποδες του λόφου με το μεσαιωνικό κάστρο όπου βρίσκονται τα ερείπια για τα οποία πιστεύεται ότι αποτελούν, ό,τι απέμεινε από το Τροφώνιο , στο ιερό άλσος της αριστερής όχθης του ποταμού, προς τον προφήτη Ηλία.

   Η αληθινή μαντική σπηλιά του Τροφώνιου, δεν έχει ακόμη ανακαλυφθεί, παρόλο που οι ιερές πηγές αποτελούν τουριστικό αξιοθέατο και τα ερείπια ενός ναού στέκουν λίγο πιο πέρα.


    Μεταξὺ τῶν χρηστηριασθέντων σὲ αὐτὸ τὸ Μαντεῖο ἦταν καὶ ὁ Παυσανίας, ὁ ὁποῖος τὸ περιέγραψε στὸ βιβλίο του μὲ τέτοιο θαυμασμό, ὥστε ὑποστήριξε πὼς ὁ Τροφώνιος πρέπει νὰ ἦταν γιὸς τοῦ Ἀπόλλωνος -ἀλλὰ βέβαια ἀπέφυγε νὰ ἀναφέρει κι αὐτὸς κάτι γιὰ τὸ χρησμὸ ποὺ ἔλαβε.  Για το μαντείο διηγείται όσα δεν ήταν απαγορευμένα να συζητηθούν:


   «Στο μαντείο γίνονται τα εξής: όταν κάποιος αποφασίσει να κατεβεί στον Τροφώνιο, πρώτα ζει 

Καζαντζάκης, Κίνα

   

   Κίνα
 Νίκος Καζαντζάκης 

   Βροχερό πρωινό, γκρίζο ουρανοθάλασσο, γλάροι πεινασμένοι ζυγιάζουνταν απάνω από το κεφάλι μας. Μακριά πολύ, μέσα στο θολό αποβροχάρικο φως γυάλιζαν 

τ' ανοιξιάτικα χωράφια, όλο σμαράγδι. "Η Κίνα... Η Κίνα..." συλλογιούμουν κι η καρδιά μου χτυπούσε.  
   Ο φίλος μου ο Λιάν-Κε με γαλάζια μεταξωτή ρόμπα, με στρογγυλό μανταρίνικο σκουφί, με τ' ατλαζένια μαύρα πασουμάκια, στεκόταν δίπλα μου, στην πλώρα του βαποριού, και κοιτάζαμε μαζί τ' αμμουδερά ακρογιάλια της Κίνας να ζυγώνουν.